Καζαντζάκης Νίκος
Ο φτωχούλης του θεού
 
 
Ο φτωχούλης του Θεού, Εκδόσεις Καζαντζάκη (Πάτροκλος Σταύρου) 1970, Σσ.11-262, Πρώτη Έκδοση Έργου:1952
 
 

Ι

 

Εγώ ο ανάξιος που παίρνω σήμερα το φτερό να γράψω το βίο και την πολιτεία σου, πάτερ Φραγκίσκο, ήμουν, θυμάσαι, όταν με πρωτογνώρισες, ένας ταπεινός ζητιάνος, ασκημομούρης, γεμάτο τρίχες το πρόσωπο μου και το κεφάλι μου, ως το σβέρκο, ως τα φρύδια, όλο μαλλί, το μάτι μου φοβισμένο κι αγαθό, τσεύδιζα, μπεμπέριζα σαν αρνί· και συ με ονομάτισες, για να κοροϊδέψεις την ασκήμια μου και την ταπεινοσύνη, φράτε Λεόνε, λιοντάρι. Μα όταν σου ξεστόρησα τη ζωή μου, σε πήραν τα κλάματα, με άρπαξες στην αγκαλιά σου, με φίλησες και μου 'πες: «Συχώρεσε με, φράτε Λεόνε, σε ονομάτισα λιοντάρι για να σε κοροϊδέψω, μα τώρα το βλέπω, είσαι αληθινό λιοντάρι, γιατί αυτό που κυνηγάς, ένα λιοντάρι μονάχα τολμάει να το κυνηγήσει.»

Πήγαινα από μοναστήρι σε μοναστήρι, από χωριό σε χωριό, από ερημιά σε ερημιά και ζητούσα το Θεό· δεν παντρεύτηκα, δεν έκαμα παιδιά, γιατί ζητούσα το Θεό· κρατούσα μια φέτα ψωμί στο χέρι μου και μια φούχτα ελιές, πεινούσα και ξεχνούσα να φάω, γιατί ζητούσα το Θεό.

Μάλλιασε η γλώσσα μου να ρωτάει, πρήστηκαν τα πόδια μου να περπατώ, βαριέστησα να χτυπώ πόρτες και ν' απλώνω το χέρι: να ζητιανεύω στην αρχή το ψωμί, κι ύστερα ένα λόγο καλό, κι ύστερα τη σωτηρία. Όλοι γελούσαν, μ’ έκραζαν αλαφροΐσκιωτο, μ' έδιωχναν, μ’ έσπρωχναν, είχα φτάσει πια στον γκρεμό, άρχισα να βλαστημώ, κουράστηκα… Άνθρωπος είμαι, μαθές, κουράστηκα να περπατώ, να πεινώ, να κρυώνω, να χτυπώ τον ουρανό και να μη μου ανοίγει. Και τότε, στην άκρα απελπισία, μνα νύχτα, με πήρε ο Θεός από το χέρι, σε πήρε και σένα ο Θεός από το χέρι, πάτερ Φραγκίσκο, και σμίξαμε.

Και τώρα κάθουμαι, βλέπω από το παραθυράκι του κελιού μου τ' ανοιξιάτικα σύννεφα, και κάτω, στο περιαύλι του μοναστηρίου, προσχαμήλωσε ο ουρανός, ψιλοβρέχει, μυρίζει η γης· οι λεμονιές στα περιβόλια άνθισαν, μακριά ένας κούκος λάλησε· γελούν όλα τα φύλλα, γίνηκε ο Θεός βροχή και βρέχει στον κόσμο. Τι γλύκα είναι ετούτη, Θεέ μου, τι ευτυχία! Πώς συνταιριάζουν και γίνουνται ένα η γης, η βροχή κι η μυρωδιά της κοπριάς και της λεμονιάς με την καρδιά του ανθρώπου! Αλήθεια, χώμα ο άνθρωπος, γι’ αυτό και τόσο χαίρεται, σαν το χώμα, την ήσυχη χαϊδευτικιά βροχούλα την άνοιξη. Βρέχεται η καρδιά μου, ραγίζει, πετάει φύτρο και προβαίνεις, πάτερ Φραγκίσκο.

Πάτερ Φραγκίσκο, όλα τα μέσα μου χώματα άνθισαν, ανεβαίνουν οι θύμησες, γυρίζει πίσω τον τροχό του ο καιρός, και να τις, ανασταίνουνται οι άγιες ώρες που οδοιπορούσαμε μαζί απάνω στη φλούδα της γης, εσύ μπροστά κι εγώ πατώντας με τρόμο τ' αχνάρια σου. Θυμάσαι που πρωτοσμίξαμε; Νύχτα ήταν, μεγάλο αυγουστιάτικο φεγγάρι, πεινούσα κι έμπαινα τρεκλίζοντας στην ξακουσμένη Ασίζη.

Πολλές φορές, δοξάζω το Θεό, την είχα χαρεί την αρχόντισσα πολιτεία· μα απόψε ήταν άλλο πράμα η Ασίζη, αγνώριστη· τι ήταν το θάμα ετούτο, πού βρίσκουμουν; Τα σπίτια, οι εκκλησιές, οι πύργοι, το κάστρο έπλεχαν σ' ένα κάτασπρο πέλαγο, κάτω από ένα μενεξεδένιον ουρανό, ανάερα. Την ώρα που έμπαινα, δειλινό, από την καινούρια καστρόπορτα του Άι-Πέτρου, το φεγγάρι καταστρόγγυλο, κατακόκκινο, πραγό σαν ήλιος αγαθός, ανάτελνε και χύνουνταν καταρράχτης γαληνός από το κάστρο αψηλά, από τη Ρόκα, στις στέγες των σπιτιών και στα καμπαναριά, πλημμύριζε τα στενορύμια κι έτρεχαν σα ρυάκια, ξεχείλιζε τους λάκκους με γάλα, και τα πρόσωπα των ανθρώπων έλαμπαν, σα να συλλογίζουνταν το Θεό. Στάθηκα συνεπαρμένος· ετούτη είναι η Ασίζη, έλεγα κι έκανα το σταυρό μου, σπίτια είναι ετούτα κι άνθρωποι και καμπαναριά, για μπας και μπήκα ζωντανός στην Παράδεισο; Άπλωσα τα χέρια μου και γέμισαν οι φούχτες μου φεγγάρι· ένα φεγγάρι πηχτό, γλυκό, σα μέλι· ένιωσα στα χείλια μου, στα μελίγγια μου, να τρέχει η χάρη του Θεού. Και τότε κατάλαβα· έσυρα φωνή· κάποιος άγιος θα πέρασε από δω χωρίς άλλο· νιώθω τη μυρωδιά του στον αέρα!

Τσαλαβουτούσα στο φεγγάρι, ανέβαινα τα στριφτά δρομάκια, έφτασα στην πλατεία του Άι-Γιώργη· κόσμος πολύς, Σαββατόβραδο απόψε, φωνές βραχνές, τραγούδια, μαντολίνα, μεθυστικιά μυρωδιά από ψάρια που τηγάνιζαν, από σουβλάκια στη θράκα κι από τριαντάφυλλο και γιασεμί- η πείνα μου θέριεψε· ζύγωσα μιαν παρέα.

— Ε χριστιανοί, ποιος εδώ, στην ξακουσμένη Ασίζη, μπορεί να μου κάμει ελεημοσύνη; Να φάω, να κοιμηθώ, και το πρωί να φύγω;

Με κοίταξαν από κορφής ως τα πόδια, γέλασαν.

— Ποιος είσαι, ομορφονιέ; μου αποκρίθηκαν χαχαρίζοντας· για ζύγωσε να σε καμαρώσουμε.

— Μπορεί και να 'μαι ο Χριστός, αποκρίθηκα για να τους τρομάξω- έτσι παρουσιάζεται καμιά φορά στον κόσμο, σα ζητιάνος.

— Το καλό που σου θέλω, κακομοίρη μου, είπε ένας, μην το ξαναπείς- μη μας χαλνάς το γλέντι· άιντε, τράβα, μη σηκωθούμε, όλοι εμείς εδώ, να σε σταυρώσουμε.

Γέλασαν πάλι· ένας τότε, ο πιο νιούτσικος, με λυπήθηκε.

— Ο Φραγκίσκος του Πέτρου Μπερναρντόνε, ο Τρυποχέρης, αυτός θα σ' ελεήσει· τυχερός είσαι· · χτες γύρισε, σα βρεμένη γάτα, από το Σπολέτο· σύρε να τον βρεις.

Κι ένας μαντράχαλος πετάχτηκε τότε, ποντικομούρης, κιτρινιάρης, τον έλεγαν Σαμπατίνο· σμίξαμε, ύστερα από λίγα χρόνια, όταν έγινε κι αυτός μαθητής του Φραγκίσκου κι οδεύαμε μαζί τις στράτες του κόσμου ξυπόλυτοι- απόψε, γρικώντας τ' όνομα του Φραγκίσκου, χιχίρισε με κάκητα:

— Πήγε, λέει, με χρυσήν άρματα και φτερά στο Σπολέτο να πολεμήσει, ν' αντραγαθήσει, να τον χειροτονήσουν ιππότη, κι ύστερα να γυρίσει εδώ να μας κάνει τον κόκορα· μα ξέρει ο Θεός τι κάνει· του 'δωκε μιαν κατακέφαλα και γύρισε πίσω σα μαδημένο πετεινάρι.

Πετάχτηκε απάνω, χτύπησε τα παλαμάκια.

— Του βγάλαμε και τραγούδι, είπε χαχαρίζοντας, ομπρός, παιδιά, όλοι μαζί!

Κι ολομεμιάς άρχισαν όλοι, ξελαρυγγισμένοι, να τραγουδούν και να κρουν τα παλαμάκια:

 

Πήγε στο Σπολέτο, αλί!

Πήγε στο Σπολέτο για μαλλί

και βγήκε κουρεμένος!

 

Κοίταζα τους μεζέδες και το κρασί, μου 'ρθε λιγοθυμνά, ακούμπησα στον παραστάτη της πόρτας.

— Και πού είναι ο Φραγκίσκος αυτός, ο Τρυποχέρης, ο Θεός να τον έχει καλά, είπα ξεπνεμένος, πού 'ναι, να πέσω στα πόδια του;

— Τράβα στην απάνω γειτονιά, μοβ ορμήνεψε ο νιούτσικος, κάτω από ένα παραθύρι θα τον βρεις, να τραγουδάει στην κυρά του.

Πήρα δρόμο· ανεβοκατέβαινα τα στενά σοκάκια, η πείνα με θέριζε· έβλεπα τον καπνό από τις καμινάδες, μαγέρευαν οι γνωστικοί άνθρωποι, οσμίζουμουν τις μυρωδιές· τα σωθικά μου είχαν κρεμαστεί σα σταφύλια φαγωμένα από τα πουλιά και τα ποντίκια. Δε βάσταξα πια, άρχισα να βλαστημώ: «'Ε και να μη ζητούσα το Θεό, μουρμούριζα αγριεμένος, ε και να μη ζητούσα το Θεό, τι χουζούρι, τι ευτυχία! Θα 'τρωγα μεγάλες φέτες άσπρο ψωμί και γουρουνάκι του φούρνου, που μοϋ αρέσει, η λαγό να πλέει στο λάδι, με κρομμυδάκια, με δάφνη και κύμινο-και θα κατέβαζα, να δροσερέψει το άντερο μου, ένα σταμνί μαύρο κρασί της Ούμπριας. Κι ύστερα θα πήγαινα σε καμιά χήρα να με ζεστάνει· έχω ακουστά, δεν υπάρχει πιο γλυκιά ζεστασιά από της χήρας· τι 'ναι το μαγκάλι μπροστά της; Μα τι να σου κάμω, που ζητώ το Θεό!»

Περπατούσα γρήγορα γρήγορα, να ζεσταθώ, πήρα φόρα, έτρεχα να γλιτώσω από τους πειρασμούς, από τις μυρωδιές κι από τις χήρες, ν' ανασάνω καθαρόν αέρα· έφτασα αψηλά στο κάστρο, στη φουμισμένη Ρόκα· γκρεμισμένα τα περήφανα μουράγια, κάρβουνο οι πόρτες, δυο ραγισμένοι πύργοι μονάχα απόμεναν, είχαν κιόλας ανέβει τ' αγριόχορτα και ξεμασκάλιζαν τις πέτρες· πριν από λίγα χρόνια είχε σηκώσει κεφάλι ο λαός, δεν μπορούσε πια να βαστάξει τους αρχόντους του και χίμηξε και τους γκρέμισε τη γερακοφωλιά. Ήθελα να κάμω ένα γύρο, να χαρώ τις συφορές τους, παράφαγαν, παράπιαν, ήρθε η σειρά μας! μα αγέρας φυσούσε τσουχτερός, κρύωνα· κατέβηκα τρεχάτος· τα λυχνάρια στα σπίτια είχαν σβήσει, ροχάλιζε ο κόσμος· έφαε καλά, ήπιε καλά, και τώρα ροχάλιζε· είχαν βρει οι φρόνιμοι ετούτοι νοικοκυραίοι απάνω στη γης το Θεό που ζητούσαν, όπως τον ζητούσαν, του μπογιού τους, με παιδιά, με γυναίκες, με καλοπέραση — κι εγώ, ο αλαφροΐσκιωτος, γύριζα τις στράτες της Ασίζης και χτυπούσα τον ουρανό, ξυπόλυτος, πεινασμένος, τουρτουρίζοντας, και πότε βλαστημούσα, πότε το 'ριχνα στο Κύριε ελέησον! για να ζεσταθώ. Όπου κατά τα μεσάνυχτα, εκεί κοντά στην εκκλησιά της Επισκοπής, ακούω κιθάρες και λαγούτα, νέοι θα 'καναν καντάδα στις αγαπητικές τους, ένας τραγουδούσε. Ζύγωσα νυχοπατώντας, κρύφτηκα κάτω από μια πόρτα, κόλλησα στον τοίχο· απόξω από το αρχοντικό του κόντε Σκίφη πέντ' έξι τζόβενα με κιθάρες και λαγούτα· κι ένας κοντούτσικος, μ' ένα μακρύ φτερό στο καπέλο, με το λαιμδ τεντωμένο, τα μάτια καρφωμένα σ' ένα καφασωτό παραθύρι, σταυρό τα χέρια, τραγουδούσε· κι όλοι γύρα, συνεπαρμένοι, συντρόφευαν τη φωνή του με τις κιθάρες και τα λαγούτα… Τι φωνή ήταν εκείνη, Θεέ μου, τι γλύκα, τι πάθος και παρακάλεση και προσταγή! Δε θυμούμαι το τραγούδι να το καταγράψω εδώ, ν’ απομείνει στον αιώνα, μα θυμούμαι καλά πως μιλούσε για μιαν άσπρη περιστέρα, κι ένα γεράκι, λέει, την κυνηγούσε, κι ο νέος φώναζε της περιστέρας να 'ρθει, να βρει καταφύγι στον κόρφο του… Τραγουδούσε σιγά, ήσυχα, λες και φοβόταν μην ξυπνήσει την κοπέλα, που θα κοιμόταν πίσω από το καφασωτό παραθύρι· θαρρείς και τραγουδούσε όχι στο κορμί που κοιμόταν παρά στην ψυχή της που αγρυπνούσε… Κι εγώ ταράχτηκα, τα δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου· πού την είχα ακούσει τη φωνή ετούτη; τη γλύκα, το παρακάλιο, την προσταγή; Πότε και πού είχα ξανακούσει το κάλεσμα ετούτο, την περιστέρα που τιτύβιζε όλο τρόμο και το γεράκι που στρήνιαζε και την κυνηγούσε, και τη γλυκιά φωνή, μακριά πολύ, της σωτηρίας; Κουνήθηκαν οι νέοι να φύγουν, κρέμασαν τις κιθάρες και τα λαγούτα στους ώμους.

— Ε Φραγκίσκο, φώναξαν στον τραγουδιστή, τι κοντοστέκεσαι, πάμε! Μήτε απόψε η αρχοντοπούλα σου δε θ' ανοίξει το παραθύρι να σου πετάξει το τριαντάφυλλο!

Γέλασαν· μα ο τραγουδιστής δεν έδωκε απόκριση, προχώρησε πρώτος να στρίψει τη γωνιά, να κατέβει στην πλατεία, όπου ακούγουνταν ακόμα να τραγουδούν οι ταβέρνες ανοιχτές· και τότε εγώ χύθηκα μπροστά του· φοβήθηκα μην τον χάσω — περιστέρα, το 'νιωσα ξαφνικά, ήταν η ψυχή μου, και το γεράκι ο Σατανάς, και τούτος ο νέος ήταν ο κόρφος να μπω, να βρω καταφύγι· έβγαλα τον χιλιοτρυπημένο μαντύα μου και του τον έστρωσα να πατήσει· οσμίζουμουν μια μυρωδιά να βγαίνει άπ' όλο του το κορμί, σα μέλι, σαν κερί, σαν τριαντάφυλλο· κατάλαβα, ήταν η μυρωδιά της αγιοσύνης· όταν ανοίξεις μιαν ασημένια λειψανοθήκη, έτσι μυρίζουν τα κόκαλα του αγίου.

Στράφηκε,  με κοίταξε, χαμογέλασε.

— Γιατί; μου 'πε σιγά.

— Δεν ξέρω, αρχοντόπουλο μου· πως θες να ξέρω; μονάχος του έφυγε ο μαντύας από την πλάτη μου κι απλώθηκε χάμω να πατήσεις.

Το χαμόγελο του έσβησε· κοντοστάθηκε.

— Είδες στον αγέρα, έσκυψε και με ρώτησε ταραγμένος, είδες στον αγέρα κανένα σημάδι;

— Δεν ξέρω, αρχοντόπουλο μου· όλα είναι σημάδια: η πείνα μου, το φεγγάρι, η φωνή σου· μη με ρωτάς, θα βάλω τα κλάματα.

— Όλα είναι σημάδια, μουρμούρισε και κοίταξε γύρα ανήσυχος.

Άπλωσε το χέρι του, τα χοντρά χείλια του κουνήθηκαν σα να 'θελε να με ρωτήσει και δεν το 'παιρνε απόφαση. Μέσα στο πολύ φεγγάρι το πρόσωπό του είχε λιώσει· τα χέρια του είχαν γίνει διάφανα. Έκαμε ένα βήμα, με ζύγωσε· έσκυψα ν' ακούσω τι θα πει κι ένιωσα την κρασωμένη αναπνοή του στο πρόσωπό μου.

— Τίποτα… είπε θυμωμένος· μη με κοιτάζεις έτσι, δεν έχω να σου πω τίποτα!

Γόργωσε το βήμα:

— Έλα μαζί μου, είπε.

Έτρεχα ξοπίσω του μέσα στο φεγγαρόφωτο, τον κοίταζα: ντυμένος στο μετάξι, με κόκκινο μακρύ φτερό στο βελουδένιο του σκούφο, μ' ένα γαρούφαλλο στο αυτί του. «Ετούτος δε ζητάει το Θεό, είπα με το νου μου, βούλιαξε η ψυχή του στη σάρκα.»

Και μονομιάς η ψυχή μου τον πόνεσε· άπλωσα το χέρι, τον άγγιξα στον αγκώνα.

— Αρχοντόπουλο μου, είπα, να με συμπαθάς· ένα ήθελα να σε ρωτήσω, ετούτο: τρως, πίνεις, είσαι ντυμένος στο μετάξι, τραγουδάς κάτω από τα παραθύρια, γλέντι η ζωή σου· τίποτα λοιπόν δε σου λείπει;

Ο νέος στράφηκε απότομα, αναμέρισε βίαια το μπράτσο, να μην τον αγγίξω.

— Τίποτα δε μου λείπει, αποκρίθηκε πεισματωμένος· γιατί με ρωτάς; Δε θέλω να με ρωτούν.

Έδεσα κόμπο την καρδιά μου.

— Γιατί σε λυπούμαι, αρχοντόπουλο μου, του αποκρίθηκα. Ο νέος, να το ακούσει, τίναξε με αλαζονεία το κεφάλι:

— Εμένα; είπε, εσύ;! και γέλασε.

Μα σε λίγο, χαμηλώνοντας τη φωνή του:

— Γιατί με λυπάσαι, γιατί; ρώτησε λαχανιασμένος. Δεν αποκρίθηκα.

— Γιατί; ξαναρώτησε. Έσκυψε, με κοίταξε στα μάτια.

— Ποιος είσαι, ντυμένος σα ζητιάνος; ποιος; Ποιος σ' έπεψε να με βρεις, εδώ στους δρόμους της Ασίζης, τα μεσάνυχτα;

Αγρίεψε:

Μολόγα την αλήθεια! κάποιος σε στέλνει, ποιος;

Και μην παίρνοντας απόκριση:

— Τίποτα δε μου λείπει! έκαμε χτυπώντας το πόδι του στη γης, δε θέλω να με λυπούνται· θέλω να με ζηλεύουν. Ναι, ναι, τίποτα δε μου λείπει!

— Τίποτα; έκαμα, μήτε ο ουρανός;

Έσκυψε το κεφάλι, σώπασε· και σε λίγο:

— Πολύ αψηλά 'ναι ο ουρανός, δεν τον φτάνω- καλή 'ναι η γης, περίκαλη, κοντά μου!

— Δεν υπάρχει πράμα πιο κοντά μας από τον ουρανό· η γης είναι κάτω από τα πόδια μας και την πατούμε· ο ουρανός είναι μέσα μας.

Το φεγγάρι είχε αρχίσει να χαμηλώνει, λίγα άστρα στον ουρανό· ανάρια ακούγουνταν οι καντάδες, όλο πάθος, από τις αλαργινές γειτονιές- ήταν γεμάτος ο νυχτερινός ετούτος καλοκαιριάτικος αέρας μυρωδιές κι έρωτα. Κάτω η πλατεία βούιζε.

— Ο ουρανός είναι μέσα μας, αρχοντόπουλο μου, ξανάπα εγώ.

— Πώς το ξέρεις; με ρώτησε και με κοίταξε αλαφιασμένος.

Πείνασα, δίψασα, πόνεσα — το 'μαθα.

Με πήρε από το μπράτσο:

— Πάμε σπίτι· θα σου στρώσω τραπέζι, να φας, θα σου στρώσω κλινάρι, να κοιμηθείς· μα για τον ουρανό μη μου μιλάς, μπορεί να 'ναι μέσα σου, δεν είναι μέσα μου.

Το μάτι του έλαμψε αγκουσεμένο, η φωνή του είχε βραχνιάσει.

Κατεβήκαμε στην αγορά· ούρλιαζαν ακόμα οι ταβέρνες, σ' ίνα χαμόσπιτο ένα κόκκινο φαναράκι άναβε, νέοι μεθυσμένοι μπαινόβγαιναν. Από τα χωριά άρχισαν να καταφτάνουν τα γαϊδουράκια, φορτωμένα λαχανικά και φρούτα· δυο σαλτιμπάγκοι κάρφωναν στύλους και τέντωναν το σκοινί· άλλοι έστηναν τραπέζια κι αράδιαζαν μπουκάλες κρασί, ρακή, ρούμι· συντάζουνταν κιόλα για το αυριανό παζάρι της Κυριακής.

Δυο μεθυσμένοι ξέκριναν μέσα στο φεγγαρόφωτο το Φραγκίσκο και τους πήρε κρυφά το γέλιο· κι ο ένας ξεκρέμασε την κιθάρα από τον ώμο κι άρχισε να τραγουδάει, κοιτάζοντας περγελαχτά το Φραγκίσκο:

Πολλά ψηλά τη χτίζεις τη φωλιά και θα σου σπάσει ο κλώνος και θα σου φύγει το πουλί και θα σου μείνει ο πόνος.

Με σκυφτό κεφάλι ο Φραγκίσκος αφουκράζουνταν ακίνητος.

— Έχει δίκιο… μουρμούρισε, έχει δίκιο…

Πρεπό ήταν να μη μιλήσω· μα εγώ 'μαι χωριαταράς, άνοιξα το στόμα:

— Ποιο πουλί; ρώτησα.

Ο Φραγκίσκος στράφηκε και με κοίταξε· τόσο πόνο είχε η ματιά του, που δε βάσταξα, άρπαξα το χέρι του και το φίλησα.

— Συχώρεσε με! του 'πα.

Το πρόσωπο του γλύκανε.

Ποιο πουλί; μουρμούρισε, μπας και ξέρω;

Αναστέναξε βαθιά:

Δεν ξέρω, βόγκηξε, δεν ξέρω! μη με ρωτάς! Έλα! Με άρπαξε σφιχτά από το χέρι, σα να φοβόταν μην του φύγω.

 

Μα εγώ, πού να φύγω; πού να πάω; Από τότε πια δεν έφυγα από κοντά του. Μπας κι ήσουν εσύ, πάτερ Φραγκίσκο, αυτό που χρόνια και χρόνια ζητοϋσα; Μπας και γι* αυτό γεννήθηκα, να σε ακολουθώ και να σε ακούω; Αυτιά είχα, στόμα δεν είχα, και σε άκουγα· ό,τι δεν είπες σε κανένα, έμενα το 'πες. Μ' έπαιρνες από το χέρι, μπαίναμε στα δάση, σκαρφαλώναμε στα βουνά και μιλούσες.

— Αν δεν ήσουν εσύ μαζί μου, φράτε Λεόνε, μου 'λεγες, θα τα 'λεγα σε μιαν πέτρα, σ' ένα μερμήγκι, σ’ ένα φυλλαράκι ελιάς· γιατί η καρδιά μου ξεχειλίζει, κι αν δεν ανοίξει να χυθεί, μπορεί να γίνει χίλια κομμάτια.

Κι έτσι ξέρω για σένα όσα κανένας δεν ξέρει· έκαμες πολύ περισσότερες αμαρτίες άπ' ό,τι ο κόσμος ΘαρρεΓ έκαμες πολύ περισσότερα θάματα άπ' ό,τι ο κόσμος πιστεύει. Για ν’ ανέβεις στον ουρανό, πήρες φόρα από τον πάτο της Κόλασης.

— Όσο από πιο χαμηλά παίρνεις φόρα, μου 'λεγες συχνά, τόσο πιο αψηλά μπορείς να φτάσεις· η μεγαλύτερη αξία του αγωνιζόμενου χριστιανού δεν είναι η αρετή του· είναι ο αγώνας του να μετουσιώσει την αδιαντροπιά, την ατιμία, την απιστία, την κάκητα μέσα του και να τα κάμει αρετή. Μια μέρα, ο πιο ένδοξος αρχάγγελος που θα στέκεται πλάι στο Θεό, δε θα 'ναι μήτε ο Μιχαήλ, μήτε ο Γαβριήλ, μήτε ο Ραφαήλ· θα ‘ναι ο Εωσφόρος, όταν πια θα 'χει μετουσιώσει το φοβερό σκοτάδι του σε φως.

Κι εγώ, με το στόμα ανοιχτό, σε άκουγα· τι γλυκά λόγια είναι ετούτα, συλλογίζουμουν, μπορεί το λοιπόν η αμαρτία να γίνει κι αύτη ένα μονοπάτι που να μας πηγαίνει στο Θεό; μπορεί κι ο αμαρτωλός να ελπίζει σωτηρία;

Και τον έρωτά σου για την Κλάρα, την κόρη του άρχοντα Φαβορίνου Σκίφη, εγώ μονάχα τον ξέρω· οι άνθρωποι θαρρούν, γιατί 'ναι φοβητσάρηδες, πως αγαπούσες μονάχα την ψυχή της· μα εσύ, πρωτύτερα άπ' όλα, αγάπησες το κορμί της· από κει κίνησες και πήρες απίδρομο· ύστερα από αγώνα και παγίδες του πειρασμού και βοήθεια του Θεού, έφτασες στην ψυχή της· και την αγάπησες την ψυχή αυτή, όμως χωρίς ν' απαρνηθείς το κορμί της και χωρίς ποτέ να το αγγίξεις. Κι όχι μονάχα δε σου στάθηκε εμπόδιο ο έρωτας αυτός ο σαρκικός για την Κλάρα, παρά και σε βοήθησε πολύ να φτάσεις το Θεό· γιατί ο έρωτας αυτός σού ξεσκέπασε το μεγάλο μυστικό: με ποιον τρόπο, με ποιον αγώνα γίνεται η σάρκα πνέμα. Μια 'ναι η αγάπη, η ίδια, για την γυναίκα, για το γιο, για τη μάνα, για την πατρίδα, για την ιδέα, για το Θεό· και στο πιο χαμηλό σκαλοπάτι της αγάπης να νικήσεις, ανοίγεις το δρόμο που σε πάει στο Θεό. Πολέμησες το λοιπόν τη σάρκα, την έριξες ανήλεα κάτω, τη ζύμωσες με το αίμα σου και με τα δάκρυα, κι ύστερα από πολύχρονο φοβερόν αγώνα την έκαμες πνέμα. Αυτό, το ίδιο, δεν έκαμες και με τις αρετές σου όλες και με τις κακίες σου όλες; Σάρκα κι αυτές, Κλάρα κι αυτές, και κλαίγοντας, γελώντας, σπαράζοντας, τις έκαμες πνέμα. Αυτός είναι ο δρόμος, αυτός, άλλον δεν έχει· και πήγαινες μπροστά, κι εγώ αγκομαχώντας σε ακολουθούσα.

Μια μέρα που σ' έβλεπα ν' ανασηκώνεσαι μουγκρίζοντας από τις αιματωμένες πέτρες, κι ήσουν όλος μια πληγή, σε λυπήθηκε η ψυχή μου· έτρεξα, σου 'πιασα τα γόνατα.

—Αδερφέ Φραγκίσκο, σου φώναξα, γιατί το τυραννάς τόσο το κορμί σου; Πλάσμα του Θεού κι αυτό, και θέλει σέβας· δεν το λυπάσαι το αίμα σου που χύνεται;

Και συ κούνησες το κεφάλι:

Σήμερα, φράτε Λεόνε, μου αποκρίθηκες, σήμερα, έτσι που κατάντησε ο κόσμος, όποιος είναι ενάρετος πρέπει να 'ναι ενάρετος ίσαμε την αγιοσύνη, πιο πέρα από την αγιοσύνη· όποιος είναι αμαρτωλός, πρέπει να 'ναι αμαρτωλός ίσαμε το χτήνος, πιο πέρα από το χτήνος· ο ίσιος δρόμος, σήμερα, χάθηκε.

Και μιαν άλλη φορά που, απελπισμένος, κοίταζες τη γης κι ήθελε να σε φάει, τον ουρανό και δε σε βοηθούσε, στράφηκες πάλι και μου 'πες, κι εγώ ανατρίχιασα να το ακούσω:

— Φράτε Λεόνε, άκου- θα σου πω ένα λόγο βαρύ· αν δεν μπορείς να τον βαστάξεις, αρνί του Θεού, ξέχασέ τον· ακούς;

— Ακούω, πάτερ Φραγκίσκο, αποκρίθηκα κι είχα αρχίσει κιόλα να τρέμω.

Και τότε απίθωσες το χέρι σου στον ώμο μου, σα να 'θελες να με στερεώσεις, να μην πέσω:

— Φράτε Λεόνε, άγιος θα πει αυτός που απαρνήθηκε όλα τα επίγεια — κι όλα τα ουράνια.

Μα ως ξεστόμισες τον ανόσιο ετούτο λόγο, τρόμαξες· έσκυψες, άρπαξες μιαν μπουκιά χώμα, έφραξες το στόμα σου· έβαλες το δάχτυλο στα χείλια σου και με κοίταξες με φρίκη· και σε λίγο:

— Τι είπα; είπα τίποτα; Σώπα! Και ξέσπασες σε θρήνο.

 

Όλα σου τα λόγια, κάθε βράδυ, κάτω από το φως του λυχναριού, τα σημάδευα ένα ένα, τα στερέωνα, να μη χαθούν όλα σου τα έργα. Μπορεί, έλεγα, ένας σου λόγος να σώσει μιαν ψυχή· αν δεν τον καταγράψω κι αν δεν τον φανερώσω στους ανθρώπους, η ψυχή αυτή δε θα σωθεί, και θα φταίω εγώ.

Πολλές φορές ως τώρα είχα πάρει το φτερό να γράψω, μα γρήγορα το παρατούσα, μ' έπιανε φόβος: Πολύ τα φοβούμαι, ο Θεός ας με συχωρέσει, πολύ τα φοβούμαι τα γράμματα της Αλφαβήτας· πονηρά, ξετσίπωτα δαιμόνια, επικίντυνα· ανοίγεις το καλαμάρι, τα ξαπολύνεις, κι αυτά παίρνουν δρόμο — και πια που να τα κάμεις ζάφτι! Ζωντανεύουν, σμίγουν, χωρίζουν, δεν ακούν την προσταγή σου, ορδινιάζουνται, μαύρα, με ουρές και με κέρατα, απάνω στο χαρτί, του κάκου τα φωνάζεις και τα παρακαλείς, κάνουν του κεφαλιού τους. Χοροπηδούν και ζευγαρώνουν μπροστά σου αδιάντροπα και φανερώνουν με μπαμπεσιά ό,τι δεν ήθελες να μολοήσεις κι αρνιούνται να πουν ό,τι βαθιά από το σπλάχνο σου μάχεται να βγει και να μιλήσει στους ανθρώπους.

Όμως την περασμένη Κυριακή, γυρίζοντας από την εκκλησιά, ξεθαρρεύτηκα· ο Θεός δεν τα στρίμωξε τα δαιμονικά ετούτα, συλλογίστηκα, θένε δε θένε, κι έγραψαν το Βαγγέλιο; Κουράγιο, το λοιπόν, ψυχή μου, μην τα φοβάσαι· πιάσε το φτερό και γράφε! Μα ευτύς λιγοκάρδισα και πάλι· αυτοί που 'γραψαν το Βαγγέλιο ήταν μαθές άγιοι απόστολοι, ο ένας είχε τον άγγελο, ο άλλος το λιοντάρι, ο άλλος το βόδι κι ο τέταρτος τον αϊτό, και τους υπαγόρευαν κι έγραφαν μα εγώ;

Κι έτσι, αναποφάσιστος, κουβαλούσα, χρόνια πολλά, απάνω σε δερμάτια, σε αποκόμματα χαρτιά, σε φλούδες δέντρα, γραμμένα πιστά, ένα ένα, τα λόγια σου. Κι έλεγα: πότε να γεράσω, να κατασταλάξω σε μοναστήρι, να μην μπορώ πια να περπατώ, και μέσα στη γαλήνη του κελιού να μου δώσει ο Θεός τη δύναμη ν' αραδιάσω στο χαρτί, σα συναξάρι, τα λόγια σου και τα έργα σου, πάτερ Φραγκίσκο, για τη σωτηρία του κόσμου!

Βιάζουμουν γιατί ένιωθα, τα λόγια τινάζουνταν στα δερμάτια, στα χαρτιά, στις φλούδες των δέντρων, ζωντάνευαν, πλαντούσαν, σήκωναν κεφάλι, ήθελαν να φύγουν. Κι ο Φραγκίσκος, τον ένιωθα κι αυτόν να τριγυρνάει άστεγος, ξεπνεμένος, το μοναστήρι μου, ν' απλώνει το χέρι σα ζητιάνος, να τρυπώνει στην αυλή, κανένας δεν τον έβλεπε, μονάχα εγώ, και να μπαίνει στο κελί μου. Προχτές ακόμα, δειλινό, φυσούσε βοριάς, έκανε κρύο, είχα ανάψει το πήλινο μαγκαλάκι μου, ο άγιος ηγούμενος μου 'χε δώσει την άδεια, γιατί γέρασα, ν' ανάβω λίγη φωτιά στο κελί μου, δεν αντέχω. Ήμουν σκυμμένος και διάβαζα, σε μιαν παλιά περγαμηνή, τους βίους των αγίων τα θάματα με είχαν κυκλώσει και με άγλειφαν σα φλόγες· δε βρίσκουμουν πια πάνω στη γη, κρέμουμουν στον αέρα· όπου ένιωσα πίσω μου κάποιον στράφηκα κι είδα, σκυμμένο στο μαγκάλι, το Φραγκίσκο.

Τινάχτηκα απάνω.

— Πάτερ Φραγκίσκο, φώναξα, παράτησες την Παράδεισο;

— Κρυώνω, αποκρίθηκε, κρυώνω, πεινώ, δεν έχω που να γείρω το κεφάλι.

Είχα μέλι και ψωμί, πετάχτηκα, τα πήρα να του τα δώσω να φάει, να μην πεινάει· στράφηκα, μα δεν είδα κανένα.

Ήταν σημάδι από το Θεό, μήνυμα φανερό, γυρίζει άστεγος ο Φραγκίσκος στη γης, χτίσε του σπίτι! Μα πάλι με συνεπήρε ο φόβος· ώρα πολλή πάλευα μέσα μου, κουράστηκα· ακούμπησα το κεφάλι απάνω στην περγαμηνή, με πήρε ο ύπνος κι είδα όνειρο· ήμουν ξαπλωμένος, λέει, κάτω από ένα δέντρο ανθισμένο, φυσούσε ο Θεός, σαν αγεράκι μυρωδάτο, απάνω μου· ετούτο ήταν το δέντρο της Παράδεισος κι είχε ανθίσει!   Κι άξαφνα, εκεί που κοίταζα, ανάμεσα από τ' ανθισμένα κλώνια, τον ουρανό, ήρθαν και κάθισαν απάνω στο κάθε κλαρί κι ένα πουλί μικρό μικρό, σαν ένα γράμμα της Αλφαβήτας, κι άρχισε να κελαηδάει· στην αρχή ένα ένα, μοναχικό, υστέρα δυο μαζί, υστέρα τρία, πηδούσαν από κλαρί σε κλαρί, έσμιγαν συδυό, συντρία, συμπέντε, και κελαηδούσαν, συνεπαρμένα, όλα μαζί. Ένα τραγούδι είχε γίνει πια το δέντρο, γλυκό, γεμάτο πάθος κι έρωτα και θλίψη μεγάλη. Και σα να 'μουνα, λέει, βουλιαγμένος τώρα, σταυρό τα χέρια, βαθιά στο ανοιξιάτικο χώμα, και το ανθισμένο ετούτο δέντρο έβγαινε μέσα από τα σπλάχνα μου, έπιαναν οι ρίζες του όλο μου το κορμί και το βύζαιναν· κι οι χαρές κι οι πίκρες της ζωής μου όλες είχαν γίνει πουλιά και κελαηδούσαν.

Ξύπνησα, ένιωθα ακόμα το κελαηδητό μέσα στα σωθικά μου, φυσούσε ακόμα από πάνω μου ο Θεός.

Είχα κοιμηθεί αλάκερη τη νύχτα απάνω στην περγαμηνή, ξημέρωνε. Σηκώθηκα, πλύθηκα, άλλαξα κι έβαλα ρούχα καθαρά, το σήμαντρο του όρθρου χτυπούσε, έκαμα το σταυρό μου, κατέβηκα στην εκκλησιά. Κόλλησα το μέτωπο μου, το στόμα μου, το στήθος στις πλάκες, μετάλαβα, τέλεψε η λειτουργία· δε μίλησα κανενούς, για να κρατήσω αμόλευτη την ανάσα μου, γύρισα τρεχαπετάμενος στο κελί μου· πετούσα· άγγελοι με ανεβάσταζαν, δεν τους έβλεπα μα άκουγα δεξόζερβά μου το θρο από τις φτερούγες τους· πήρα το φτερό, έκαμα το σταυρό μου — κι άρχισα να γράφω το Βίο και την Πολιτεία σου, πάτερ Φραγκίσκο.

Ο Θεός βοηθός!

 

II

 

Ορκίζουμαι να πω την αλήθεια βοήθα Κύριε, τη μνήμη μου, φώτισε, Κύριε, το μυαλό μου, μη με αφήσεις να ξεστομίσω λόγο περίσσιο· σηκωθείτε, βουνά και κάμποι της Ούμπριας, μαρτυρήστε! Πέτρες που σας ράντισε το μαρτυρικό το αίμα του, σκονισμένοι, καταλασπωμένοι δρόμοι της Ιταλίας, μαύρες σπηλιές, χιονοσκέπαστες κορφές, καράβι που τον πήγες στην άγρια Ανατολή, λεπροί και λύκοι και ληστές, και σεις, πουλιά, που ακούσατε το κήρυγμα του, σηκωθείτε· ο φράτε Λεόνε σάς έχει ανάγκη, έλατε, σταθείτε δεξά και ζερβά μου, βοηθάτε με να πω την αλήθεια, την πάσα αλήθεια, από αυτό κρέμεται η σωτηρία της ψυχής μου.

Τρέμω, γιατί πολλές φορές δεν μπορώ να ξεχωρίσω ποια η αλήθεια και ποια η ψευτιά. Τρέχει στο νου μου σαν το νερό ο Φραγκίσκος, αλλάζει πρόσωπα, δεν μπορώ να τον στερεώσω· ήταν κοντός, ήταν θεόρατος; δεν μπορώ να βάλω το χέρι μου στην καρδιά και να πω με σιγουράδα. Πολλές φορές μου φάνταζε χαμαδός και φτωχομούρης, πετσί και κόκαλο, με άρια καστανά γενάκια, με χοντρά κρεμάμενα χείλια, με μεγάλα τριχωτά αυτιά, που στέκουνταν όμοια με του λαγού κι αφουκράζουνταν τον κόσμο, τον ορατό και τον αόρατο· όμως τα χέρια του ήταν ντελικάτα, τα δάχτυλα του κοντυλένια, σα να κρατούσε από μεγάλο σόι… Μα όταν μιλούσε ή όταν προσεύχουνταν ή όταν θαρρούσε πως ήταν μόνος, φλόγες ουρανοκρέμαστες πετούσε το κορμί του, αρχάγγελος γίνουνταν με κόκκινες φτερούγες και τις καταχτυπούσε στον αέρα. κι αν ήταν νύχτα, τρόμαζες κι αναμέριζες να μην καείς.

— Αδερφέ Φραγκίσκο, φώναζα, σβήσε, θα κάψεις τον κόσμο!

Σήκωνα τα μάτια και τον έβλεπα να 'ρχεται καταπάνω μου, ήσυχος, χαμογελαστός, και το πρόσωπο του είχε πάρει ξανά τη γλύκα, την πίκρα και τη φτώχεια του ανθρώπου.

Μια φορά, θυμούμαι, τον ρώτησα:

— Αδερφέ Φραγκίσκο, πώς σου φανερώνεται ο Θεός σαν απομείνεις μοναχός μέσα στο σκοτάδι;

Κι αυτός μου αποκρίθηκε:

— Σαν ένα ποτήρι δροσερό νερό, φράτε Λεόνε, σαν ένα ποτήρι αθάνατο νερό, διψώ, το πίνω και ξεδιψάζω στον αιώνα.

— Σαν ένα ποτήρι δροσερό νερό ο Θεός; φώναξα ξαφνιασμένος.

— Τι θαρρείς, φράτε Λεόνε, τι ξαφνιάζεσαι; Δεν υπάρχει πιο απλό πράμα από το Θεό, πιο δροσερό, πιο αρμοσμένο για τα χείλια του ανθρώπου.

Μα ύστερα από λίγα χρόνια, ο Φραγκίσκος, ξεπνεμένος, ένα κουβάρι τρίχες και κόκαλα, σάρκα πια δεν του είχε απομείνει, έσκυψε, μην τον ακούσουν οι αδερφοί, έτρεμε, και μου ‘πε.

— Πυρκαγιά 'ναι ο Θεός, φράτε Λεόνε, και καίγεται· καιγόμαστε κι εμείς μαζί του.

Όσο το διαμετρώ με το νου μου, ετούτο μονάχα μπορώ να πω με σιγουράδα: από τη γης, όπου πατούσαν τα πόδια του, ίσαμε το κεφάλι του, το μπόι του ήταν κοντό· μα από το κεφάλι κι απάνω το μπόι του ήταν θεόρατο.

Όμως δυο πράματα καλά τα θυμούμαι από το κορμί του: τα πόδια του και τα μάτια του. Ήμουν ζητιάνος, όλη μου τη ζωή την πέρασα με ζητιάνους, είδα χιλιάδες πόδια που αλάκερή τους τη ζωή περπατούσαν ξυπόλυτα απάνω στις πέτρες, μέσα στους κουρνιαχτούς και τις λάσπες, απάνω στα χιόνια· μα ποτέ μου δεν είδα πόδια τόσο ταλαιπωρημένα, παραπονεμένα, αδύνατα, φαγωμένα από τις στράτες, γεμάτα πληγές που έτρεχαν κάποτε, όταν κοιμόταν ο πάτερ Φραγκίσκος, έσκυβα κρυφά και τα φιλούσα· κι ήταν σα να φιλούσα αλάκερο τον πόνο του ανθρώπου.

Και τα μάτια του, πώς μπορούσε να τα δει άνθρωπος μια φορά και να τα ξεχάσει; Μεγάλα, αμυγδαλάτα, κατάμαυρα· έλεγες: μάτια πιο ήμερα, πιο βελουδένια, δεν είδα ποτέ μου· και δεν πρόφταινες να το πεις, και τα μάτια αυτά δυο καταπαχτές ήταν κι άνοιγαν, κι έβλεπες τα σπλάχνα — την καρδιά, τα νεφρά, τα πλεμόνια — να καίγουνται.   Συχνά σε κοίταζε και δε σ’ έβλεπε· τι έβλεπε; όχι το δέρμα σου και τη σάρκα, όχι το κεφάλι σου παρά το κρανίο. Μια μέρα μου χάδευε σιγά με την απαλάμη το πρόσωπο, τα μάτια του είχαν γεμίσει σπλάχνος και γλύκα.

— Μου αρέσεις, φράτε Λεόνε, γιατί αφήνεις λεύτερα τα σκουλήκια, να περιδιαβάζουν στα χείλια σου και στ' αυτιά και δεν τα διώχνεις.

— Δεν τα βλέπω, πάτερ Φραγκίσκο, ποια σκουλήκια;

— Τα βλέπεις σίγουρα όταν προσεύχεσαι ή όταν κοιμάσαι κι ονειρεύεσαι την Παράδεισο· τα βλέπεις μα δεν τα διώχνεις, γιατί καλά το ξέρεις, φράτε Λεόνε, είναι απεσταλμένοι του Θεού, του Μεγάλου Βασιλέα. Γάμο κάνει ο Θεός στον ουρανό και τα στέλνει για να μας καλέσει: «Πολλά χαιρετίσματα, λέει, από το Μεγάλο Βασιλιά και σας περιμένει· ελάτε!»

Όταν ήταν με τους ανθρώπους, γελούσε, έπαιζε, πετιόταν ξαφνικά απάνω κι άρχιζε να χορεύει, έπιανε δυο ξύλα κι έπαιζε βιολί και τραγουδούσε δικά του τραγούδια του Θεού· το 'κανε, σίγουρα, για να δώσει κουράγιο στους ανθρώπους· κάτεχε καλά πως η ψυχή υποφέρει, πως το κορμί πεινάει, πως ο άνθρωπος δεν αντέχει… Μα όταν απόμενε ολομόναχος, κινούσε τα κλάματα· χτυπούσε το στήθος του, κυλιόταν στις τσουκνίδες και τ' αγκάθια, σήκωνε τα χέρια στον ουρανό και φώναζε: «Ολημερίς απελπισμένος σε ζητώ· ολονυχτίς, όταν κοιμούμαι, με ζητάς· πότε να σμίξουμε τα ξημερώματα, Θεέ μου!»

Μιαν άλλη φορά πάλι τον άκουσα, με τα μάτια στυλωμένα στον ουρανό, να φωνάζει:

— Δε θέλω πια να ζω, γδύσε με, Κύριε, γλίτωσε με από το κορμί μου, πάρε με!

Το πρωί, όταν ξημέρωνε κι άρχιζαν πάλι τα πουλιά να κελαηδούν ή όταν καταμεσήμερα βυθίζουνταν στο δροσάτον ίσκιο του δάσου, ή τη νύχτα, κάτω από τ' άστρα ή στο φεγγαρόφωτο, ανατρίχιαζε από άφραστη ευδαιμονία, με κοίταζε, τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα.

— Φράτε Λεόνε, μου 'λεγε, αδερφέ μου, τι 'ναι ετούτο το θάμα; Τι πρέπει λοιπόν να 'ναι Αυτός που έπλασε μιαν τέτοιαν ομορφιά; Πώς να Τον πούμε;

— Θεό, αδερφέ Φραγκίσκο, του αποκρίθηκα.

— Όχι Θεό, όχι Θεό, φώναξε, όχι. Είναι βαρύ, τσακίζει κόκαλα τ' όνομα αυτό· όχι Θεό, Πατέρα!

Και μια νύχτα που το φεγγάρι είχε σηκωθεί καταστρόγγυλο και κρέμουνταν στη μέση τ’ ουρανού κι όλη η γης ανάλαφρη έπλεχε στον αγέρα, ο Φραγκίσκος γύριζε τα σοκάκια της Ασίζης, κοίταζε, δεν έβλεπε κανένα να στέκεται στο κατώφλι του σπιτιού του να χαίρεται το μέγα θάμα. Πετάχτηκε, σκαρφάλωσε στο καμπαναριό της εκκλησιάς κι άρχισε να χτυπάει την καμπάνα του κιντύνου· τρομαγμένοι τινάχτηκαν από τον ύπνο τους οι άνθρωποι, θαρρούσαν θα 'ταν πυρκαγιά, κι έτρεξαν μεσόγυμνοι στην αυλή του Άγιου Ρουφίνου· είδαν το Φραγκίσκο να χτυπάει μανιασμένος την καμπάνα.

— Γιατί χτυπάς την καμπάνα, του φώναξαν, τι τρέχει;

— Σηκώστε τα μάτια, χριστιανοί μου, τους αποκρίθηκε απάνω από το καμπαναριό ο Φραγκίσκος, κοιτάχτε το φεγγάρι!

Τέτοιος ήταν, τέτοιος μου φάνηκε πως ήταν ο μακάριος Φραγκίσκος. Το γράφω, μα δεν είμαι σίγουρος· πού να ξέρω πώς ήταν, ποιος ήταν; Μπας και το ήξερε κι ο ίδιος; Θυμούμαι μια χειμωνιάτικη μέρα, στην Πορτσιούνκολα, όπου κάθουνταν στο κατώφλι και λιάζουνταν, ήρθε λαχανιάζοντας ένας νέος και στάθηκε μπροστά του.

— Πού 'ναι ο Φραγκίσκος ο γιος του Μπερναρντόνε; ρώτησε ξεγλωσσισμένος· πού 'ναι ο καινούριος άγιος, να πέσω στα πόδια του; Μήνες τώρα γυρίζω τις στράτες και τον ζητώ. Για την αγάπη του Χρίστου, αδερφέ μου, πες μου πού είναι.

— Πού είναι ο Φραγκίσκος ο γιος του Μπερναρντόνε; αποκρίθηκε αυτός κουνώντας το κεφάλι, πού είναι ο Φραγκίσκος ο γιος του Μπερναρντόνε; Τι 'ναι ο Φραγκίσκος; Ποιος είναι ο Φραγκίσκος; Κι εγώ, αδερφέ μου, τον ζητώ· χρόνια τώρα τον ζητώ· δώσ' μου το χέρι, πάμε να τον βρούμε!

Σηκώθηκε, πήρε από το χέρι το νέο, μπήκαν στη στράτα.

 

Πού να 'ξερα, τη νύχτα εκείνη που τον πρωτόσμιξα στην Ασίζη, τι μέλλουνταν να γίνει ο νέος αυτός, που τραγουδούσε της κυράς του, με το μακρύ κόκκινο φτερό στο κεφάλι! Με κρατούσε σφιχτά από το χέρι, δρασκελίσαμε βιαστικά την πολιτεία, φτάσαμε στο αρχοντικό του Μπερναρντόνε.

Μπήκαμε κρατώντας την ανάσα, μη μας ακούσει ο δράκος· μου 'στρωσε τραπέζι κι έφαγα, μου 'στρωσε κλινάρι και κοιμήθηκα, και χαράματα ξύπνησα, άνοιξα σιγά την ξώπορτα και γλίστρηξα έξω. Κυριακή σήμερα, μεγάλη λειτουργία στην εκκλησιά του Άι-Ρουφίνου και πήγαινα να ζητιανέψω.

Κάθισα απάνω στο πέτρινο λιοντάρι, ζερβά ως μπαίνουμε στην εκκλησιά, περίμενα τους πολλούς χριστιανούς να προβάλουν κυριακάτικη σήμερα η ψυχή τους, περνάει από το νου τους η Κόλαση κι η Παράδεισο, φοβούνται, ελπίζουν κι ανοίγουν το πουγγί τους στη φτώχεια.

Είχα βγάλει το σκούφο μου και κάπου κάπου έπεφταν μέσα κουδουνίζοντας μονέδες· μια μεσοπάλαβη γριά , αρχόντισσα έσκυψε και με ρώτησε ποιος είμαι, από πού έρχουμαι κι αν είδα το γιο της· τον είχαν πιάσει οι καβαλαραίοι της Σιένας, ανάθεμά τους, στον πόλεμο.

Μα τη στιγμή που άνοιγα το στόμα, νάσου ο σιορ Μπερναρντόνε, ο πατέρας του Φραγκίσκου. Τον γνώριζα από καιρό και ποτέ του δε μ' ελέησε· «έχεις χέρια και πόδια, μου φώναζε, δούλεψε».

— Ζητώ το Θεό, του απηλογήθηκα μια μέρα.

— Τον κακό σου τον καιρό! ακούστηκε η βροντερή φωνή του κι οι παραγιοί του ξέσπασαν στα γέλια.

Πρόβαλε με τη γυναίκα του, την κυρα-Πίκα, κι έρχουνταν αργοπερπάτητα, αρχοντικά, στην εκκλησιά να λειτουργηθεί. Τι 'ταν, Θεέ μου, εκείνο το θεριό! Φορούσε μακρύ τζουμπέ μεταξωτό, βυσσινή σκούρο, με ασημένιο γύρα σιρίτι· καλπάκι από μαύρο βελούδο και μακρομύτικα μαύρα ποδήματα· είχε ανασηκωμένο το ζερβό του χέρι κι έπαιζε μ' ένα σταυρό που κρέμουνταν με χρυσή αλυσιδίτσα απάνω στο στήθος του. Κοτσονάτος, χοντροκόκαλος, άντρακλας ως εκεί πάνω, βαρύ σαγόνι, διπλό προγούλι, μύτη χοντρή, καμπουρωτή, και το μάτι του γκρίζο, κρύο, σαν του γερακιού.

Ως τον είδα, ζάρωσα, γίνηκα ένα κουβάρι, να μη με πάρει το μάτι του· πίσω του ακλουθούσαν πέντε μούλες φορτωμένες κατά ψόφου με ακριβές πραμάτειες — μεταξωτά, βελούδα, χρυσά σιρίτια και θαμαστά κεντήματα. Πέντε αγωγιάτες αρματωμένοι τις οδηγούσαν, γιατί οι στράτες είχαν γεμίσει ληστές. Έρχουνταν το λοιπόν με τις πραμάτειες του ο Μπερναρντόνε στην εκκλησιά, να λειτουργηθούν κι αυτές και να τις δει από το κόνισμά του ο άγιος, να τις γνωρίσει αν πέσουν σε κίντυνο· κι αυτός θα γονατίσει μπροστά του, όπως το συνηθίζει πριν κάθε του ταξίδι, και θα παζαρέψει με τον άγιο, δίνε μου να σου δίνω, προστάτεψε τις πραμάτειες μου και θα σου φέρω από τη Φλωρεντία ένα ασημένιο καντήλι, βαρύ, ξομπλιαστό, να σε ζηλεύουν οι άλλοι άγιοι με τα γυάλινα καντηλάκια…

Δίπλα του, με τα χέρια σταυρωμένα απάνω στην κοιλιά, καμαροπερπατούσα, χαμοβλεπούσα, με τα μαλλιά σκεπασμένα με θαλασσί μεταξωτό μαγνάδι, η γυναίκα του, η φραντσέζα κυρα-Πίκα. Όμορφη, πρόσχαρη, όλο γλύκα· το πρόσωπό της ήταν από τα πρόσωπα που ελεούν· άπλωσα το χέρι μα δε με είδε· δε με είδε η· φοβήθηκε δίπλα της το δράκο και δεν τόλμησε να μ' ελεήσει; Δρασκέλισαν κι οι δυο το κατώφλι, μπήκαν στην εκκλησιά από τη μεγάλη πόρτα και χάθηκαν.

Μετά από χρόνια, ένα πρωί που κινούσαμε να πάρουμε σβάρνα τα χωριά να κηρύξουμε την αγάπη, ο Φραγκίσκος θυμήθηκε τους γονιούς του, τη μάνα του, τον κύρη του, κι αναστέναξε:

— Αχ, δεν μπόρεσα ακόμα να τους βάλω να φιλιώσουν… μουρμούρισε.

— Ποιους;   Για ποιους μιλάς, αδερφέ Φραγκίσκο μου;

— Για τον κύρη και τη μάνα μου, φράτε Λεόνε. Αιώνια παλεύουν μέσα μου οι δυο τους· όλη μου η ζωή, μάθε, είναι το πάλεμα αυτό· μπορεί να παίρνουν διαφορετικά ονόματα — Θεός και Σατανάς, πνέμα και σάρκα, καλό και κακό, φως και σκοτάδι, όμως πάντα είναι η μάνα μου κι ο κύρης. Ο πατέρας μου μέσα μου φωνάζει: «Κέρδισε, πλούτισε, δώσε χρυσάφι, αγόρασε οικόσημο, γίνου άρχοντας· μονάχα ο πλούσιος κι ο άρχοντας αξίζουν στον κόσμο να ζουν. Μην είσαι καλός, χάθηκες· ένα δόντι να σου σπάζουν, μασέλα να τσακίζεις· μη ζητάς να σε αγαπούν μα να σε φοβούνται· μη συχωρνάς, χτύπα!» Κι η μάνα, τρέμει μέσα μου η φωνή της, μου λέει σιγά, φοβισμένα, μην την ακούσει ο κύρης: «Να 'σαι καλός, Φραγκίσκο μου, να 'χεις την ευκή μου· ν’ αγαπάς τους φτωχούς, τους ταπεινούς, τους αδικημένους· σου 'καμαν κακό; συχώρνα!» Παλεύουν μέσα μου η μάνα μου κι ο κύρης, κι όλη μου τη ζωή μάχουμαι να τους φιλιώσω· μα δε φιλιώνουν δε φιλιώνουν, φράτε Λεόνε, και γι’ αυτό υποφέρω.

Κι αλήθεια, είχαν σμίξει ο σιορ Μπερναρντόνε κι η κυρα-Πίκα μέσα στο στήθος του Φραγκίσκου και τον βασάνιζαν μα όξω από το στήθος του γιου τους είχαν δικά τους ξέχωρα κορμιά και πήγαιναν ο ένας πλάι στον άλλο, την Κυριακή ετούτη, στην εκκλησιά να λειτουργηθούν.

Έκλεισα τα μάτια, άκουγα μέσα από την εκκλησιά τις δροσερές φωνές των παιδιών που έψελναν και το αρμόνιο ξεχύνουνταν ψηλά από το χοροστάσι και τρικύμιζε τον αέρα. «Ετούτη είναι η φωνή του Θεού, συλλογίζουμουν, ετούτη είναι η φωνή του λαού, αυστηρή και παντοδύναμη…» Με κλειστά τα μάτια αφουκράζουμουν, ήμουν ευτυχής· κι έτσι που καβαλούσα το μαρμαρένιο λιοντάρι, μου φάνηκε πως έμπαινα καβαλάρης στην Παράδεισο. Γλυκιά ψαλμωδία,  μοσκολίβανο, και στο ταγάρι ψωμί, ελιές, κρασί, τι άλλο θαρρείτε πως είναι η Παράδεισο; Γιατί εγώ, ο Θεός να με συγχωρέσει, αυτά που λεν οι σοφοί θεολόγοι για φτερούγες και πνέματα και ψυχές χωρίς κορμί, δεν τα καταλαβαίνω· κι ένα ψίχουλο να πέσει κάτω, σκύβω, το περμαζώνω και το φιλώ, γιατί, το ξέρω θετικά, το ψίχουλο αυτό είναι ένα κομμάτι από την Παράδεισο… Μα αυτά, μονάχα ο ζητιάνος μπορεί να τα καταλάβει· και σε ζητιάνους μιλάω.

 

Κι εκεί που σεριάνιζα στην Παράδεισο καβάλα στο μαρμαρένιο λιοντάρι, ένας ίσκιος έπεσε απάνω μου· άνοιξα τα μάτια, ο Φραγκίσκος στέκουνταν μπροστά μου. Η λειτουργία είχε τελέψει, θα με είχε πάρει ο ύπνος, οι μούλες με τις ακριβές πραμάτειες είχαν αφανιστεί από την αυλή της εκκλησιάς.

Ο Φραγκίσκος στέκουνταν μπροστά μου, χλωμός, κατατρομαγμένος, τα χείλια του έτρεμαν, τα μάτια του γεμάτα φαντάσματα. Ακούστηκε βραχνή η φωνή του:

— Έλα, σε θέλω.

Μπήκε μπροστά, ακουμπούσε σ' ένα μπαστούνι με φιλντισένια λαβή και κάπου κάπου πιάνουνταν από τον τοίχο, τα γόνατα του λύγιζαν. Στράφηκε:

— Είμαι άρρωστος, είπε· αναβάστα με να πάμε σπίτι να ξαπλώσω· και να μείνεις κοντά μου· έχω να σε ρωτήσω.

Οι σαλτιμπάγκοι στην πλατεία είχαν πια καρφώσει τους στύλους τους, είχαν τεντώσει τα σκοινιά τους, ήταν ντυμένοι παρδαλά ρούχα και φορούσαν μυτερές κόκκινες σκούφιες με κουδουνάκια. Κυριακή σήμερα, συντάζουνταν να δείξουν την τέχνη τους και να βγάλουν δίσκο. Γυναικούλες και γέροι κάθουνταν διπλοπόδι χάμω, μ' ένα πανέρι στην ποδιά τους, και πουλούσαν κοτόπουλα, αυγά, τυρί, βοτάνια για τις αρρώστιες, μπάλσαμα για τις πληγές, χαϊμαλιά για το κακό μάτι· ένας παμπόνηρος γέρος είχε ένα άσπρο ποντίκι στο κλουβί κι έβγαζε τις μοίρες.

— Σιορ Φραγκίσκο, είπα, στάσου να βγάλεις τη μοίρα σου' έχω ακουστά πως τα ποντίκια αυτά έρχουνται από την Παράδεισο — γιατί μαθές κι αυτή 'χει ποντίκια — και γι' αυτό είναι άσπρα· και κατέχουν πολλά μυστικά.

Μα ο Φραγκίσκος είχε πιαστεί από ένα στύλο κι ανάπνεε με δυσκολία· τον πήρα χεραγκαλιά, φτάσαμε στο αρχοντικό του σιορ Μπερναρντόνε.

 

Πώς μπορούν, Θεέ μου, οι πλούσιοι και πεθαίνουν! Τι σκάλες μαρμάρινες, τι κάμαρες με χρυσά ταβάνια, τι λινομέταξα σεντόνια! Τον έβαλα και ξάπλωσε στο κρεβάτι του κι έκλεισε ευτύς τα μάτια, εξαντλημένος.

Σκυμμένος έβλεπα απάνω στο χλωμό πρόσωπό του να περνούν ίσκιοι κι αστραπές και τα βλέφαρα του αναπετάριζαν, σα να τα πλήγωνε πολύ δυνατό φως· ψυχανεμίζουμουν απάνω του μιαν ορατή, φοβερή παρουσία.

Τέλος έσυρε φωνή, άνοιξε τα μάτια κι ανακάθισε τρομαγμένος στο κρεβάτι· έτρεξα, έβαλα στην πλάτη του μιαν πουπουλένια μαξιλάρα ν' ακουμπήσει κι άνοιγα το στόμα να τον ρωτήσω τι έχει, γιατί τρόμαξε, μα αυτός άπλωσε το χέρι, μου 'φραξε το στόμα.

— Σώπα! μουρμούρισε.

Και χώθηκε στην πουπουλένια μαξιλάρα, γιατί τουρτούριζε· τα μάτια του είχαν αποβασιλέψει, κύλησαν προς τα μέσα και κοίταζαν τα σπλάχνα με τρομάρα· και το σαγόνι του έτρεμε.

Κι ευτύς εγώ τότε κατάλαβα:

— Είδες το Θεό, ξεφώνισα, Τον είδες! Με άρπαξε από το μπράτσο:

— Πώς το ξέρεις; έκαμε αγκουσεμένος· ποιος σου το 'πε;

— Κανένας· μα σε βλέπω πως τρέμεις και το κατάλαβα· έτσι μονάχα τρέμει όποιος δει ξαφνικά μπροστά του λιοντάρι ή το Θεό.

Ανατίναξε το κεφάλι από τη μαξιλάρα:

— Όχι, δεν Τον είδα, μουρμούρισε, Τον άκουσα. Κοίταξε γύρα του φοβισμένα.

— Κάθισε, μου 'πε, μην απλώνεις τα χέρια απάνω μου, μη με αγγίζεις!

— Δε σε αγγίζω· φοβούμαι να σε αγγίξω· αν σε άγγιζα την ώρα ετούτη, το χέρι μου θα γίνουνταν στάχτη.

Κούνησε το κεφάλι, χαμογέλασε· ξαναφάνηκαν οι λαμπήθρες των ματιών του.

— Έχω να σε ρωτήσω, είπε· γύρισε η μάνα μου από τη λειτουργία;

— Ακόμα· θα κουβεντιάζει με τις φιλενάδες της.

— Καλύτερα· κλείσε την πόρτα. Σώπασε, και σε λίγο:

— Έχω να σε ρωτήσω, είπε πάλι.

— Στους ορισμούς σου, αρχοντόπουλο μου, ρώτα.

— Μου 'πες πως σε όλη σου τη ζωή ζητούσες το Θεό· πώς Τον ζητούσες; φώναζες, έκλαιγες, τραγουδούσες, νήστευες; Κάθε άνθρωπος θα 'χει το δρόμο το δικό του που τον πάει στο Θεό· ποιος ήταν ο δρόμος ο δικός σου; Αυτό σε ρωτώ.

Έσκυψα το κεφάλι συλλογισμένος. Να το πω, να μην το πω;! Ήξερα, πολλές φορές το 'χα στοχαστεί, ποιος ήταν ο δρόμος ο δικός μου, μα ντρέπουμουν να τον μολοήσω· την εποχή εκείνη, μαθές, ντρέπουμουν τους ανθρώπους, γιατί δεν ντρέπουμουν το Θεό.

— Γιατί δε μου αποκρίνεσαι; έκαμε ο Φραγκίσκος με παράπονο· δύσκολη η στιγμή που περνώ, βοήθεια σου ζητώ, βοήθεια!

Τον πόνεσα, ταράχτηκε η καρδιά μου, πήρα την απόφαση να του ξεστορήσω όλα.

— Ο δρόμος ο δικός μου, σιορ Φραγκίσκο μου, και μη σου φανεί παράξενο, ο δρόμος ο δικός μου, για να κινήσω για το Θεό, ήταν η τεμπελιά. Ναι, ναι, η τεμπελιά. Αν δεν ήμουν τεμπέλης, θα πορεύουμουν κι εγώ όπως όλοι οι καθώς πρέπει άνθρωποι, θα 'χα ξεσκολίσει κι εγώ μιαν τέχνη, θα 'χα ανοίξει αργαστήρι, μαραγκός, ανυφαντής, χτίστης, θα δούλευα όλη μέρα, θα παντρεύουμουν, δε θα 'χα καιρό να ζητώ το Θεό, ψύλλους στ' άχερα, έτσι θα 'λεγα, ο νους κι ο λογισμός μου πώς να βγάλω το ψωμί μου, πώς να θρέψω τα παιδιά μου, πώς να κάμω κουμάντο τη γυναίκα μου· μεγάλες έγνοιες, ανάθεμα τις, πού καιρός, πού κέφι πια, πού αγνή καρδιά να συλλογιέσαι το Θεό!

»Μα έδωκε η χάρη του Θεού και γεννήθηκα τεμπέλης· βαριόμουν να δουλέψω, βαριόμουν να παντρευτώ, να κάμω παιδιά, να μπω στα βάσανα· κάθουμουν στον ήλιο το χειμώνα, στον ίσκιο το καλοκαίρι· και τη νύχτα, ξαπλωμένος στην ταράτσα του σπιτιού μου τ’ ανάσκελα, κοίταζα το φεγγάρι και τ' άστρα. Κι όταν κοιτάς το φεγγάρι και τ' άστρα, πώς θες να μην πάει ο νους σου στο Θεό; Δεν μπορούσα πια να κοιμηθώ, ποιος τα 'καμε όλα ετούτα συλλογίζουμουν και γιατί, ποιος μ' έκαμε και μένα και γιατί, και καταπού να βρίσκεται ο Θεός, να πάω να Τόνε βρω, να Τον ρωτήσω; Κι η ευλάβεια, μαθές, και μην ακούς, θέλει τεμπελιά, θέλει να 'χεις καιρό, ένας μεροδούλης μεροφάς γυρίζει σπίτι του το βράδυ ξεθεωμένος, πεινάει, ρίχνεται στο φαΐ, τρώει, τρώει μάνι μάνι, μαλώνει με τη γυναίκα του, δέρνει τα παιδιά του, χωρίς αιτία κι αφορμή, έτσι, γιατί 'ναι κουρασμένος, νευριασμένος, κι ύστερα σφίγγει τις γροθιές του και κοιμάται… Μια στιγμή μεταπνίζει, βρίσκει δίπλα τη γυναίκα του, την αγκαλιάζει, ξανασφίγγει τις γροθιές του, ξαναβουλιάζει στον ύπνο… Πού καιρός το λοιπόν  για Θεό;   Μα όποιος δεν έχει δουλειά, παιδιά, γυναίκα, συλλογιέται το Θεό, στην αρχή από περιέργεια κι ύστερα με αγωνία. Μην κουνάς το κεφάλι σου, σιορ Φραγκίσκο· με ρώτησες, σου αποκρίθηκα, συμπάθησε με.

— Λέγε ακόμα, λέγε, φράτε Λεόνε, μη σταματάς· κι ο διάβολος το λοιπόν δουλεύει το Θεό; Κι η τεμπελιά το λοιπόν δουλεύει το Θεό; μου δίνεις κουράγιο, φράτε Λεόνε, λέγε ακόμα.

— Τι να σου πω, σιορ Φραγκίσκο μου; Τ' άλλα τα ξέρεις· λίγο βιος μου 'χαν αφήσει οι γοναίοι μου, το 'φαγα· πήρα τότε το ταγάρι, μπήκα στις στράτες και κίνησα, από πόρτα σε πόρτα, από μοναστήρι σε μοναστήρι, από χωριό σε χωριό, να ζητώ το Θεό· πού είναι; ποιος Τον είδε; πού μπορώ να Τον βρω; Σα να 'ταν κανένα φοβερό θεριό και βγήκα κυνήγι. Άλλοι γελούσαν, άλλοι μου πετούσαν πέτρες, άλλοι μ' έριχναν κάτω και μ' έσπαζαν στο ξύλο· μα πάλι εγώ πετιόμουν απάνω, ξανάπαιρνα τις στράτες και κυνηγούσα το Θεό.

— Και Τον βρήκες; ένιωσα απάνω μου το αγκομαχητό του Φραγκίσκου. Τον βρήκες;

— Πού να Τον βρω, αρχοντόπουλό μου! Ρώτησα κάθε λογής ανθρώπους, σοφούς, άγιους, τρελούς, δεσποτάδες, τροβαδούρους, γέρους εκατοχρονίτες· καθένας μου 'δινε και μια συμβουλή, μου 'δειχνε ένα μονοπάτι: Πάρ' το, μου 'λεγαν, και θα Τον βρεις! Μα καθένας μου 'δειχνε κι άλλο μονοπάτι· ποιο να διαλέξω; τα 'χα σαστίσει. «Ο δρόμος που πηγαίνει στο Θεό, μου 'πε ένας σοφός από τη Μπολόναα, είναι η γυναίκα και το παιδί· παντρέψου.» Κι ένας άλλος, τρελός, άγιος από το Γκούπιο: «Μη ζητάς το Θεό, αν θες να Τον βρεις· κλείσε τα μάτια σου, αν θες να Τον δεις· φράξε τ' αυτιά σου, να Τον ακούσεις. Αυτό κάνω κι εγώ.» Είπε, κι έκλεισε τα μάτια του, έφραξε τ' αυτιά του, σταύρωσε τα χέρια κι άρχισε να κλαίει. Και μια γυναίκα, που ασκήτευε στο δάσο, έτρεχε κάτω από τα πεύκα ολόγυμνη και φώναζε: «Αγάπη! Αγάπη! Αγάπη!» και χτυπούσε τα στήθια της κι άλλη απόκριση δε μπορούσε να μου δώσει.

»Μιαν άλλη μέρα βρήκα σε μια σπηλιά έναν άγιο· από το πολύ κλάμα είχε τυφλωθεί και το δέρμα του ήταν όλο λέπια από την απλυσιά και την αγιοσύνη· αυτός μου 'πε τον πιο σωστό λόγο, τον πιο φοβερό. Τον αναλογιέμαι, κι η τρίχα μου σηκώνεται.

— Ποιο λόγο; θέλω να τον ακούσω! έκαμε ο Φραγκίσκος και μου άρπαξε το χέρι — έτρεμε.

— Έσκυψα, του 'βαλα μετάνοια και τον ρώτησα: «Άγιε ασκητή, κίνησα να βρω το Θεό- δείξε μου το δρόμο. — Δεν υπάρχει δρόμος, μου αποκρίθηκε χτυπώντας την πατερίτσα του, στο χώμα· δεν υπάρχει δρόμος! — Τι λοιπόν! είπα εγώ τρομάζοντας. — Υπάρχει γκρεμός, πήδηξε! — Γκρεμός!; Αυτός είναι ο δρόμος; φώναξα. — Αυτός· όλοι οι δρόμοι φέρνουν στη γης, το πήδημα στο Θεό· πήδηξε! — Δεν μπορώ, γέροντα μου! — Τότε παντρέψου, ησύχασε!» είπε, κι απλώνοντας το σκελεθρωμένο του μπράτσο μ' έδιωξε κι άκουγα ακόμα από μακριά το θρήνο του.

— Όλοι έκλαιγαν; μουρμούρισε ο Φραγκίσκος τρομαγμένος, όλοι;   Κι όσοι βρήκαν το Θεό κι όσοι δεν Τον βρήκαν;

— Όλοι.

— Γιατί, φράτε Λεόνε;

— Δεν ξέρω· όλοι!

Σωπάσαμε. Ο Φραγκίσκος είχε χώσει τώρα το πρόσωπό του στη μαξιλάρα κι ανάπνεε αγκουσεμένος. Κι εγώ, για να τον παρηγορήσω:

— Άκουσε, σιορ Φραγκίσκο μου, του 'πα, μου φαίνεται, κάποτε είδα τ' αχνάρια Του. Μια φορά, μα ήμουν πιωμένος. Τον είδα μια στιγμή από πίσω· άνοιξε την πόρτα της ταβέρνας, όπου γλεντούσα με τους φίλους μου, κι έφυγε. Μιαν άλλη φορά, έβρεχε, άστραφτε, περνούσα ένα δάσο, και πρόφτασε και πήρε το μάτι μου την άκρα του ρούχου Του· μα η αστραπή έσβησε, το ρούχο χάθηκε· για μπας κι η αστραπή ήταν το ρούχο Του; Μιαν άλλη φορά πάλι, πέρυσι το χειμώνα, σ' ένα αψηλό βουνό, απάνω στα χιόνια, είδα τ' αχνάρια του ποδιού Του· ένας βοσκός περνούσε: «Κοίτα, του κάνω, τ' αχνάρια του Θεού!» Μα ο βοσκός γέλασε: «Τα 'χεις χαμένα, κακομοίρη, μου 'πε· είναι τ' αχνάρια του λύκου· λύκος πέρασε από δω.» Δε μίλησα· τι να πω του βοσκάνθρωπου; χοντρό το μυαλό του, γιομάτο πρόβατα και λύκους, πού να καταλάβει τα παραπέρα! Εγώ ήμουν σίγουρος πως ήταν το περπάτημα του Θεού απάνω στα χιόνια… Σιορ Φραγκίσκο, συχώρεσε με· δώδεκα χρόνια τον κυνηγώ, τίποτα άλλο δε βρήκα.

Ο Φραγκίσκος έσκυψε το κεφάλι, βυθίστηκε σε λογισμούς. Και σε λίγο:

— Ποιος, ξέρει, μουρμούρισε, μη στενάζεις, φράτε Λεόνε, ποιος ξέρει, το να ζητάς το Θεό, αυτό 'ναι ο Θεός!

Τρόμαξα ν' ακούσω το λόγο αυτόν, τρόμαξε κι εκείνος κι έκρυψε και με τα δυο του χέρια το πρόσωπο.

— Ποιος δαίμονας μιλάει μέσα μου; έγρουξε απελπισμένος.

Κι εγώ δεν έβγαλα άχνα· έτρεμα· το να ζητάς το Θεό, αυτό 'ναι Θεός; Αλίμονο τότε!

Σωπάσαμε κι οι δυο· τα μάτια του Φραγκίσκου είχαν πάλι απογείρει· δεν έβλεπα παρά τ' ασπράδια: το μάγουλο του είχε κοκκινίσει και τα δόντια του καταχτυπούσαν. Τον σκέπασα με μια χοντρή μάλλινη κουβέρτα, μα αυτός την πέταξε πέρα.

— Θέλω να  κρυώνω,  είπε· άφησε  με! Μη  με κοιτάζεις, κοίτα πέρα!

Σηκώθηκα να φύγω· μα το πρόσωπο του αγρίεψε.

— Κάθισε, μου κάνει, πού πας; Έτσι με αφήνεις μοναχό στον κίντυνο; Μίλησες εσύ, αλάφρωσες· θέλω κι εγώ να μιλήσω, ν' αλαφρώσω. Πού έχεις το νου σου; πεινάς; Φάε, άνοιξε το κελάρι και φάε, πιες και κρασί, στερεώσου, ν' ακούσεις. Βαρύ λόγο θα πω, βάστα!

— Δεν έχω ανάγκη να φάω και να πιω, αποκρίθηκα πειραγμένος· θαρρείς πως είμαι μονάχα κοιλιά; Εγώ, να ξέρεις, γι’ αυτό γεννήθηκα, για ν' ακούω. Μίλα, το λοιπόν, ο,τι κι αν πεις, αντέχω.

— Δώσ' μου ένα ποτήρι νερό, διψώ.

Ήπιε, ακούμπησε στη μαξιλάρα, μεσάνοιξε το στόμα, στύλωσε το αυτί, αφουκράστηκε· ησυχία, το σπίτι αδειανό, στην αυλή ένα πετεινάρι λάλησε.

— Εμείς, θαρρώ, μονάχα οι δυο, φράτε Λεόνε, απομείναμε στον κόσμο. Ακούς εσύ κανένα μέσα στο σπίτι; έξω από το σπίτι; ρήμαξε ο κόσμος· εμείς οι δυο μονάχα απομείναμε.

Σώπασε, και σε λίγο:

— Δόξα σοι ο Θεός, είπε.

Έκαμε το σταυρό του και με κοίταξε· ένιωσα το μάτι του να διαπερνάει βαθιά την ψυχή μου.

Σώπασε πάλι· άπλωσε το χέρι, έπιασε τα γόνατα μου:

— Βλόγησέ με, πάτερ Λεόνε, είπε· εσύ ‘σαι ο πνευματικός μου· ξομολογιέμαι.

Και βλέποντας με να διστάζω:

— Βάλε το χέρι σου απάνω στο κεφάλι μου, είπε προσταχτικά, βάλε το χέρι σου απάνω στο κεφάλι μου, πάτερ Λεόνε, πες: «Στ' όνομα του Θεού, ξομολογήσου, αμαρτωλέ Φραγκίσκο, γιε του Μπερναρντόνε· γεμάτη αμαρτίες η καρδιά σου, άδειασέ τη, ν' αλαφρώσεις!»

Μα εγώ σώπαινα.

— Κάμε ό,τι σου λέω! είπε τότε με θυμό.

Έβαλα στο χέρι μου απάνω στο κεφάλι του, κάρβουνο αναμμένο ήταν, έκαιγε.

— Στ’ όνομα του Θεού, μουρμούρισα, ξομολογήσου, αμαρτωλέ Φραγκίσκο, γιε του Μπερναρντόνε· γεμάτη αμαρτίες η καρδιά σου, άδειασέ τη, ν’ αλαφρώσεις!

Και τότε, ήσυχα στην αρχή, μα όσο προχωρούσε ταράζονταν κι αγκομαχούσε, κίνησε ο Φραγκίσκος την ξομολόγησή του.

— Φαγιά και κρασιά και λαγούτα και ρούχα μεταξωτά και κόκκινα φτερά ως τώρα η ζωή μου· όλη μέρα εμπόριο, κρατούσα τον πήχη, γελούσα τους ανθρώπους, μάζευα χρυσάφι, το σπαταλούσα διπλοπάλαμα και γι’ αυτό με βγάλαν Τρυποχέρη· τη νύχτα, κρασί και τραγούδι. Αυτή 'ταν η ζωή μου.

»Μα χτες, περασμένα μεσάνυχτα, που γυρίσαμε σπίτι και συ έπεσες και κοιμήθηκες, μια κατασκέπαση με πλάκωσε, δε με χωρούσε το σπίτι, πλαντούσα. Κατέβηκα σιγά σιγά τη σκάλα, γλίστρησα στην αυλή, άνοιξα κλεφτάτα την ξώπορτα, πετάχτηκα στο δρόμο. Το φεγγάρι είχε χλομιάσει, έγερνε πια να βασιλέψει· ησυχία· σβημένα τα φώτα, κοιμόταν η πολιτεία μέσα στις αγκάλες του Θεού.

» Άνοιξα τα μπράτσα, πήρα βαθιάν ανάσα, αλάφρωσα λίγο· κι άρχισα το ανηφόρι. Γύριζα, γύριζα, πέρασα απ την εκκλησιά του Άι-Ρουφίνου, είχα κουραστεί κιόλα, κάθισα στο μαρμαρένιο λιοντάρι που φρουράει την μπασιά της εκκλησιάς· ίσια ίσια εκεί που σε πέτυχα σήμερα το πρωί να κάθεσαι να ζητιανεύεις· το χάδεψα αργά με τη φούχτα μου, βρήκα στο στόμα του το μικρό ανθρωπάκι που έτρωγε, τρόμαξα.

»Τι 'ναι το λιοντάρι ετούτο; είπα με το νου μου. Γιατί το ‘βαλαν να φυλάει την πόρτα της εκκλησιάς: Ποιος να ‘ναι; ο Θεός; ο Σατανάς; και τρώει τους ανθρώπους. Πώς μπορώ να ξεχωρίσω; ποιος μπορεί να μου πει; ο Θεός; ο Σατανάς; Ένιωσα άξαφνα δεξά μου άβυσσο, ζερβά μου άβυσσο, κι εγώ στέκουμουν στη μέση, απάνω σε μιαν πατουχιά χώμα, ανάμεσα στο διπλό χάος, και μ’ έπιασε ζάλη. Στριφογύριζε ο κόσμος γύρα μου, στριφογύριζε η ζωή μου, έσυρα φωνή: Δεν υπάρχει κανένας να με ακούσει; φώναζα· ολομόναχος είμαι λοιπόν στον κόσμο; Πού βρίσκεται ο Θεός; δεν ακούει, δεν έχει χέρι, να το απλώσει απάνω από το κεφάλι μου; Ζαλίζουμαι, θα πέσω!

Ο Φραγκίσκος, όσο μιλούσε, άνοιγε τα μπράτσα, πλαντούσε, δεν μπορούσε να πάρει αναπνοή. Είχε σηκώσει τα μάτια και κοίταζε, έξω από το παράθυρο, τον ουρανό. Έκαμα να του πιάσω το χέρι, να τον γαληνέψω, μα τινάχτηκε πίσω ανταρεμένος.

— Άσε με, έγρουξε, άσε με, δε θέλω να γαληνέψω. Κουλουριάστηκε στην άκρα του κρεβατιού, η φωνή του τώρα είχε γίνει βραχνή, αγκομαχούσε:

— Φώναζα· φώναζα πότε το Θεό, πότε το Σατανά, όποιος και να 'ναι από τους δυο τους να προβάλει, να νιώσω πως δεν είμαι μόνος. Γιατί έτσι ξαφνικά με είχε κυριέψει ο τρόμος αυτός της μοναξιάς; Ήμουν έτοιμος τη στιγμή εκείνη να παραδώσω την ψυχή μου στο Θεό η στο Σατανά, δε μ' ένοιαζε, φτάνει να 'χα ένα σύντροφο. Να μην είμαι μόνος. Κι εκεί που, απελπισμένος, κοίταζα τον ουρανό και περίμενα, άκουσα φωνή…

Σταμάτησε· η αναπνοή του πιάστηκε.

— Άκουσα φωνή… είπε πάλι κι ο ίδρωτας άρχισε να τρέχει στάλες χοντρές από το πρόσωπό του.

— Φωνή; έκαμα, τι φωνή, Φραγκίσκο μου; τι έλεγε;

— Δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω τα λόγια· όχι, δεν ήταν φωνή, ήταν μουγκρητό θεριού· ήταν λιοντάρι. Μπας κι ήταν το μαρμαρένιο λιοντάρι που κάθουμουν απάνω του κι έτρωγε τους ανθρώπους;

«Πετάχτηκα όρθιος· είχε αρχίσει να γλυκοχαράζει· η φωνή κυλούσε ακόμα μέσα μου, αντιχτυπούσε από την καρδιά στα νεφρά, από τη μια σπηλιά του σπλάχνου μου στην άλλη, σα βροντή. Άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες του όρθρου, πήρα δρόμο, τράβηξα αψηλά κατά το κάστρο, έτρεχα· έτρεχα, και ξάφνου κρύος ίδρωτας με περίλουσε· κάποιος πίσω μου φώναζε:

»— Πού τρέχεις, Φραγκίσκο; Πού τρέχεις, Φραγκίσκο; δε γλιτώνεις!

»Στράφηκα· κανένας. Άρχισα πάλι να τρέχω· και σε λίγο πάλι η φωνή:

»— Φραγκίσκο, Φραγκίσκο, γι’ αυτό λοιπόν γεννήθηκες; να γλεντάς, να τραγουδάς, να μαυλίζεις τις κοπέλες;

» Δε στράφηκα τώρα πίσω μου, φοβήθηκα· άρχισα πάλι να τρέχω, να γλιτώσω από τη φωνή, και τότε, μια πέτρα μπροστά μου πήρε να φωνάζει:

»— Φραγκίσκο, Φραγκίσκο, γι’ αυτό λοιπόν γεννήθηκες; να γλεντάς, να τραγουδάς, να μαυλίζεις τις κοπέλες;

» Σηκώθηκαν οι τρίχες του κεφαλιού μου, έτρεχα· μα κι η φωνή έτρεχε μαζί μου· και τότε πια το 'νιωσα καθαρά: η φωνή δεν ήταν έξω από μένα, όσο κι αν έτρεχα δεν τη γλίτωνα, η φωνή ήταν μέσα μου· κάποιος μέσα μου φώναζε, όχι εγώ, όχι εγώ, ο γιος του Μπερναρντόνε, ο παραλυμένος, ένας άλλος. Μέσα μου. Καλύτερός μου. Ποιος; δεν ξέρω· πού να ξέρω; Ένας άλλος.

» Είχα πια φτάσει λαχανιασμένος στο κάστρο· ο ήλιος, τη στιγμή εκείνη, πρόβαινε από το βουνό, ζεστάθηκα. Φωτίστηκε ο κόσμος, ζεστάθηκε κι αυτός· κάποιος μέσα μου άρχισε πάλι να μιλάει· μα πολύ σιγά τώρα, μουρμουριστά, σα να μου ξεμυστηρεύουνταν κανένα μυστικό. Έσκυψα το κεφάλι στο στήθος μου, άαφουκράστηκα· σου ορκίζουμαι, πάτερ Λεόνε, λέω την πάσα αλήθεια, άκουσα: «Φραγκίσκο, Φραγκίσκο, η ψυχή σου είναι η περιστέρα, το γεράκι που σε κυνηγάει, ο Σατανάς, έλα στον κόρφο μου.» Ήταν τα λόγια που εγώ μοναχός μου τα 'χα αρμολογήσει και τα 'χα βάλει στον αχό του λαγούτου και στέκουμουν, κάθε μεσονύχτι, κάτω από ένα παραθύρι και τα τραγουδούσα… Μα τώρα, για πρώτη φορά, φράτε Λεόνε, κατάλαβα γιατί αρμολόγησα τα λόγια ετούτα και ποιο το κρυφό τους το νόημα…

Σώπασε, χαμογέλασε· έσκυψε το κεφάλι, μουρμούρισε ξανά, συνεπαρμένος:

— «Φραγκίσκο, Φραγκίσκο, η ψυχή σου είναι η περιστέρα, το γεράκι που σε κυνηγάει, ο Σατανάς, έλα στον κόρφο μου…»

Ύστερα σώπασε. Είχε γαληνέψει· ένιωσα, μπορούσα τώρα να τον αγγίξω χωρίς να καώ· έσκυψα, του πήρα το χέρι, το φίλησα.

— Αδερφέ Φραγκίσκο, είπα, κάθε άνθρωπος, κι ο πιο άθεος, έχει μέσα του, βαθιά στην καρδιά του, τυλιμένο σε σάρκες και ξίγκια, το Θεό· ο Θεός ήταν που αναμέρισε μέσα σου τις σάρκες και τα ξίγκια και φώναξε.

Ο Φραγκίσκος έκλεισε τα μάτια· όλη τη νύχτα δεν είχε κοιμηθεί, νύσταζε.

— Κοιμήσου, Φραγκίσκο, του 'πα σιγά, άγγελος του Θεού κι ο ύπνος, έχε εμπιστοσύνη.

Μα αυτός τινάχτηκε, γούρλωσε τα μάτια.

— Και τώρα, τι' να κάμω; είπε με πνιμένη φωνή. Δώσε συμβουλή.

— Τον πόνεσα· όμοια κι εγώ χρόνια τώρα γύριζα και ζητιάνευα συμβουλή.

— Έχε το κεφάλι ακουμπισμένο στο στήθος σου, αποκρίθηκα, κι αφουκράζου· ο Αλλος που είναι μέσα σου, δε γίνεται, θα ξαναμιλήσει· και κάμε τότε ό,τι σου πει.

Άκουσα την ξώπορτα ν’ ανοίγει απάλαφρα, στραταριστό περπάτημα ακούστηκε στην αυλή· η κυρα-Πίκα γύριζε από τη λειτουργία. Ήταν μόνη, ανάσανα· ο σιορ Μπερναρντόνε θα 'χε καβαλήσει το άλογο και θα 'ταν πια στη στράτα κατά τη Φλωρεντία.

— Ήρθε η μάνα σου, Φραγκίσκο, είπα· κοιμήσου, φεύγω.

— Μη φεύγεις· ο γέρος λείπει, εδώ θα κοιμάσαι· μη με αφήνεις μονάχο, σου λέω!

Με άρπαξε από το χέρι.

— Μη με αφήνεις μονάχο στον κίντυνο! φώναξε.

— Δεν είσαι πια μονάχος, Φραγκίσκο, το ξέρεις! Τρανός σύντροφος είναι μέσα σου, άκουσες τη φωνή του· τι φοβάσαι;

— Μα ίσια ίσια αυτόν φοβούμαι, φράτε Λεόνε, δεν καταλαβαίνεις; Μη φύγεις.

Έβαλα το χέρι μου στο μέτωπό του, έκαιγε. Η μητέρα του μπήκε μέσα, χαμογελώντας.

— Παιδί μου, σου φέρνω χαιρετισμό από το κόνισμα της Παναγιάς, βοήθεια σου!

Είπε, και του απίθωσε στην απαλάμη ένα κλωνί βασιλικό.

 

III

 

Πόσες μέρες, πόσες νύχτες βάσταξε η αρρώστια του Φραγκίσκου; Όλα μπορώ να τα μετρώ, τον καιρό δεν μπορώ· θυμούμαι μονάχα πως το φεγγάρι μίκρανε, ξαναμεγάλωσε και μίκρανε πάλι, κι ο Φραγκίσκος ακόμα να σηκωθεί. Ένιωθες, πάλευε μέσα στον ύπνο του, πότε ξεφώνιζε αγριεμένος και πετιόταν απάνω, πότε ζάρωνε σε μια γωνιά του κρεβατιού του τουρτουρίζοντας. Αργότερα, σαν έγινε καλά, μας μολόησε πως σε όλη του την αρρώστια πάλευε πότε με τους Σαρακηνούς κι έμπαινε στην Ιερουσαλήμ κι άρπαχνε στους ώμους του τον Τίμιο Σταυρό, και πότε με τους δαιμόνους, που ανέβαιναν από τη γης, κατέβαιναν από τα δέντρα, ξεπετιούνταν από τα σπλάχνα της νύχτας και τόνε κυνηγούσαν.

Είχαμε απομείνει μονάχοι, η μάνα του κι εγώ, στο μαξιλάρι της αρρώστιας του. Σηκώνουνταν η κυρα-Πίκα, ξεμονάχιαζε σε μια γωνιά κι έκλαιγε, σφούγγιζε με το άσπρο μαντιλάκι της τα μάτια, και ξανακάθιζε, έπαιρνε μια βεντάλια από παγονόφτερα κι έκανε αέρα του γιού της που καίγουνταν.

Μια νύχτα ο άρρωστος είδε όνειρο· μας το διηγήθηκε την άλλη μέρα, όχι το πρωί, η ταραχή του αναστάτωνε ακόμα το νου, παρά το βράδυ, σαν έπεσε η δροσερή νύχτα κι άναψαν τα προύντζινα λυχνάρια του λαδιού και γλύκανε ο κόσμος. Πέθαινε, λέει, ψυχομαχούσε, κι άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο Χάρος. Δεν κρατούσε δρεπάνι, όπως τον έβλεπε να τον ζωγραφίζουν στα κονίσματα· μα μια μακριά σιδερένια λαβίδα, σαν κείνη που πιάνει ο μπόγιας τα λυσσασμένα σκυλιά. Ζύγωσε στο κρεβάτι του.   «Εμπρός,   είπε, γιε του Μπερναρντόνε,  πάμε! — Πού;

— Πού; και το ρωτάς; είχες καιρό· μα τον σπατάλεψες στα γλέντια, στα λούσα, στις καντάδες· ήρθε η ώρα να πλερώσεις.» Άπλωσε τη λαβίδα, ο Φραγκίσκος στριμώχτηκε στα μαξιλάρια του κι έτρεμε: «Άφησέ με, κλαψούρισε, άφησέ με ένα χρόνο, ένα χρόνο μονάχα, δώσ' μου καιρό να μετανιώσω.» Ο Χάρος γέλασε κι έπεσαν όλα του τα δόντια στα λινομέταξα σεντόνια. «Πολύ αργά, είπε, αύτη 'ταν η ζωή σου, άλλη δεν έχει· την έπαιξες, την έχασες, πάμε! — Τρεις μήνες μονάχα, ένα μήνα, τρεις μέρες, μια μέρα!» Μα ο Χάρος πια δεν αποκρίθηκε-άπλωσε τη λαβίδα κι έπιασε το Φραγκίσκο από το λαιμό· και τότε έσυρε φωνή σπαραχτικά ο Φραγκίσκος και ξύπνησε.

Κοίταξε γύρα του· το καναρίνι που 'χε φέρει η κυρα-Πίκα από την κάμαρα της κι είχε κρεμάσει το κλουβί του στο παράθυρο, για να βαστάει συντροφιά στον άρρωστο, με το ραμφί αψηλά στον ουρανό, κελαηδούσε.

— Δόξα σοι ο Θεός! έσυρε φωνή χαρούμενη ο Φραγκίσκος κι έτρεχε ο ίδρωτας από το μέτωπό του, δόξα σοι ο Θεός!

Άγγιζε τα σεντόνια, τα σίδερα του κρεβατιού, έψαχνε τα γόνατα της μάνας του, στράφηκε σε μένα:

— Είναι αλήθεια, μουρμούρισε και τα μάτια του έλαμπαν, είναι αλήθεια, ζω;

— Ζεις και βασιλεύεις, αρχοντόπουλο μου, του αποκρίθηκα, μη φοβάσαι!

Χτύπησε τα παλαμάκια, το πρόσωπό του έλαμψε.

— Έχω το λοιπόν καιρό, φώναξε, δόξα σοι ο Θεός! Και γελούσε και φιλούσε τα χέρια της μάνας του.

— Είδες όνειρο, γιε μου; έκαμε η μάνα· καλό κι ευλογημένο!

— Έχω καιρό, μουρμούρισε πάλι συνεπαρμένος, δόξα σοι ο Θεός!

Και πάλι όλη τη μέρα εκείνη, ως το βράδυ, δε μεταμίλησε· έκλεισε τα μάτια και βούλιαξε βαθιά στον ύπνο· και το πρόσωπο του αλάκερο κι ο λαιμός ήταν πλημμυρισμένα φως.

Κι η κυρα-Πίκα κρατούσε τα παγονόφτερα, του 'κανε αέρα, και μια στιγμή άνοιξε τα πικραμένα της χείλια, θυμήθηκε πως τον νανούριζε το γιο της, όταν ήταν μωρό, κι άρχισε, στη γλώσσα του τόπου της, ανάλαφρα, γλυκά, να τόνε νανουρίζει:

"Ύπνε, που παίρνεις τα μωρά, κατέβα πάρ' και τούτο, μικρό μικρό σου το 'δωκα, μεγάλο φέρε μου το…

Σιγοτραγουδούσε ώρα πολλή, αέριζε το γιο της, κι εγώ σκυμμένος κοίταζα το πρόσωπό του· πώς έλαμπε, πώς έσβηναν σιγα σιγά οι ζάρες γύρα από το στόμα του κι από το μεσοφρύδι, ξανατεντώνουνταν το δέρμα του σαν του μωρού παιδιού και γυάλιζε όλο το πρόσωπό του σα μια πέτρα που περνάει από πάνω της, ήσυχο και δροσερό, το πέλαγο…

Κατά το δειλινό, άνοιξε τα μάτια του· ήταν αναπαμένος κι ήσυχος, ανακάθισε στο κρεβάτι, κοίταξε γύρα του, σα να 'βλεπε για πρώτη φορά τον κόσμο, μας είδε, μας χαμογέλασε κι άρχισε να μας διηγάται τ· όνειρό του… Μα ως το διηγόταν, ο τρόμος τον κυρίευε πάλι, τα μάτια του γέμισαν σκοτάδι. Η μάνα του του πήρε το χέρι, το χάδεψε, γαλήνεψε.

— Μάνα, είπε, μου φάνηκε, τώρα που κοιμόμουν, πως ήμουν μωρό, με κουνούσες και με νανούριζες. Μου φαίνεται, μάνα, με ξαναγέννησες!

Είπε, της πήρε πάλι το χέρι και το φιλούσε· κι η φωνή του είχε γίνει χαδιάρα σαν του παιδιού.

— Μάνα, μανούλα, πες μου ένα παραμύθι.

Το πρόσωπο του είχε γίνει ξαφνικά σαν του μωρού, η γλώσσα του τσεύδιζε. Η μάνα τρόμαξε· Ένας αδερφός της, γλεντζές κι αυτός, σαν το Φραγκίσκο, σπάταλος και φουμιστός τρουβαδούρος στο Αβινιόν, από το πολύ το πιοτό, από το πολύ το τραγούδι, είχε χάσει τα συλλοϊκά του· αρκούδιζε με τα τέσσερα, μπεμπέριζε, έβοσκε χορτάρι, του 'χε κολλήσει η τρέλα πως ήταν αρνί… Και τώρα ο γιος της, θαρρείς ξαναμωράθηκε και της ζητάει να του λέει παραμύθια· μπας κι είναι, ήμαρτον Θεέ μου, μολεμένο, μεθυσμένο το αίμα της;

— Τι παραμύθι, παιδί μου; είπε και του άγγιξε το μέτωπο να δροσερέψει.

— Όποιο θες· Ένα από την πατρίδα σου· για τον άγριο, ξυπόλυτο καλόγερο, τον Πέτρο.

— Ποιον Πέτρο;

— Τον αιρεσιάρχη από τη Λυόν.

— Μα αυτό δεν είναι παραμύθι, γιε μου!

— Μου το 'λεγες συχνά, όταν ήμουν μικρός, και μου φαίνουνταν παραμύθι, και φοβούμουν τον άγιο αυτόν δράκο σαν μπαμπούλα· όταν έκανα αταξίες, με φοβέριζες, θυμάσαι; «Τώρα θα 'ρθει ο καλόγερος να σε πάρει!» μου 'λεγες, κι εγώ λούφαζα κάτω από μιαν πολυθρόνα και δεν έβγαζα άχνα, να μη με βρει και με αρπάξει.

Για τον περίφημο καλόγερο, τον Πέτρο από τη Λυόν; πετάχτηκα τότε κι εγώ· τον γνώρισες, κυρα-Πίκα; Έχω ακουστά πολλά γι· αυτόν, σημεία και τέρατα… Κι εγώ, ο ταπεινός, σε παρακαλώ, κυρά μου, τον είδες; τον γνώρισες; πώς ήταν; Είχα κινήσει να πάω να τον βρω, μα δεν τον πρόλαβα· είχε πεθάνει.

Ο Φραγκίσκος χαμογέλασε, και για να πειράξει τη μάνα του:

— Είχε πετάξει τα σαντάλια της κι ήθελε, λέει, να τον ακολουθήσει ξυπόλυτη, μα δεν την άφηκαν. Την κλείδωσαν, την πάντρεψαν, έκαμε γιο, κι όλα τα ξέχασε· γύρευε το γιο κι όχι το Θεό.

Γέλασε· μα η κυρα-Πίκα πειράχτηκε.

— Δεν τον ξέχασα, μα έχω τώρα άλλες έγνοιες, έκαμε κι αναστέναξε. Πώς μπορώ να τον ξεχάσω; συχνά ακόμα τον βλέπω στ’ όνειρό μου.

— Πώς τον πρωτογνώρισες, μάνα, αυτό να μας πεις. Ακούμπησε στα μαξιλάρια, είχε κοιμηθεί όλη  τη  μέρα, ένιωθε γλυκιά ανάπαψη απάνω στο κορμί του. Έκλεισε τα μάτια.

— Ακούω, είπε.

Η κυρα-Πίκα είχε πυροκοκκινίσει· με το κεφάλι γυρτό στο στήθος της, κάμποση ώρα σώπαινε· τα βλέφαρα της αναπετάριζαν σα φτερούγες λαβωμένου πουλιού· ένιωθες, πολύ βαθιά της ήταν ο καλόγερος αυτός, μέσα στα σκοτάδια του σπλάχνου, και δείλιαζε, δεν ήθελε να τον ανασύρει στο φως.

— Δε θες να σου πω ένα αληθινό παραμύθι, παιδί μου; παρακάλεσε τέλος το γιο της.

Ο Φραγκίσκος άνοιξε τα μάτια, μάζεψε τα φρύδια.

— Όχι, αυτό· αυτό, κανένα άλλο! Πώς τον πρωτοείδες, πότε; πού; και τι σου είπε; και πώς γλίτωσες; Πολλά λεν, μα δεν τα πιστεύω· ήρθε η ώρα πια, θέλω να μάθω!

Στράφηκε σε μένα:

— Κάθε άνθρωπος, είπε, έχει ένα κρυφοβδόμαδο στη ζωή του· τούτο είναι το κρυφοβδόμαδο της μάνας μου.

— Καλά, γιε μου, θα σου τα πω όλα, έκαμε η κυρα-Πίκα ταραγμένη· ησύχασε.

Απίθωσε τα χέρια στην ποδιά της, τα δάχτυλα της ήταν κοντυλένια σαν του γιου της, κι έπαιζε νευρικά στις φούχτες της το άσπρο της μαντιλάκι.

— Ήταν δείλι, άρχισε αργά, θαρρείς μοχτούσε να θυμηθεί, Σαββατόβραδο· αργοσάλευα στην αυλή του πατρικού σπιτιού και πότιζα τις γλάστρες, τα βασιλικά, τις μαντζουράνες, τους κατηφέδες· ένα γεράνι κόκκινο είχε το δειλινό εκείνο ανθίσει, και στέκουμουν και καμάρωνα την ομορφιά του.

» Όπου, ξάφνου, κάποιος έδωκε δυνατή σπρωξιά στην ξώπορτα και μπήκε· στράφηκα τρομαγμένη· ένας άγριος καλόγερος στέκουνταν μπροστά μου. Φορούσε κουρελιασμένο ράσο, ένα χοντρό σκοινί έζωνε τη μέση του κι ήταν ξυπόλυτος.

» Άνοιγα το στόμα να φωνάξω, μα αυτός άπλωσε το χέρι και μου 'φραξε το στόμα. «Ειρήνη στο σπίτι ετούτο!» σήκωσε το χέρι και το βλόγησε. Η φωνή του ήταν βαριά, άγρια· μα στη μέση μέση της φωνής ένιωσα ανείπωτη τρυφεράδα. Ήθελα να τον ρωτήσω ποιος είναι, τι θέλει, γιατί 'ναι λαχανιασμένος, ποιοι τον κυνηγούν; Μα το λαρύγγι μου ήταν σφιμένο, η φωνή δεν έβγαινε.

» — Ναι, με κυνηγούν, είπε — μάντεψε από το σάλεμα των χειλιών το ρώτημα μου· με κυνηγούν οι αντίχριστοι· είμαι ο καλόγερος Πέτρος, δεν έχεις ακουστά; που σήκωσε την κουρελιασμένη σημαία του Χριστού με τ' άσπρα κρίνα· που γυρίζει χώρες και χωριά ξυπόλυτος και πεινασμένος, και πήρε το φραγγέλιο από το χέρι του Χριστού και διώχνει από το ναό του Θεού τους πόρνους, τους ψεύτες, τους άτιμους.

» Μιλούσε ακόμα, κι ακούστηκε βουή μεγάλη στο δρόμο, τσούρμα πολλή περνούσε και γιουχάιζε και φοβέριζε και χτυπούσε τις πόρτες, κι η καμπάνα της εκκλησίας της γειτονίας μας άρχισε να βαράει μανιασμένη.

» Ο καλόγερος έσφιξε τη γροθιά του, στράφηκε κατά την ξώπορτα και στρούφιξε το χείλι του σαρκαστικά.

» — Μυρίστηκαν στον αέρα το Χριστό, το μεγάλο τους οχτρό, έγρουξε, και χιμούν πάλι να τον σταυρώσουν. Ε Πιλότοι και Καΐάφες, έρχεται, έρχεται, έφτασε η Δευτέρα Παρουσία!

» Το τσούρμο πέρασε, δεν αποκότησε να χτυπήσει την πόρτα μας, πήραν κατά το γιοφύρι, χάθηκαν. Απόμεινα ολομόναχη με τον καλόγερο μέσα στην αυλή, είχα καρφωμένα τα μάτια στο κόκκινο γεράνι κι έτρεμα: μια δύναμη πετιόταν από τον άγριο ετούτο καλόγερο, και δεν μπορούσα να τη βαστάξω· και τα μάτια του με κοίταζαν με αλλόκοτο θυμό και τρυφεράδα. Φούχτωσε το κόκκινο γεράνι, του 'δωκε μια και το μάδησε· κι εγώ έσυρα φωνή και τα μάτια μου βούρκωσαν. Μάζεψε τα χοντρά φρύδια του.

» — Δεν ντρέπεσαι να χάνεις την ψυχή σου να κοιτάζεις τα πλάσματα και να μην κοιτάς τον Πλάστη; Όλες οι ομορφιές της γης πρέπει να χαθούν, γιατί μας εμποδίζουν να βλέπουμε τον Αόρατο.

Ο Φραγκίσκος, που ως τώρα ήταν σκυμμένος κι άκουγε, τινάχτηκε· τα μάγουλα του είχαν ανάψει.

— Όχι, όχι, φώναξε, όχι! Στράφηκε σε μένα:

— Τι λες και συ, φράτε Λεόνε;

— Τι να πω, αρχοντόπουλό μου, εγώ χοντρός άνθρωπος είμαι, για να πιστέψω, πρέπει να δω και ν' ακούσω και ν· αγγίξω· μονάχα όταν βλέπω τα ορατά μπορώ να μαντέψω τι θα 'ναι ο Αόρατος· αν έλειπαν αυτά, θα 'μουν χαμένος.

— Η ομορφιά είναι θυγατέρα του Θεού, έκαμε ο Φραγκίσκος κοιτάζοντας από το ανοιχτό παράθυρο την αυλή, την κληματαριά και μερικά άσπρα συννεφάκια που αρμένιζαν στον ουρανό· η ομορφιά είναι θυγατέρα του Θεού, αυτό ξέρω εγώ· και μονάχα, όταν την κοιτάζουμε, μπορούμε να μαντέψουμε το πρόσωπο του Θεού. Αυτό το γεράνι που μάδησε ο καλόγερος σου, μάνα, θα τον βουλιάξει στην Κόλαση.

— Το 'καμε για να σώσει την ψυχή μου, αντιμίλησε η κυρα-Πίκα· τι 'ναι ένα γεράνι μπρος στην ψυχή του ανθρώπου; Ο καλόγερος μου, καθώς λες, θα μπει στην Παράδεισο με το κόκκινο αυτό γεράνι στο χέρι- γιατί έσωσε την ψυχή μου.

— Πώς; έκαμε ο Φραγκίσκος και κοίταξε ξαφνιασμένος τη μάνα του· έσωσε την ψυχή σου; Μα δεν ήρθε τότε ο πατέρας σου και τον έδιωξε κι όλα τέλειωσαν; Έτσι μου είχες πει, και τώρα… Γιατί δε μου 'πες την αλήθεια;

— Γιατί όταν ήσουν μικρός δε θα καταλάβαινες, κι όταν μεγάλωσες, να σου το 'λεγα, θα γελούσες· τώρα που αρρώστησες, παιδί μου, και ξεθύμανε μια στάλα η σάρκα σου, μπορείς ν’ ακούσεις τα μυστικά μηνύματα του Θεού χωρίς να γελάσεις· γι’ αυτό σου το λέω.

— Λέγε, μάνα, λέγε, έκαμε ο Φραγκίσκος ταραγμένος, όχι, δε θα γελάσω· μπορεί και ν' αρχίσω τα κλάματα· ήρθε η στιγμή, έχεις δίκιο, μάνα, ήρθε η στιγμή ν' ακούσω.

Δεν πρόφτασε ν' αποσώσει το λόγο κι απότομα ξέσπασε στα κλάματα.

Η μάνα τρόμαξε, τον αγκάλιασε.

— Γιατί κλαις, παιδί μου, γιατί τρέμεις;

— Γιατί νιώθω μέσα μου το αίμα σου, το αίμα σου, μάνα…

Η κυρα-Πίκα σκούπισε με το μαντιλάκι της τον ίδρωτα στα μελίγγια της και στο λαιμό, με κοίταξε· δίστασε μια στιγμή, λες και δεν ήθελε να μιλήσει μπροστά μου. Κι εγώ σηκώθηκα:

— Θες να φύγω, κυρά μου; φεύγω.

Ο Φραγκίσκος άπλωσε προσταχτικά το χέρι.

— Μείνε· δε θα πας πουθενά· μην ντρέπεσαι, μάνα, μίλα. Κοίταξα την κυρα-Πίκα, κι εκείνη μου 'ριξε μια κοφτερή ματιά, τα φρύδια της κουνήθηκαν, με ζύγιαζε.

— Μείνε, είπε τέλος· δεν είναι καμιά ντροπή, καθαρή η καρδιά μου, θα μιλήσω.

— Λοιπόν; έκαμε ο Φραγκίσκος κοιτάζοντας ανυπόμονα τη μάνα του.

— Έβαλε ο καλόγερος το χέρι του απάνω στο κεφάλι μου κι ένιωσα μια φλόγα να κατεβαίνει στο μυαλό μου, να πιάνει το λαιμό μου, να καίει τα σωθικά μου· τι 'ταν η φλόγα εκείνη; μου ερχόταν να βάλω τα κλάματα ή ν' αρχίσω στη μέση της αυλής να χορεύω ή να ξεχυθώ στους δρόμους, να πετάξω τα σαντάλια μου και να πάρω τις στράτες, να μην ξαναγυρίσω στο σπίτι του κυρού μου… Καίγουμουν τι 'ταν εκείνη η φλόγα; Θα 'ταν ο Θεός, αυτός θα 'ταν ο Θεός, φώναξα μέσα μου, έτσι μπαίνει στον άνθρωπο.

Τα μάγουλα, ο λαιμός της κυρα-Πίκας είχαν ανάψει. Σηκώθηκε, πήρε από το παράθυρο την κρουσταλλένια μποτίλια το νερό, γέμισε ένα ποτήρι, το 'πιε· ξαναγέμισε το ποτήρι, ήπιε πάλι, σα να 'θελε να σβήσει τη φλόγα μέσα της.

— Και τότε; έκαμε ο Φραγκίσκος που δεν κρατιόταν πια, τότε;

Η κυρα-Πίκα έσκυψε το κεφάλι.

— Τότε, παιδί μου, ο νους μου σάλεψε, δε με χωρούσε πια το σπίτι του πατέρα μου, κι όταν ο καλόγερος άνοιξε την πόρτα και στάθηκε και μου 'γνέψε «Έλα!», εγώ πέταξα τα σαντάλια μου στη μέση της αυλής κι έτρεξα πίσω του.

Ο Φραγκίσκος γούρλωσε τα μάτια· έκαμε να μιλήσει, δεν μπορούσε· τον κοίταζα ανήσυχος- δεν μπορούσα να καταλάβω, τρόμος ήταν αυτός που αναστάτωνε και στρούφιζε το πρόσωπό του, τρόμος, χαρά, περγέλιο; για και τα τρία, το ένα ύστερα από το άλλο; για και τα τρία μαζί, και το πρόσωπό του πότε έσβηνε κατάχλωμο; πότε άναβε κατακόκκινο κι άχνιζε.

Τέλος μπόρεσε να παίξει τα χείλια του, μίλησε:

— Έφυγες; πήγες μαζί του; παράτησες το σπίτι σου;

— Ναι, αποκρίθηκε η κυρα-Πίκα κι η φωνή της ήταν τώρα ήσυχη, αλαφρωμένη. Ήμουν δεκάξι χρονών, η καρδιά μου ήταν ανοιχτή, έτοιμη να δεχτεί όλα τα θάματα… κι ο Θεός μου παρουσιάστηκε, το δειλινό εκείνο, όπως αυτός ήθελε· σε άλλες κοπέλες παρουσιάζεται σαν όμορφο αρχοντόπουλο, σε μένα σαν άγριος κουρελής καλόγερος, ξυπόλυτος. Έτρεχα πίσω του, πήραμε σβάρνα τα χωριά, μου μιλούσε για τη φτώχεια, για την αγνότητα, για την Παράδεισο και την Κόλαση, κι η γης έφευγε κάτω από τις γυμνές πατούσες μου, της έδινα μια κλοτσιά κι ανέβαινα μαζί με τον καλόγερο στον ουρανό.

» Ανεβήκαμε, κατεβήκαμε βουνά, μπαίναμε στα χωριά οι δυο μας σα μεγάλοι καταχτητές, στέκουνταν αυτός στην πλατεία του χωριού, πηδούσε απάνω σε μιαν πέτρα, σήκωνε το μπράτσο και σφεντόνιζε τ' αναθέματα στους άθεους, στους άτιμους, στους άρχοντες του κόσμου. Κι όταν νύχτωνε, στέκουμουν εγώ μπροστά του, κρατούσα αναμμένη λαμπάδα και φώτιζα το φοβερό του το πρόσωπο, να το βλέπουν οι χωριάτες και να τους πιάνει τρόμος.

» Ωστόσο ο πατέρας μου είχε στείλει καβαλαραίους, αλώνισαν ολούθε βουνά και χωριά, με βρήκαν μαζί τους ήταν κι ο αδερφός μου, με άρπαξε, με ανέβασε στα καπούλια του άλογου του και γυρίσαμε σπίτι.

Η κυρα-Πίκα σώπασε· κοίταξε το γιο της, του χαμογέλασε.

— Ύστερα από λίγες μέρες με πάντρεψαν.

Ο Φραγκίσκος έκλεισε τα μάτια· κανένας μας δεν άνοιγε το στόμα να μιλήσει· και τότε, στη μεγάλη σιγή, ακούσαμε το καναρίνι, να κελαηδάει αλλοπαρμένο, με το λαιμό τεντωμένο, κατά τον ουρανό. Όλη την ώρα που μιλούσε η κυρά του, θα κελαηδούσε, μα εμείς δεν το ακούγαμε· ο νους μας είχε γεμίσει από μιαν ξυπόλυτη κοπέλα που έτρεχε λαχανιασμένη πίσω από έναν άγριο καλόγερο.

Κι άξαφνα άνοιξε ο Φραγκίσκος τα μάτια· η φωνή του είχε χοντρύνει, βράχνιασε:

— Θέλω να μείνω μόνος· φευγάτε!

Η μάνα του κι εγώ σηκωθήκαμε· δε βγάλαμε άχνα, ανοίξαμε την πόρτα και φύγαμε.

 

Όλη τη νύχτα εκείνη δεν αφήκε ο Φραγκίσκος κανένα να μπει στην κάμαρά του· τον ακούγαμε να στενάζει, και πότε να σηκώνεται, ν' ανοίγει το παράθυρο να πάρει αέρα.

Το πρωί άκουσα τη φωνή του να με κράζει:

— Φράτε Λεόνε!

Έτρεξα· ανάσκελα πεσμένος στα σεντόνια, σπάραζε· το πρόσωπό του σαν το κερί.

— Φράτε Λεόνε, μου 'πε χωρίς να στραφεί να με κοιτάξει, φράτε Λεόνε, είμαι χαμένος· δεξά μου ο γκρεμός του Θεού, ζεβρά μου ο γκρεμός του Σατανά, αν δεν έχω φτερά, χάθηκα· θα πέσω!

— Τι έπαθες, Φραγκίσκο μου; έκαμα και τον έσφιξα στην αγκαλιά μου· γιατί τρέμεις;

— Το αίμα της μάνας μου, μουρμούρισε, το αίμα της μάνας μου, δεν το άκουσες; η τρέλα!

— Δεν ήταν η τρέλα, Φραγκίσκο μου, ήταν ο Θεός που την έσπρωξε.

— Η τρέλα! Οληνύχτα νειρεύουμουν πως πέταξα κι εγώ στην αυλή του κυρού μου τα σαντάλια μου και γρεμίζουμουν… Άπλωνα τα χέρια μου να πιαστώ, έπιανα αέρα!

Τίναζε αψηλά τα χέρια του, τ' ανοιγοκλειούσε, αγκάλιαζε τον αέρα.

Του χάδεψα αργά, σερτά το μέτωπο, σιγά σιγά γαλήνευε, έγειρε το κεφάλι στο στήθος, σα λαβωμένο πουλί, και σε λίγο τον πήρε ο ύπνος.

 

Τον κοίταζα έτσι που κοιμόταν και μάχουμουν να μαντέψω τι μπαινόβγαινε μέσα στα σπλάχνα του, τώρα που όλες τις πόρτες τις άνοιξε ο ύπνος. Γιατί το πρόσωπό του και κάθε στιγμή άλλαζε· πότε τα φρύδια του σηκώνουνταν ξαφνιασμένα, πότε τα χείλια του λυγούσαν με άφραστη θλίψη, και πότε μια λάμψη έπεφτε απάνω σε όλο του το πρόσωπο και τα βλέφαρα του αναπετάριζαν, σα να μην μπορούσαν να τη βαστάξουν.

Άξαφνα άπλωσε τα χέρια, άρπαξε το μπράτσο μου με τρόμο.

— Φράτε Λεόνε, εσύ 'σαι; φώναξε. Τον είδες;

— Ποιον;

— Τώρα έσβησε στον αέρα· είναι ακόμα στον αέρα!

— Μα ποιος, αρχοντόπουλό μου; θα 'ταν όνειρο.

— Όχι, δεν ήταν όνειρο, όχι! Υπάρχει ένα πράμα πιο αληθινό από την αλήθεια, φράτε Λεόνε; Αυτό ήταν!

Ανακάθισε στο κλινάρι, έτριψε τα μάτια.

Θαρρείς πως κοιμόμουν; δεν κοιμόμουν οι πόρτες ήταν κλειστές και μπήκε μέσα ψάχνοντας, με τα χέρια απλωμένα, σαν τυφλός· ντυμένος χιλιάδες κουρέλια, χιλιάδες μπαλώματα, και μύριζε σάπιο κρέας. Έφτασε στο κρεβάτι μου, έψαξε, με βρήκε. «Εσύ 'σαι ο γιος ο κανακάρης του σιορ Μπερναρντόνε; — Εγώ, αποκρίθηκα κι έτρεμα. — Έλα, σήκω, γδύσε με, πλύνε με, δώσ' μου να φάω!»  Δεν παρακαλούσε, πρόσταζε.

«Ποιος είσαι; — Πρώτα γδύσε με, πλύνε με, δώσ' μου να φάω!» Σηκώθηκα, πήρα να τον γδύνω· τι κουρέλια ήταν εκείνα, Θεέ μου, τι μπαλώματα, τι βρώμα! Κι όταν απόμεινε γυμνός, τι σαράβαλο το κορμί του, τι πόδια πρησμένα, σαρανταπληγιασμένα! το κεφάλι του ήταν χωμένο σε κουκούλα, την έβγαλα, φάνηκαν τα μελίγγια του χαρακωμένα από πυρωμένο σίδερο· και στο μέτωπό του είχε μια κόκκινη πληγή, σα σταυρό. Μα ό,τι μου 'κανε φρίκη ήταν οι μεγάλες τρύπες που είχαν τα χέρια και τα πόδια του κι έτρεχαν αίματα. «Ποιος είσαι; τον ξαναρώτησα κοιτάζοντας τον με αηδία και τρόμο. — Πλύνε με!» αποκρίθηκε αυτός. Πήγα, ζέστανα νερό, τον έπλυνα· κάθισε στην κασέλα ετούτη: «Τώρα να φάω!» είπε. Του 'φερα ένα μεγάλο πιάτο φαΐ, έσκυψε, πήρε μια φούχτα στάχτη από το τζάκι, την έριξε απάνω στο φαΐ, άρχισε να τρώει.

» Απόφαε, σηκώθηκε, μου πήρε το χέρι· το πρόσωπό του τώρα είχε γαληνέψει, με κοίταζε με τρυφεράδα, με συμπόνια.

» — Τώρα είσαι αδερφός μου, είπε· αν σκύψεις απάνω μου, θα δεις το πρόσωπό σου· αν σκύψω απάνω σου, θα δω το πρόσωπό μου· είσαι αδερφός μου· έχε γεια, φεύγω. —Πού πας; — Όπου θα πας· καλήν αντάμωση!

Είπε, κι αφανίστηκε· σκόρπισε στον αέρα· ακόμα η μυρωδιά του στον αέρα! Ποιος ήταν: Ποιος; Τι λες και συ, φράτε Λεόνε;

Δεν αποκρίθηκα· μετατοπίστηκα απάνω στην κασέλα όπου κάθουμουν, μην μπας και αγγίξω τον αόρατο· ποιος να 'ταν; μήνυμα από τους σκοτεινούς δαιμόνους; μήνυμα από τις φωτερές δυνάμες; Ένα μονάχα ένιωθα, σίγουρα: γύρα από το αρχοντόπουλο ετούτο, μεγάλος πόλεμος γίνουνταν στον αέρα.

 

Πέρασαν ακόμα τρεις μέρες· το αίμα άρχισε ν' αναρεί στα χλωμά μάγουλα, στερεώνουνταν οι αρμοί, πήρε να πεινάει η σάρκα και ζητούσε να φάει· τα χείλια του Φραγκίσκου κοκκίνισαν. Και μαζί με το κορμί αναστυλώνουνταν κι η ψυχή, και μαζί της κι ο κόσμος· όλα έρχουνταν πάλι — τα συγύρια της κάμαρας, η αυλή, το πηγάδι, η κληματαριά κι οι φωνές έξω του δρόμου κι οι συναστεριές τη νύχτα απάνω στον ουρανό — κι ορδινιάζουνταν στη θέση που τους είχε δώσει ο καιρός κι ο Θεός. Έμπαινε τώρα, μαζί με το αίμα του Φραγκίσκου, κι ο κόσμος σε τάξη.

Την τέταρτη  μέρα χτυπούσαν,  ξημερώματα, οι καμπάνες του Άι-Ρουφίνου, η κυρα-Πίκα κίνησε για την εκκλησιά και πίσω της η γριά παραμάνα· ο σιορ Μπερναρντόνε δεν είχε ακόμα γυρίσει από την περιοδεία του. Οι καμπάνες χτυπούσαν γιορτάσιμα, γιατί σήμερα, 23 του Σετέμπρη, ήταν η γιορτή του Άι-Δαμιανού, του αγαπημένου άγιου της Ασίζης· το εκκλησάκι του έρεβε χάρβαλο, απόξω από την πολιτεία, στον κατήφορο, κατά τον κάμπο. Μια φορά το εκκλησάκι αυτό ήταν στις δόξες του, γίνουνταν εδώ, κάθε χρόνο τέτοια μέρα, τρανταχτό πανηγύρι, γέμιζε το κόνισμα του άγιου χρυσά κι ασημένια ταξίματα· μα τώρα ρήμαξε, ξεχάσκισαν οι τοίχοι, δεν του 'μεινε παρά ένας μεγάλος βυζαντινός σταυρός, κι απάνω του, χλωροπράσινος, όλο αίματα, κρέμουνταν ο Χριστός σταυρωμένος. Μια γλύκα παράξενη είχε ο Χριστός αυτός, μια θλίψη, όχι θεϊκιά, παρά ανθρώπινη, το 'νιωθες, έκλαιε, πέθαινε σαν άνθρωπος. Κι οι χριστιανοί που γονάτιζαν μπροστά του και τον κοίταζαν, ανατρίχιαζαν σα να 'ταν αυτοί σταυρωμένοι και πονούσαν.

Είχα μπει πρωί πρωί στην κάμαρα του Φραγκίσκου· μου 'χε παραχωρήσει η κυρα-Πίκα, όσο θα 'λειπε ο άντρας της, μια μικρή καμαρούλα να κοιμούμαι και να βρίσκουμαι κοντά στο γιο της· γιατί ακατάπαυτα με ζητούσε στην αρρώστια του και δεν ήθελε να μακρύνω από κοντά του. Σήμερα τον βρήκα ανακαθισμένο στο στρώμα του, χαρούμενο. Είχε καρφωμένα τα μάτια του στην πόρτα και με περίμενε.

— Έλα το λοιπόν, λιοντάρι του Θεού, φώναξε ως με είδε, βλέπω χτένισες τη χαίτη σου σήμερα κι έστριψες λιονταρίσια το μουστάκι σου· αναγλείφεις τα χείλια σου, έφαες;

— Ας είναι καλά η μάνα σου, Φραγκίσκο μου, αποκρίθηκα· πριν κινήσει για την εκκλησιά, μου 'πεψε με την παραμάνα της ψωμί, τυρί και γάλα· μα την πίστη μου, τι να σου πω, αρχοντόπουλο μου, αρχίζω και γίνουμαι λιοντάρι.

Γέλασε.

— Κάθισε, μου 'πε και μου 'δειξε τη σκαλιστή κασέλα δίπλα στο κρεβάτι.

Ακούστηκε πάλι το καναρίνι να κελαηδάει· το 'χε χτυπήσει ο ήλιος, και το στηθαία του κι ο λαιμός είχαν γεμίσει τραγούδι. Αμίλητος ο Φραγκίσκος το κοίταζε πολλήν ώρα, με το στόμα μεσανοιγμένο, και τα μάτια του είχαν θαμπώσει.

Σαν την ψυχή είναι και το καναρίνι, μουρμούρισε τέλος· θωράει τα κάγκελα γύρα του μα δεν απελπίζεται, τραγουδάει, τραγουδάει, και να δεις, φράτε Λεόνε, μια μέρα το τραγούδι του θα σπάσει τα κάγκελα.

Χαμογέλασα· να 'ταν έτσι εύκολο να σπουν τα κάγκελα! συλλογίστηκα· μα ο Φραγκίσκος είδε το χαμόγελο μου, πικράθηκε.

— Τι; δεν το πιστεύεις; έκαμε· δε σου 'ρθε το λοιπόν ποτέ στο νου ν' αναρωτηθείς αν υπάρχει σώμα — κόκαλα, τρίχες, κρέας — για μπας κι όλα είναι ψυχή;

— Ποτέ, ποτέ, Φραγκίσκο, συμπάθησε με· είμαι, σου λέω, χοντρός άνθρωπος, χοντρός κι ο νους μου.

— Μήτε και μένα, φράτε Λεόνε, δεν ήρθε ποτέ στο νου μια τέτοια υποψία· μονάχα τώρα στην αρρώστια μου. Εσένα σε τράβηξε ο Θεός και σ' έφερε κοντά του από το μονοπάτι της τεμπελιάς· έμενα, θαρρώ, από το μονοπάτι της αρρώστιας. Κι όχι τη μέρα, τη νύχτα, όταν κοιμόμουν και δεν μπορούσα να του αντισταθώ. Μπας και δεν υπάρχει κορμί, συλλογίζουμουν στα ονείρατά μου, παρά μονάχα ψυχή; Μονάχα την ψυχή που μπορούμε ν' αγγίξουμε και να δούμε τη λέμε σώμα. Όλες τις νύχτες της αρρώστιας μου, ως μ' έπαιρνε ο ύπνος, ένιωθα το κορμί μου να διανεύει ανάλαφρα, ήσυχα, απάνω από το κρεβάτι μου, έβγαινε από το παράθυρο και σεριάνιζε στην αυλή, ακουμπούσε απάνω στην κληματαριά κι ύστερα κυματιστά μετωρίζουνταν απάνω από τις στέγες της Ασίζης· και τότε άξαφνα κατάλαβα το μεγάλο μυστικό: δεν υπάρχει σώμα, δεν υπάρχει σώμα, φράτε Λεόνε, μονάχα ψυχή!

Τινάχτηκε απάνω στο στρώμα του, το πρόσωπό του έλαμψε.

— Κι αν υπάρχει μονάχα ψυχή, ξεφώνισε χαρούμενος, αν υπάρχει μονάχα ψυχή, ως πού μπορούμε να φτάσουμε, φράτε Λεόνε! Μ' ένα πήδημα, δεν υπάρχει πια σώμα να μας εμποδίζει, φτάνουμε στον ουρανό!

Σώπαινα. Δεν καταλάβαινα καλά τα λόγια, μα η καρδιά μου, αυτή τα καταλάβαινε όλα.

— Και το πήδημα αυτό το 'καμα στα ονείρατά μου, εξακολούθησε ο Φραγκίσκος και τίναξε δυνατά, σα φτερούγες, τα μπράτσα του κατά τον ουρανό· να, έτσι! Δεν υπάρχει πράμα πιο απλό, πιο εύκολο, όταν νειρεύεσαι· μα θα το κάμω, θα δεις, πήρα την απόφαση, το αίμα της μάνας μέσα μου φωνάζει, θα το κάμω και τώρα που ξύπνησα· δύσκολο πολύ" βοήθα με, φράτε Λεόνε!

— Να σε βοηθήσω, αδερφέ Φραγκίσκο, να σε βοηθήσω μετά χαράς, μα πως;   Κολλυβογράμματα τα γράμματα μου, λίγο το μυαλό μου· δεν έχω παρά μονάχα την καρδιά, μα τι να την κάμεις; ζουρλή από φυσικού της η κακομοίρα, ψωροπερήφανη, μην της έχεις εμπιστοσύνη. Πώς, το λοιπόν, μπορώ να σε βοηθήσω;

— Μπορείς, μπορείς, γρήγορα κιόλας· άκου· αύριο θα μπορέσω να σηκωθώ· πάρε με από το μπράτσο, αναβάστα με να μην πέσω· θα πάμε στο εκκλησάκι του Άι-Δαμιανού!

— Του Άι-Δαμιανού! έκαμα ξαφνιασμένος· ξέρεις, σήμερα γιορτάζει η χάρη του· δεν άκουσες τις καμπάνες;

— Σήμερα! έκαμε ο Φραγκίσκος χτυπώντας τα χέρια· γι· αυτό λοιπόν…

— Τι;

— Είδα όνειρο… Τον είδα στ’ όνειρό μου… Ήρθε απόψε τη νύχτα, στον ύπνο μου, κουρελιάρης, ξυπόλυτος, ακουμπούσε στα δεκανίκια κι έκλαιγε. Κι εγώ τρόμαξα, έδραμα να τον αναβαστάξω, φίλησα τα χέρια του: «Άγιε του Θεού, μην κλαις, του 'πα τι έπαθες; Δεν είσαι στην Παράδεισο; Κλαίνε, το λοιπόν, και στην Παράδεισο;» Κούνησε το κεφάλι του. «Κλαίνε και στην Παράδεισο, μου αποκρίθηκε, μα για τους ανθρώπους που σούρνουνται ακόμα στη γης. Σε είδα ξαπλωμένο, ήσυχο, στο πουπουλένιο αρχοντικό σου κρεβάτι και σε λυπήθηκα. Τι κοιμάσαι, Φραγκίσκο, δεν ντρέπεσαι; η Εκκλησία κιντυνεύει.

» — Κιντυνεύει; Και τι μπορώ να κάμω εγώ; τι θες να κάμω;

» — Άπλωσε το χέρι, βάλε τους ώμους σου, μην την αφήσεις να πέσει!

» — Εγώ; Εγώ; ο γιος του Μπερναρντόνε;

» — Εσύ, ο Φραγκίσκος της Ασίζης. Ο κόσμος γκρεμίζεται, ο Χριστός κιντυνεύει, σήκω απάνω· βάλε τη ράχη σου, ανακράτησε τον κόσμο να μην πέσει. Σαν το παρεκκλήσι μου κατάντησε η Εκκλησία, χάρβαλο· στύλωσε τη!»

» Μ' έπιασε από τον ώμο και με σκούντησε δυνατά· ξύπνησα τρομαγμένος.

Γύμνωσε τον ώμο του.

— Να, θαρρώ, είπε, θα δεις ακόμα τις δαχτυλιές του στον ώμο μου· ζύγωσε!

Ζύγωσα· μα ευτύς πισωδρόμησα τρομαγμένος· έκαμα το σταυρό μου.

«Μνήστητί μου, Κύριε!» μουρμούρισα κι έτρεμα· απάνω στον ώμο του Φραγκίσκου ξέκρινα καθαρά γαλαζόμαυρες βούλες, σα δαχτυλιές.

— Είναι τα δάχτυλα του Άγιου Δαμιανού, είπε ο Φραγκίσκος, μη φοβάσαι.

Και σε λίγο:

— Κατάλαβες τώρα γιατί θα πάμε στο εκκλησάκι του Άι-Δαμιανού; Είναι ετοιμόρροπο, εμείς θα το στυλώσουμε· εμείς οι δυο μας, φράτε Λεόνε, με πέτρες κι άσβεστη· και θα γεμίσουμε λάδι το σβημένο καντήλι του άγιου, να φωτιστεί πάλι το πρόσωπό του.

— Αυτό μονάχα να'θελε, Φραγκίσκο, να σου παραγγείλει; για μπας…

Αυτό, αυτό! έκαμε ο Φραγκίσκος και μου 'φραξε το στόμα, σα να τρόμαξε μην πάω παραπέρα· ας αρχίσουμε από αυτό, σώπα!

Σώπασα· μα η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά· ένιωθα, τ' όνειρο ετούτο του Φραγκίσκου ήταν από Θεού, μήνυμα μυστικό, φοβερό· ήξερα πως όταν ο Θεός αρπάξει τον άνθρωπο, σπλάχνος πια δεν έχει, τον τινάζει από κορφή σε κορφή, κι ας γίνει χίλια κομμάτια· και γι' αυτό κοίταζα το Φραγκίσκο ν' ανασηκώνεται χαρούμενος από το κρεβάτι του, και μένα με είχε πιάσει τρόμος.

 

Την άλλη μέρα το πρωί βρήκα το Φραγκίσκο σηκωμένο· ακουμπούσε στο μπράτσο της μάνας του και περιδιάβαζε στραταριστά το σπίτι· γούρλωνε χαρούμενος τα μάτια κι έβλεπε, σα για πρώτη φορά, τις απλόχωρες κάμαρες, τις σκαλιστές κασέλες, τ' άγια κονίσματα στο εικονοστάσι, και τη στιγμή εκείνη, ορθός στο κατώφλι της αυλής, καμάρωνε το πηγάδι με το μαρμαρένιο αφρόχειλο και γύρα τις γλάστρες με τα μυριστικά — το βασιλικό, τις μαντζουράνες, τους κατηφέδες, που θύμιζαν στην κυρα-Πίκα την αγαπημένη της ηλιόχαρη πατρίδα· και στην κόχη του τοίχου, πλάι στην ξώπορτα, το πέτρινο άγαλμα της Παναγιάς της Αβινιοπούλας με το μικρούλικο Θεό στην αγκάλη.

— Καλώς το λιοντάρι του Θεού, έκαμε ως με είδε και γέλασε· ετούτο είναι το λιοντάρι που πάει στ' αρνιά και τους ζητάει ελεημοσύνη, αντί να τα φάει!

Στράφηκε στη μάνα του:

— Ποιος Ευαγγελιστής, μάνα, είχε σύντροφο του το λιοντάρι, ο Λουκάς;

Όχι παιδί μου, ο Μάρκος, Αποκρίθηκε η κυρα-Πίκα και στέναξε· άρια και που πηγαίνεις στην εκκλησιά, που να ξέρεις!

— Το λοιπόν, έκαμε ο Φραγκίσκος κι ήρθε κι ακούμπησε απάνω μου, εγώ 'μαι ο Μάρκος και τούτος το λιοντάρι μου, πάμε!

— Πού πας, παιδί μου; έσυρε φωνή η μάνα· δε βλέπεις; ακόμα δεν μπορείς να σταθείς στα πόδια σου.

— Μην έχεις φόβο, μάνα· μα δεν κοιτάς; έχω μαζί μου το λιοντάρι.

Με πήρε από το μπράτσο:

— Στ' όνομα του Θεού! είπε κι έκαμε το σταυρό του. Στο κατώφλι της ξώπορτας στάθηκε.

— Μάνα, είπε, τι μέρα έχουμε σήμερα;

— Κυριακή, παιδί μου.

— Τι μήνα; πόσες του μηνός;

— 24 του Σετέμπρη, παιδί μου! γιατί ρωτάς;

— Έμπα μέσα, μάνα, και γράψε πίσω από το κόνισμα του Σταυρωμένου στο εικονοστάσι μας: «24 του Σετέμπρη, ήμερα Κυριακή, 1206 χρόνια από τη γέννηση του Σωτήρα, ο γιος μου ο Φραγκίσκος ξαναγεννήθηκε.»

 

V

 

Τι ‘ταν εκείνο το πρωϊνό ξεκίνημα, τι φτερούγες μάς σήκωναν και μας πέρασαν από τα στενορύμια της Ασίζης, φτάσαμε στην πλατεία του Άι-Γιώργη, βγήκαμε από την καστρόπορτα και μπήκαμε στη στράτα που κατηφορίζει κατά τον κάμπο!

Πρωί χινοπωριάτικο, ανάλαφρη άχνη απάνω από τις ελιές και τ' αμπέλια, τα σταφύλια κρέμουνταν, κι άλλα κείτουνταν κατάχαμα και περίμεναν τις τρυγήτρες· τα στερνά σύκα μέλωναν απάνω στις συκιές, και τα τριγύριζαν, τιτυβίζοντας, πεινασμένοι οι συκοφάδες. Οι ελιές φορτωμένες καρπό, και τρεμόπαιζε στο κάθε φυλλαράκι τους κι από μια στάλα φως, και κάτω ο κάμπος κοιτόταν, γιατί δεν είχε ακόμα σηκωθεί η πρωινή, τρυφερή πολύ καταχνιά. Τα χωράφια χρυσολογούσαν θερισμένα, κι ανάμεσα στην καλαμιά έλαμπαν οι στερνές παπαρούνες, ντυμένες πορφύρα, σα βασίλισσες, και μ' ένα μαύρο σταυρό στην καρδιά τους.

Τι χαρά ήταν εκείνη, πως πετούσε η καρδιά μας, όχι μονάχα εμάς, ολάκερου του κόσμου!

Ο Φραγκίσκος ήταν αγνώριστος· που είχε βρει τόση χαρά και τόση δύναμη! Δεν είχε πια ανάγκη να τον ανακρατώ, πήγαινε μπροστά, λυγερός, ανάλαφρος, σαν άγγελος· πήγαινε μπροστά και τραγουδούσε τρουβαδούρικους σκοπούς στη γλώσσα της μάνας του· κι έβλεπε για πρώτη φορά τον κόσμο.

Δυο άγια βόδια πέρασαν, κάτασπρα, τραχηλωτά, στεφανωμένα με στάχυα. Ο Φραγκίσκος στάθηκε ξαφνιασμένος και τα καμάρωνε· κουνούσαν δεξά ζερβά ναζλίδικα το γυαλιστερό λαιμό, και με τις τραχιές γλώσσες τους ανάγλειφαν τα ογρά τους ρουθούνια. Άπλωσε ο Φραγκίσκος το χέρι, τα χαιρέτησε.

— Τι αρχοντιά, μουρμούρισε, τι συνεργάτες του Θεού, τι πολεμιστές μεγάλοι!

Ζύγωσε, χάδεψε τα φαρδιά κάτασπρα καπούλια· και τα βόδια στράφηκαν πραγά, καλοπροαίρετα, και τον κοίταξαν σαν άνθρωποι.

— Να 'μουν Θεός, μου 'πε γελώντας, θα 'μπαζα και τα βόδια στην Παράδεισο μαζί με τους αγίους… Μπορείς εσύ, φράτε Λεόνε, να φανταστείς Παράδεισο χωρίς γαϊδουράκια και βόδια και πουλιά; Εγώ δεν μπορώ. Δε φτάνουν οι άγγελοι κι οι άγιοι, όχι, δε φτάνουν πρέπει να 'χει η Παράδεισο και γαϊδουράκια και βόδια και πουλιά!

Γέλασε.

— Κι ένα λιοντάρι· εσένα, φράτε Λεόνε!

— Κι ένα τρουβαδούρο, εσένα, Φραγκίσκο μου, είπα κι εγώ και του χάδεψα τα μακριά, χυμένα στους ώμους του μαλλιά.

Πήραμε πάλι το δρόμο· μας βοηθούσε κι ο κατήφορος, τρέχαμε.

Μια στιγμή στάθηκε ο Φραγκίσκος ξαφνιασμένος:

— Πού πάμε· · γιατί τρέχουμε;

— Μα δεν πάμε, αρχοντόπουλο μου, στον ·Αι-Δαμιανό; ξέχασες;

Κούνησε ο Φραγκίσκος το κεφάλι, βγήκε τώρα πικραμένη η φωνή του:

— Κι εγώ θαρρούσα πως πηγαίναμε να λευτερώσουμε τον Άγιο Τάφο, είπε παραπονεμένα· και γι· αυτό τρέχαμε.

— Οι δυο μας; έκαμα περιπαιχτικά.

— Δεν είμαστε δυο, αντιμίλησε ο Φραγκίσκος και το πρόσωπο του άξαφνα πήρε φωτιά· δεν είμαστε δυο, είμαστε τρεις.

Ανατρίχιασα· αλήθεια, ήμαστε τρεις, γι· αυτό κι η τόση χαρά, η τόση σιγουράδα και το γιουρούσι. Γιατί, μα την πίστη μου, δεν ήταν τούτο ξεκίνημα ειρηνικό, πόλεμος θαρρείς ξέσπασε, στρατός ήταν ετούτος, το αρχοντόπουλο κι ο ζητιάνος — πήγαινε ο Θεός μπροστά και κάναμε γιουρούσι.

Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε! Ο Φραγκίσκος ανέβηκε στον ουρανό, εγώ δεν αξιώθηκα ακόμα να ξεκολλήσω από τη γης· γέρασα, μάδησαν τα μαλλιά μου, έπεσαν τα δόντια μου, τα γόνατα μου πρήστηκαν, οι φλέβες μου ξύλιασαν κρατώ την ώρα ετούτη το φτερό, και το χέρι μου τρέμει κιόλα γέμισε μουντζούρες και δάκρυα το χαρτί, γιατί τα μάτια μου τρέχουν. Κι όμως, τώρα που θυμήθηκα το πρωινό εκείνο ξεκίνημα, μου 'ρχ-ται να πεταχτώ απάνω, ν' αρπάξω το ραβδί, να πάρω τον ανήφορο και να χτυπήσω τις καμπάνες, να ξεσηκώσω τον κόσμο… Αλήθεια, πάτερ Φραγκίσκο μου, έχεις δίκιο· δεν υπάρχει σώμα, υπάρχει μονάχα ψυχή, κι αυτή κάνει κουμάντο. Σήκω, ψυχή μου, ανανοήσου εκείνο το πρωί που πετούσαμε κατά τον Αι-Δαμιανό, και ξεστόρησε τα πάντα, μη φοβηθείς τους άπιστους φοβητσάρηδες ανθρώπους!

Κι ως τρέχαμε, ακούσαμε άξαφνα ξεφωνητά και γέλια κοριτσίστικα, γοργώσαμε το βήμα, φτάσαμε στο ρημάδι του Αι-Δαμιανού. Οι τοίχοι είχαν καλυβώσει, τα γκρεμόχορτα είχαν κιόλα αγκαλιάσει τις πέτρες και τις ξεκουνούσαν, το μικρό καμπαναριό είχε γκρεμιστεί και κείτουνταν ακόμα οι πέτρες του στην αυλή, και πλάι τους η μικρή βουβαμένη καμπάνα. ·Ακούγαμε ολούθε ψιλές φωνές και γέλια, μα ανθρώπου αχνάρι δε βλέπαμε· ο Φραγκίσκος στράφηκε και με κοίταξε ξαφνιασμένος:

— Όλο το χάλασμα γελάει, είπε, θα 'ναι άγγελοι.

— Κι αν είναι δαιμόνοι; έκαμα εγώ, που είχα αρχίσει ν’ ανησυχώ· πάμε να φύγουμε.

— Δε γελούν έτσι οι δαιμόνοι, φράτε Λεόνε, είναι άγγελοι· στάσου εδώ, θα μπω εγώ μόνος μου μες στην εκκλησιά, αν φοβάσαι.

Ντράπηκα.

— Έρχουμαι μαζί σου, δε φοβούμαι.

 

Ξεγοφιασμένη η πόρτα κρέμουνταν δρασκελίσαμε το χορταριασμένο κατώφλι, μπήκαμε· δυο περιστέρια πέταξαν από τις θυρίδες και χάθηκαν μισόφωτο, δε βλέπαμε τίποτα· μα γρήγορα ξεκρίναμε, όρθιο απάνω από την Άγια Τράπεζα, το μεγάλο παμπάλαιο σταυρό, κι απάνω του διάνευε ένα χλωμό κορμί, δεν το 'δαμε, το μαντέψαμε, σα φάντασμα· και στα πόδια του το κόνισμα του Αι-Δαμιανού· κι ένα γυάλινο καντήλι σβημένο.

Προχωρούσαμε αργά, με δυσκολία, θαρρείς κι ήταν ο αγέρας γεμάτος φτερούγες.

— Τώρα θα φανεί ο Άι-Δαμιανός με τα δεκανίκια, είπε σιγά ο Φραγκίσκος κι ήθελε να δείξει παλικαριά, μα η φωνή του έτρεμε.

Προχωρήσαμε ακόμα· από το στενό φεγγίτη του ιερού ξεχωρίσαμε πρασινάδα, θα 'ταν το μικρό περιβολάκι της εκκλησιάς, μύριζε δεντρολίβανο κι αγιόκλημα.

— Πάμε στο περιβολάκι, έκαμε ο Φραγκίσκος, εδώ πλαντάξαμε.

Μα τη στιγμή που δρασκελίζαμε το κατώφλι, νιώσαμε, πίσω από την Άγια Τράπεζα, αναπνοές και λαχανιάσματα και φουρφουρητά από μεταξωτά ρούχα ή σαν από φτερούγες. Ο Φραγκίσκος πιάστηκε από το μπράτσο μου.

— Άκουσες; άκουσες; μου φάνηκε…

Μα δεν πρόλαβε να τελέψει το λόγο, και τρεις ασπροφορεμένες κοπελούδες τινάχτηκαν πίσω από το ιερό, όπου ήταν κρυμμένες, πέρασαν, τρεις αστραπές, από μπροστά μας, δρασκέλισαν σκληρίζοντας το κατώφλι και πετάχτηκαν στην αυλή.

Εκεί, πήραν κι οι τρεις να γελούν, θαρρείς και κατάλαβαν το φόβο μας και μας κορόιδευαν.

Ταράχτηκε ο Φραγκίσκος, έδωκε μια, πετάχτηκε κι αυτός στην αυλή· έτρεξα πίσω του.

Οι τρεις κοπέλες μάς είδαν, δε φοβήθηκαν, θα γνώρισαν το Φραγκίσκο, γιατί η πιο μεγάλη κατακοκκίνισε. Κι ο Φραγκίσκος είχε ακουμπήσει στον παραστάτη της πόρτας και σφούγγιζε τον ίδρωτα από το πρόσωπό του.

Η κοπέλα ολοένα και τον ζύγωνε, ξαναμμένη και γελαστή· κλωνί καρπισμένο ελιάς στεφάνωνε τα μαλλιά της. Ο Φραγκίσκος έκαμε ένα βήμα πίσω, σα να φοβήθηκε.

— Τη γνωρίζεις; τον ρώτησα σιγά.

— Σώπα! αποκρίθηκε αυτός κι είχε γίνει κατάχλωμος. Η κοπέλα ξεθαρρεύτηκε.

— Σιορ Φραγκίσκο, είπε περγελαχτά, καλώς ορίσατε στο φτωχικό μας.

Ο Φραγκίσκος την κοίταζε, δεν αποκρίθηκε, μα το κατωσάγουνό του έτρεμε.

— Εδώ είσαι στο σπίτι του Άι-Δαμιανού, κοπέλα μου, αποκρίθηκα εγώ, για να σκεπάσω τη σιωπή του Φραγκίσκου· από πότε κάματε κατοχή;

Οι δυο άλλες κοπέλες, λίγο πιο μικρές, δεκατριών δεκατεσσάρων χρονών, ζύγωσαν σιγά σιγά, με την απαλάμη στο στόμα, να πνίξουν τα γέλια τους.

— Από σήμερα το πρωί, αποκρίθηκε η κοπέλα, εδώ οι τρεις μας θα μείνουμε ολημέρα· να η αδελφή μου η Αγνή, να κι η γειτονοπούλα μας η Ερμελίντα. Φέραμε μαζί μας κι ένα καλάθι φαγιά και φρούτα.

Στράφηκε πάλι στο Φραγκίσκο:

— Αν έχει την ευχαρίστηση ο σιορ Φραγκίσκος, καλώς να κοπιάσει  να φάει μαζί μας· ήρθε σπίτι μας,  θα τον φιλέψουμε.

— Κλάρα, είπε σιγά ο Φραγκίσκος, καλώς σε βρήκα.

Δεν έπαιζε η φωνή του Φραγκίσκου, δε γελούσε· βγήκε βαθιά από τα φυλλοκάρδια του κι η κοπέλα ταράχτηκε.

— Ήρθαμε να παίξουμε, έκαμε κι η φωνή της ήταν όλο παράπονο, σα να τον μάλωνε που ήρθε να χαλάσει τη χαρά τους.

— Εγώ ήρθα γιατί είδα όνειρο· δεν ήρθα να παίξω.

— Ήσουν άρρωστος; είπε τώρα η κοπέλα με κρυφή τρυφεράδα.

— Ήμουν άρρωστος πριν αρρωστήσω, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος.

— Δεν καταλαβαίνω, έκαμε η κοπέλα.

— Ο Θεός να δώσει, Κλάρα, μια μέρα να καταλάβεις.

— Σε άκουσα μια φορά να τραγουδάς, τη νύχτα, έκαμε η κοπέλα, που δεν ήξερε πια τι να πει και πώς να βρει αφορμή να βαστάξει ακόμα η συντυχιά τους.

— Με άκουγες κάθε βράδυ, Κλάρα, τα μεσάνυχτα· δε θα με ξανακούσεις.

Η κοπέλα τίναξε το κεφάλι· τα μαλλιά της πήδηξαν στις πλάτες της· η κορδέλα που τα 'χε αναδέσει λύθηκε.

— Γιατί; έκαμε και κάρφωσε τα μάτια της χάμω.

— Δεν ξέρω ακόμα, Κλάρα, μη με ρωτάς· μπορεί να τραγουδώ κάτω από άλλο παράθυρο.

— Κάτω από άλλο παράθυρο; Ποιο; Ποιανού; Ο Φραγκίσκος έσκυψε το κεφάλι:

— Του Θεού… μουρμούρισε τόσο σιγανά που η κοπέλα δεν άκουσε.

Έκαμε ακόμα ένα βήμα:

— Ποιο; ξαναρώτησε· ποιανού;

Μα ο Φραγκίσκος τώρα δεν αποκρίθηκε.

— Κλάρα, είπε η μια κοπέλα, έλα να παίξουμε· μην του μιλάς· γιατί του μιλάς;

Την τραβούσαν κι οι δυο από τα χέρια, να φύγουν.

Μα αυτή στέκουνταν ασάλευτη, κι έπαιζε με την πράσινη κορδέλα που 'χε λυθεί από τα μαλλιά της. Λιγνή, σβέλτα, ντυμένη κάτασπρα, χωρίς στολίδια, μονάχα ένα χρυσό σταυρουλάκι, της βάφτισης της, στο λαιμό, κι ένα κρίνο ασημένιο, γκόλφι, στο αλαφριά ανασηκωμένο, άγουρο ακόμα στήθος της. Ό,τι ξάφνιαζε στην κοπέλα ετούτη ήταν τα φρύδια της, λιγνά, σπαθάτα, που τινάζουνταν προς τ' απάνω βίαια, κι έτσι τα μάτια της, μαύρα, αμυγδαλάτα, φαίνουνταν πάντα αυστηρά κι αγριεμένα.

Φούχτωσε, λες και θύμωσε μαζί τους, τα λυμένα μαλλιά της, τα στρούφιξε, τα 'δεσε σφιχτά με τη μεταξωτή πράσινη κορδέλα και στράφηκε στις συντρόφισσες της:

— Πάμε, είπε πεισματωμένη, πάμε πιο κάτω, στο άλλο εκκλησάκι, στην Πορτσιούνκολα, ν’ αφήσουμε εδώ το σιορ Φραγκίσκο να κάνει της αρεσκιάς του· είδε, λέει, όνειρο!

Σήκωσε μουρμουρίζοντας η Έρμελίντα το καλάθι, η μικρότερη αδερφή, η Αγνή, το πανεράκι με τα φροϋτα, μπήκε μπροστά η Κλάρα και πήραν κατά τον κάμπο ανάμεσα από τΙς ελιές.

— Γλιτώσαμε… μουρμούρισε ο Φραγκίσκος κι ανάσανε βαθιά, σα να ξέφυγε μεγάλο κίντυνο.

 

Σωριάστηκε απάνω στο κατώφλι και κοίταζε ανάμεσα από τις ελιές να λάμπουν και να σβήνουν και τέλος να χάνουνται οι τρεις κοπελούδες.

— Γλιτώσαμε… ξανάπε και σηκώθηκε.

Θα κόντευε πια μεσημέρι· με κοίταξε· κάθε φόβος πια είχε φύγει από το πρόσωπό του.

— Φράτε Λεόνε — η φωνή του τώρα είχε αλλάξει, σοβαρή κι αποφασισμένη — φράτε Λεόνε, δεν είπαμε πως είμαστε, εμείς οι δυο, στρατός και κινήσαμε να λευτερώσουμε τον Άγιο Τάφο; Μη χαμογελάς, να πιστεύεις! Θα κάμουμε αρχή από τα μικρά, από τα εύκολα· σιγά σιγά θα καταπιαστούμε με τα μεγάλα· κι ύστερα, άμα τελέψουμε και τα μεγάλα, θα καταπιαστούμε με τ' αδύνατα. Καταλαβαίνεις τι σου λέω; ή θαρρείς πως είμαι ακόμα στο κρεβάτι, στο σπίτι του Μπερναρντόνε, και παραμιλώ;

— Με τ 'αδύνατα, αδερφέ μου Φραγκίσκο, έκαμα τρομαγμένος· τι θες να πεις; πού σκοπεύεις να φτάσεις;

— Ο ίδιος εσύ, φράτε Λεόνε, δε μου 'πες μια μέρα πως πήγες σ' ένα ξακουσμένο ασκητή, που ασκήτευε στην κορφή ενός δέντρου: «Δώσ' μου μια συμβουλή, πάτερ άγιε!» του φώναξες. Κι αυτός, από την κορφή του δέντρου, σου αποκρίθηκε: «Φτάσε όπου μπορείς! — Δώσ' μου ακόμα κι άλλη συμβουλή, πάτερ άγιε! του ξαναφώναξες. —Φτάσε όπου δεν μπορείς!» σου αποκρίθηκε. "Ε λοιπόν, φράτε Λεόνε, θα φτάσουμε όπου δεν μπορούμε. Την ώρα ετούτη, από το ρημάδι του Άι-Δαμιανού, παίρνουμε φόρα. Καταλαβαίνεις τι σου λέω;

— Μη με ρωτάς, Φραγκίσκο μου, αποκρίθηκα, κι η καρδιά μου είχε πάρει φωτιά, μπορούσε να κάψει αλάκερο ρουμάνι. Μη με ρωτάς, Φραγκίσκο μου, τίποτα δεν καταλαβαίνω κι όλα τα καταλαβαίνω· πρόσταξε.

— Θα μαζέψουμε πέτρες, έχω στο σακούλι μου ακόμα λεφτά του Μπερναρντόνε, θ' αγοράσουμε σύνεργα του χτίστη κι άσβεστη, να βάλουμε ομπρός οι δυο μας να στερεώσουμε τους τοίχους. Θ' αγοράσουμε και κεραμίδια για τη στέγη, να μην μπαίνουν μέσα τα νερά όταν βρέχει· και μπογιές, να βάψουμε τα παράθυρα και τις πόρτες· και λάδι για το καντήλι του άγιου· πόσα χρόνια έχει να φωτιστεί; εμείς θα το φωτίσουμε· σύμφωνοι;

Ανασκουμπώθηκα- τα λόγια του με είχαν ανάψει.

— Πότε αρχίζουμε;

— Τώρα· ο Αι-Δαμιανός βρέχεται, γκρεμίζεται, σκουντουφλάει μέσα στο σκοτάδι· δεν μπορεί να περιμένει. Μα θαρρείς, φράτε Λεόνε, πως η ψυχή μας μπορεί να περιμένει; βρέχεται κι αυτή, γκρεμίζεται, σκουντουφλάει μέσα στο σκοτάδι. Εμπρός, σύντροφε, στ' όνομα του Θεού!

Πέταξε το βελουδένιο μαντύα από πάνω του, άρχισε να ορδινιάζει τ' αγκωνάρια που 'χαν κυλιστεί και γεμίσει την αυλή· κι εγώ έτρεχα γύρα, γέμιζα την ποδιά μου πέτρες, τις κουβαλούσα, έκαμα ένα σωρό. Ο Φραγκίσκος δούλευε και τραγουδούσε πάλι τα τρουβαδούρικα ερωτικά τραγούδια που 'χε μάθει από μικρός και που μιλούσαν για την αγάπη. Για ποιαν αγάπη; Οι τρουβαδούροι ξόμπλιαζαν τα παινάδια της αγαπημένης γυναίκας· μα ο Φραγκίσκος σίγουρα, τη φορά ετούτη, τραγουδώντας, είχε στο νου του την Παρθένα Μαρία.

Βράδυ πια γυρίσαμε σπίτι. Σε όλο το δρόμο μιλούσαμε με λαχτάρα για πέτρες κι άσβεστες και μυστριά, σα δυο χτίστες· κι ήταν σα να μιλούσαμε για το Θεό και για τη σωτηρία του κόσμου που γκρεμίζεται. Πρώτη φορά κατάλαβα, τη βραδιά εκείνη, πως όλα είναι ένα και πίσω από το πιο ταπεινό καθημερινό έργο δουλεύει η μοίρα του ανθρώπου. Κι ο Φραγκίσκος ήταν κι αυτός βαθιά αναστατωμένος, ένιωθε κι αυτός πως έργο μικρό και μεγάλο δεν υπάρχει, κι ένα χαλίκι ν' αρμολοήσεις σ' έναν ετοιμόρροπο τοίχο είναι σα να στερεώνεις τον κόσμο να μην πέσει· είναι σα να στερεώνεις την ψυχή σου να μην πέσει.

Όταν φτάναμε σπίτι, η κυρα-Πίκα κάθουνταν στο παραθύρι κι ερευνούσε το δρόμο ανήσυχη· δεν είχε πλακώσει το σκοτάδι, έφεγγε ακόμα, μας ξέκρινε από μακριά και κατέβηκε ν’ ανοίξει μόνη της την πόρτα. Ήθελε να μαλώσει το γιο της που άργησε κι ήταν άρρωστος ακόμα και θα κουράστηκε· μα ως αντίκρισε το πρόσωπό του, σώπασε. Τον κοίταζε ξαφνιασμένη, τέλος άνοιξε το στόμα:

— Γιατί λάμπει έτσι το πρόσωπό σου, γιε μου; είπε.

— Κι ακόμα πού 'σαι, μάνα! αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος γελώντας· ετούτη είναι ακόμα η αρχή· βρισκόμαστε στο πρώτο σκαλοπάτι — κι είναι όλα όλα εβδομήντα εφτά χιλιάδες.

Πήρε από το μπράτσο τη μάνα του, έσκυψε στο αυτί της:

— Απόψε θα φάει μαζί μας, στο ίδιο τραπέζι, ο φράτε Λεόνε, της είπε.

 

Το άλλο πρωί γλιστρήσαμε ξημερώματα από το σπίτι, σαν κλέφτες, κατεβήκαμε στο παζάρι· αγοράσαμε εργαλεία, δυο σφυριά, δυο μυστριά και βούρτσες και μπογιές, παραγγείλαμε κεραμίδια κι άσβεστη και πήραμε βιαστικά τη στράτα κατά τον Αι-Δαμιανό.

Αλαφριά συννεφιασμένος ο ουρανός, κατέβαινε από το βουνό τσουχτερό το αεράκι, έκανε κρύο. Στις αυλές τα κοκόρια λαλούσαν, ξυπνούσαν άνθρωποι και ζα, οι ελιές έλαμπαν, τα βόδια είχαν κιόλα κινήσει για το άγιο μεροδούλι.

— Έτσι ξυπνάει κι η ψυχή, στράφηκε μια στιγμή ο Φραγκίσκος και μου 'πε· πέντε βόδια έχει κι αυτή, τα ζεύει πρωί πρωί κι αρχινάει να οργώνει και να σπέρνει.

— Να σπέρνει τι; έκαμα εγώ μην μπορώντας να καταλάβω.

— Τη Βασιλεία των Ουρανών. Τη Βασιλεία των Ουρανών η την Κόλαση, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος κι έσκυψε να κόψει από το γύρο του δρόμου μιαν όμορφη κίτρινη μαργαρίτα.

Μα ως άπλωσε το χέρι, το ανακράτησε, μετάνιωσε.

— Ο Θεός την έπεψε να στολίζει το δρόμο· ας μην ξεστρατίζουμε από το χρέος τους τα πλάσματα του Θεού.

Είπε, και της έγνεψε με το χέρι, σα να 'ταν αδερφή του αγαπημένη και την αποχαιρετούσε.

Όταν φτάσαμε πια στο ερειπωμένο παρεκκλήσι, ο εφημέριος του κάθουνταν στο κατώφλι και λιάζουνταν. Γέρος, σκεβρωμένος από τα χρόνια, ρημαγμένος κι αυτός, σαν το εκκλησάκι του Αι-Δαμιανού, από τη φτώχεια. Μια στιγμή που τον αντίκρισε από μακριά ο Φραγκίσκος, στάθηκε αλαφιασμένος.

— Μπας κι είσαι ο Αι-Δαμιανός; μουρμούρισε.

Μα ευτύς συνήφερε, έκαμε μερικά βήματα, τον κοντοζύγωσε, τον γνώρισε.

— Είναι ο εφημέριος, ο γερο-πάτερ Αντώνιος· τον γνωρίζω. Είπε, και προχώρεσε γαληνεμένος να χαιρετήσει. Έσκυψε, του φίλησε το χέρι.

— Με την άδεια σου, γέροντα μου, στερεώνουμε το παρεκκλήσι· με ονείρεψε ο άγιος και του 'δωκα το λόγο μου.

Ο παπάς σήκωσε απότομα το κεφάλι· στο χάρβαλο αυτό κορμί το μάτι είχε απομείνει όλο φλόγα.

  Γιατί δε με ονείρεψε έμενα; έκαμε με θυμό και με παράπονο· γέρασα στη δούλεψή του, μου 'φαε ό,τι είχα και δεν είχα, να του ανάβω το καντήλι, να του αγοράζω σκούπες να τον σκουπίζω, λιβάνι να τον λιβανίζω, κρασί να του πλένω το κόνισμα· και ποτέ δεν ήρθε στον ύπνο μου να μου πει ένα καλό λόγο. Και τώρα, ορίστε, ήρθε σε λόγου σου… Δεν είσαι 6 γιος του σιορ Μπερναρντόνε, ο παραλυμένος, ο άσωτος, που γυρίζει οληνύχτα τα σοκάκια με την κιθάρα;

— Εγώ 'μαι, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος, εγώ ο παραλυμένος, ο άσωτος, γέροντα μου.

— Τι περιμένει λοιπόν από σένα ο Θεός;

— Τίποτα, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος, τίποτα· εγώ όμως περιμένω από Αυτόν τα πάντα.

— Ποια πάντα;

— Τη σωτηρία της ψυχής μου.

Ο παπάς χαμήλωσε το κεφάλι, ντράπηκε· έβαλε την απαλάμη σκεπή, να μην καίει τα μάτια του ο ήλιος, και σώπασε. Κι εμείς ανασκουμπωθήκαμε, πιάσαμε δουλειά· και χωρίς να το θέμε, κι οι δυο μας, σιγά σιγά, το ρίξαμε στο τραγούδι· τρέχαμε εδώ κι εκεί, μαζεύαμε πέτρες, ήρθε κι ο άσβεστης, πιάσαμε το μυστρί· ήμασταν σα δυο πουλιά που χτίζουν τη φωλιά τους την άνοιξη.

— Σαν τι μοιάζουμε, Φραγκίσκο μου; ρώτησα μια στιγμή το σύντροφό μου.

— Σα δυο πουλιά που χτίζουν τη φωλιά τους την άνοιξη, αποκρίθηκε αυτός γελώντας.

Ο παπάς είχε σηκωθεί και μας κοίταζε αμίλητος· πότε πότε έριχνε κρυφή ματιά στο Φραγκίσκο κι έκανε το σταυρό του· κατά το μεσημέρι έφυγε, πήγε στο διπλανό σπιτάκι του και σε λίγο ήρθε και μας έφερε, σ' ένα ξύλινο δίσκο, δυο κουλούρες κριθαρένιο ψωμί, δυο φούχτες μαύρες ελιές κι ένα κρεμμύδι· κι ένα φρασκάκι κρασί.

— Ο εργαζόμενος εσθιέτω! παράγγειλε ο Απόστολος Παύλος, μας είπε και χαμογέλασε.

Νιώσαμε τότε πως πεινούσαμε, διπλογονατίσαμε στην αυλή, φάγαμε.

— Έφαγες ποτέ σου νοστιμότερο ψωμί; έκαμε ο Φραγκίσκος γλυκομασώντας την κριθαρένια κουλούρα· νοστιμότερες ελιές; ήπιες πιο θεϊκό κρασί;

— Μια φορά, αποκρίθηκα, μια φορά μονάχα, μα στον ύπνο μου· είχα μπει, λέει, στην Παράδεισο· ο πεινασμένος, μαθές, καρβέλια ονειρεύεται· είχα μπει στην Παράδεισο κι ήρθε ένας άγγελος μ' ένα δίσκο, απαράλλαχτο σαν και τούτον -— με κριθαρένιο ψωμί, μ' ελιές κι ένα κρεμμύδι· και μ' ένα φρασκάκι κρασί. «Έρχεσαι από μακριά, μου 'πε, θα πείνασες· κάτσε να φας, να πιεις, πρι να παρουσιαστείς στο Θεό.» Ξαπλώθηκα απάνω στα χόρτα της Παράδεισος κι άρχισα να τρώγω· κάθε μπουκιά μονομιάς κατέβαινε μέσα μου και γίνουνταν ψυχή· ψωμί, κρασί, ελιές, κρεμμύδι, όλα ψυχή.   Σαν και τώρα.

Πιάσαμε πάλι δουλειά· πελεκήσαμε πέτρες, ανακατέψαμε άσβεστη, καλαφατίσαμε τους ραγισμένους τοίχους· τραγουδούσαμε όσα τραγούδια ξέραμε, άρχισε να πέφτει το βράδυ· μια στιγμή μου φάνηκε πως ο Αι-Δαμιανός είχε προβάλει από την εκκλησιά, είχε σταθεί στο κατώφλι και μας κοίταζε ευχαριστημένος· μα ύστερα είδαμε πως ήτανε ο παπάς και μας χαμογελούσε.

— Ποιος ξέρει, μπορεί και να 'ναι ο Αι-Δαμιανός, είπε ο Φραγκίσκος κοιτάζοντας με σέβας το γεροντάκι στο κατώφλι· μπορεί, ύστερα από τόσα χρόνια προσευκή και φτώχεια, οι δυο τους να 'γιναν ένα.

Κι αλήθεια, όταν, νύχτα πια, σκολάσαμε και τον καληνυχτίσαμε, το πρόσωπό του έλαμπε σαν αγίου.

 

Δε θα στορήσω εδώ πόσες μέρες και βδομάδες δουλεύαμε, πού να θυμηθώ! Περνούσε ο καιρός σαν το νερό, κελάρυζε σαν το νερό, κελαρύζαμε κι εμείς μαζί του, δουλεύαμε το σφυρί, το μυστρί, τις βούρτσες με τις μπογιές, αρμολογούσαμε τα κεραμίδια στη στέγη· ανέβαινε ο ήλιος, μεσουρανούσε, βασίλευε· κρέμουνταν στον ουρανό, κατά τη δύση, ο Αποσπερίτης, έπεφτε η νύχτα, ανηφορίζαμε χαρούμενοι, με τα χέρια πασαλειμμένα άσβεστες, στην Ασίζη… Μονάχα ετούτο μπορώ σίγουρα να πω: όλες τις μέρες εκείνες και τις βδομάδες ζήσαμε κι οι δυο μας τη χαρά και τη βιάση και τον έρωτα του πουλιού· που χτίζει τη φωλιά του. Τι θα πει πουλί, τι θα πει φωλιά, τι αναγάλλιαση να νογάς το σπλάχνο σου γεμάτο αυγά! πρώτη φορά το νιώσαμε τις άγιες μέρες εκείνες, ο Φραγκίσκος κι εγώ! Και σε όλη μας τη ζωή θα λάμπουν οι μέρες εκείνες, μεγαλόχαρες, τρυφερές, σαν αρραβωνιάσματα. Σα ν' αρραβωνιάζουνταν η ψυχή μας με το Θεό.

— Τι 'ναι ετούτο, μου 'πε ο Φραγκίσκος ένα πρωί που πιάναμε δουλειά, τι 'ναι ετούτο, φράτε Λεόνε; Άλλαξε ο κόσμος; εμείς αλλάξαμε; κλαίω και γελώ, κλάμα και γέλιο είναι ένα, θαρρώ πως περπατώ ένα μπόι απάνω από τη γης, κρέμουμαι στον αέρα! Και συ, φράτε Λεόνε;

— Εγώ, μου φαίνεται πως είμαι ένα σκουλήκι βαθιά βουλιαγμένο στο χώμα, ολάκερη η γης από πάνω μου και με καταπλακώνει, κι αρχίζω και τρυπώ τα χώματα, ανοίγω λαγούμι κατά πάνω, να διαπεράσω τη φλούδα και να προβάλω στο φως. Βαριά δουλειά να τρυπήσεις όλη τη γης, μα κάνω υπομονή, γιατί ψυχανεμίζουμαι πως άμα προβάλω στο φως θα γίνω πεταλούδα.

— Αυτό είναι! Αυτό είναι! φώναξε ο Φραγκίσκος χαρούμενος· τώρα κατάλαβα, ο Θεός να σ' έχει καλά, φράτε Λεόνε! Είμαστε δυο σκουλήκια και θέλουμε να γίνουμε πεταλούδες· ομπρός, το λοιπόν, ανακάτεψε τον άσβεστη, κουβάλα πέτρες, δώσ' μου το μυστρί!

 

Τελειώναμε πια το χτίσιμο του Αι-Δαμιανού, όταν ο γερο-Μπερναρντόνε γύρισε από το ταξίδι του· παραξενεύτηκε να μη βλέπει το γιο του στο εμπορικό· δεν έρχουνταν πια να τον βοηθήσει στις δουλειές του, έφευγε ξημερώματα, γύριζε νύχτα, έτρωγε μονάχος, δεν τον έβλεπε πια.

— Πού πάει ο κανακάρης σου κάθε πρωί και δεν κοιτάει πια το μαγαζί; ρώτησε τη γυναίκα του ανταρεμένος.

Κι αυτή χαμήλωσε τα μάτια, δεν είχε κουράγιο να τον αναντιάσει.

— Είδε όνειρο, αποκρίθηκε, τον ονείρεψε ο Αι-Δαμιανός, μεγάλη η χάρη του, να στερεώσει το εκκλησάκι.

— Και λοιπόν;

— Κάθε πρωί φεύγει και πάει και χτίζει.

— Μόνος του; Με τα χέρια του;

— Με τα χέρια του.

— Μόνος του;

— Με το ζητιάνο, το φίλο του.

Ο σιορ Μπερναρντόνε ζάρωσε τα φρύδια, έσφιξε τη γροθιά του.

— Κυρα-Πίκα, είπε, κακό δρόμο παίρνει ο γιος σου, και φταις εσύ.

— Εγώ;

— Εσύ· το αίμα σου· τρουβαδούρους έχει μέσα το αίμα σου και κοκορόμυαλους και τρελούς· το ξέρεις.

Τα μάτια της μάνας βούρκωσαν ο Μπερναρντόνε πήρε το ραβδί του.

— Θα πάω εγώ να τον περιμαζέψω, είπε· δεν έχει μέσα του το αίμα μονάχα το δικό σου, έχει και το δικό μου· δε θα χαθεί.

Λίγο πριν το μεσημέρι φάνηκε στον Αι-Δαμιανό· το πρόσωπό του ήταν σκοτεινό, είχε λαχανιάσει από το δρόμο, ασκοφυσούσε. Ο Φραγκίσκος ήταν σκαρφαλωμένος στη στέγη της εκκλησιάς κι αρμολογούσε τα κεραμίδια· σήμερα τέλευε πια η δουλειά μας, και με πιο πολύ κέφι τραγουδούσε τρουβαδούρικους σκοπούς στη γλώσσα της μάνας του. Ο Μπερναρντόνε σήκωσε το ραβδί του:

— Ε μάστορα, φώναξε, κατέβα και σε θέλω.

— Καλώς τον σιορ Μπερναρντόνε, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος ψηλά από τη στέγη· τι ορίζεις;

— Και μένα το εμπορικό μου ράισε, κατέβα να το στεριώσεις.

— Δε στερεώνω εμπορικά, γκρεμίζω, σιορ Μπερναρντόνε, και να με συμπαθάς.

Ο Μπερναρντόνε βρουχήθηκε· χτύπησε μανιασμένος το ραβδί του στις πλάκες της αυλής, ήθελε να μιλήσει, δεν έβρισκε τα λόγια, τα χείλια του στρούφιξαν.

— Γκρεμίσου κάτω, μούγκρισε τέλος· εγώ σε προστάζω, δε με γνωρίζεις; είμαι ο πατέρας σου.

— Πατέρας μου είναι ο Θεός, σιορ Μπερναρντόνε, κανένας άλλος· και να με συμπαθάς.

— Κι εγώ, το λοιπόν;

Ο σιορ Μπερναρντόνε άφριζε·  στον ήλιο που στέκουνταν ξεχώριζα καπνούς ν' ανεβαίνουν από τα μαλλιά του.

— Κι εγώ, το λοιπόν; ξαναφώναξε, τι είμαι; ποιος είμαι;

— Ο σιορ Μπερναρντόνε, που 'χει το μεγάλο κατάστημα στην πλατεία της Ασίζης και στερνιάζει χρυσάφι στις κασέλες του και γδύνει, δεν ντύνει τον κόσμο.

Άκουσε τις φωνές ο παπάς από το σπιτάκι του, πρόβαλε· είδε το γερο-Μπερναρντόνε, κατάλαβε· ζύγωσε τρομαγμένος· έβγαλε από τον κόρφο του το σακούλι τα λεφτά, που του 'χε δώσει ο Φραγκίσκος ν’ αγοράσει το λάδι για το καντήλι του άγιου.

— Συχώρεσε με, σιορ Μπερναρντόνε, είπε, τα χρήματα αυτά είναι δικά σου· μου τα 'δωκε ο γιος σου, δεν τ' άγγιξα.

Άρπαξε ο Μπερναρντόνε το σακούλι, το πέταξε στη φαρδιά τσέπη του και μήτε στράφηκε να δει τον παπά. Σήκωσε το ραβδί του πάλι κατά τη στέγη.

— Καταραμένε, φώναξε, κατέβα να σε σπάσω στο ξύλο.

— Κατεβαίνω, του απηλογήθηκε ο Φραγκίσκος κι άρχισε να κατεβαίνει.

Παράτησα το μυστρί, στάθηκα να δω τι θ' απογίνει.

Ο Φραγκίσκος ξετίναξε τις σκόνες και τους άσβεστες από τα ρούχα του, κίνησε κατά τον πατέρα του· ο γερο-Μπερναρντόνε τον κοίταζε, φωτιές πετιούνταν από τα μάτια του, να τον κάψει· δε σάλευε, δε μιλούσε, είχε ανασηκωμένο το ραβδί του και περίμενε να 'ρθει ο γιος κοντά του! Ήρθε· κι εκεί που ο νέος έσκυβε να τον χαιρετήσει κι είχε σταυρό τα χέρια του στο στήθος, ο γερο-Μπερναρντόνε σήκωσε τη βαριά χερούκλα του και του κατάφερε ένα δυνατό μπάτσο στο δεξό μάγουλο· και τότε ο Φραγκίσκος γύρισε το ζερβό.

— Χτύπα και το άλλο μάγουλο, σιορ Μπερναρντόνε, είπε ήσυχα, χτύπα και το άλλο μάγουλο να μην απομείνει παραπονεμένο.

Έκαμα να τρέξω, να υπερασπιστώ το φίλο μου· μα αυτός άπλωσε το χέρι:

— Μην ανακατεύεσαι στα έργα του Θεού, φράτε Λεόνε, είπε· ο σιορ Μπερναρντόνε βοηθάει το γιο του να βρει τη λύτρωση· χτύπα, σιορ Μπερναρντόνε!

Ο γερο-Μπερναρντόνε τότε πια φρένιασε· σήκωσε το ραβδί του να βαρέσει κατακέφαλα το γιο· μα το χέρι του στάθηκε ανάερα, ακίνητο· ο Φραγκίσκος, ξαφνιασμένος, ανασήκωσε το κεφάλι· χοντρός, σπειρωτός ίδρωτας είχε τιναχτεί από το κούτελο του Μπερναρντόνε και τα χείλια του είχαν γίνει κατάμπλαβα· ο τρόμος είχε παραμορφώσει το πρόσωπό του, ένιωθες μοχτούσε να κατεβάσει το ραβδί στο κεφάλι του γιού, μα το χέρι του είχε ξυλιάσει.

Ο Φραγκίσκος είδε τα μάτια του κυρού του, που κοίταζαν γουρλωμένα, όλο τρομάρα, στον αγέρα· κάποιος αγριεμένος άγγελος θα χιμούσε απάνω του και του 'χε ανακρατήσει το μπράτσο· δεν τον έβλεπε ο Φραγκίσκος μήτε εγώ· μα ακούγαμε φτερούγες θυμωμένες στον αγέρα.

— Πατέρα, έκαμε ο Φραγκίσκος, δεν είναι τίποτα… δεν είναι τίποτα, μη φοβάσαι.

Η ψυχή του τον πόνεσε· πήρε να τον πιάσει από το μπράτσο, μα ο γερο-Μπερναρντόνε, απότομα, μονογκρεμίστηκε απάνω στις πέτρες.

Όταν συνήφερε, ο ήλιος κρέμουνταν κορφουρανίς, ο γερο-παπάς κρατούσε ακόμα την κούπα το νερό που 'χε ραντίσει τα μελίγγια του λιγοθυμισμένου κι ο Φραγκίσκος κάθουνταν διπλοπόδι πλάι στον κύρη του, κρατούσε το κεφάλι μέσα στις απαλάμες του και κοίταζε πέρα το βουνό το Σουμπάσιο, πνιμένο στο φως.

Ο γερο-Μπερναρντόνε ανασηκώθηκε, περιμάζεψε το ραβδί του, έτρεξα να τον βοηθήσω να σηκωθεί, μα μ' ένα κίνημα του χεριού του μ' έδιωξε. Σηκώθηκε εξαντλημένος, σφούγγιξε τον ιδρώτα του, δεν έβγαλε άχνα, δεν έριξε μια ματιά μήτε στο γιο του, που ήταν ακόμα καθισμένος χάμω μήτε στο γεροντάκι τον παπά με την κούπα το νερό· ξετίναξε τα ρούχα του, ακούμπησε βαριά στο ραβδί του και πήρε αργά το ανηφόρι· σε λίγο χάθηκε στο απογύρισμα της στράτας.

 

Τη νύχτα εκείνη ο Φραγκίσκος δε γύρισε σπίτι του· έμεινα κι εγώ μαζί του. Είχε βρει, από μέρες, μια σπηλιά κοντά στον Αι-Δαμιανό και κάθε τόσο παρατούσε το χτίσιμο και χώνουνταν εκεί μέσα, ώρες πολλές· θα προσεύχουνταν, γιατί όταν έβγαινε από τη σπηλιά κι έρχουνταν να ξαναπιάσει δουλειά, γύρα από το κεφάλι του έτρεμε ένα αλώνι φως, όπως το βλέπουμε στα κονίσματα γύρα από τα κεφάλια των αγίων· αποκρατούσε ακόμα γύρα από το κεφάλι του τη φλόγα της προσευκής.

Τραβηχτήκαμε μέσα στη σπηλιά, μύριζε βαριά χωματίλα· βάλαμε δυο πέτρες μαξιλάρι, ξαπλώσαμε χωρίς να φάμε, χωρίς ν’ αλλάξουμε ένα λόγο· εγώ 'μουν κουρασμένος, γρήγορα με πήρε ο ύπνος. Θα 'ταν πια ξημερώματα όταν, μεταπνίζοντας, ξέκρινα το Φραγκίσκο στο έμπα της σπηλιάς, να κάθεται με το πρόσωπο σφηνωμένο ανάμεσα στα γόνατα, κι άκουγα ένα αγαλινό, μακρόσουρτο μούρμουρο, σα να 'κλαιγε αγαλινά, μη με ξυπνήσει. Πολλές φορές στα κατοπινά χρόνια μου ήταν γραφτό ν' ακούσω το Φραγκίσκο να κλαίει· μα το πρωί εκείνο, το κλάμα του ήταν σα μωρού παιδιού, που θέλει να βυζάξει και δεν έχει μάνα.

Σούρθηκα ως την μπασιά, γονάτισα δίπλα του, στύλωσα τα μάτια μου στον ουρανό. Είχαν αρχίσει πια να θολώνουν τ' άστρα, μερικά ακόμα κρέμουνταν στο γαλαχτωμένον ουρανό, κι ένα, πιο μεγάλο άπ' όλα, στραφτάλιζε πράσινο, τριανταφυλλένιο, γαλάζιο.

— Ποιο 'ναι αυτό το άστρο, αδερφέ Φραγκίσκο; τον ρώτησα για να ξεστρατίσω το λογισμό του· έχεις ακουστά;

Ανακράτησε το κλάμα:

— Θα'ναι κανένας αρχάγγελος, ποιος ξέρει, ο αρχάγγελος Γαβριήλ· τέτοιος, λάμποντας, κατέβηκε ένα πρωί στη γης κι είπε το Χαίρε, Μαρία!

Και σε λίγο:

— Κι αυτό το άστρο με τη μεγάλη λάμψη, που βλέπεις και χορεύει στην ανατολή και τώρα θα πνιγεί μέσα στο φως του ήλιου, είναι ο Εωσφόρος!

— Ο Εωσφόρος! έκαμα ξαφνιασμένος, γιατί; γιατί; δεν είναι σωστό· αυτός είναι πιο λαμπερός κι από τον αρχάγγελο Γαβριήλ! Έτσι τον τιμώρησε ο Θεός;

— Έτσι, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος με πνιμένη φωνή· δεν υπάρχει βαρύτερη τιμωρία, φράτε Λεόνε, από τούτη: ν’ απαντάς στην κάκητα με καλοσύνη.

Και σε λίγο:

— Γιατί ξαφνιάζεσαι; Αυτό δεν έκαμε ο Θεός και σε μένα; σε μένα τον ελεεινό, τον κακομοίρη, τον τιποτένιο Εωσφόρο; Αντί να ρίξει το αστροπελέκι να με κάμει στάχτη, ένα μεσονύχτι που μεθυσμένος, χορτάτος, παραλυμένος, τραγουδούσα, τι έκαμε; έστειλε τον Άι-Δαμιανό στον ύπνο μου και μου παράγγειλε: «Βάλε την πλάτη σου, στερέωσε την Εκκλησία που κιντυνεύει· έχω σ' εσένα εμπιστοσύνη.» Θαρρούσα μιλούσε για το ερειπωμένο εκκλησάκι… Και το 'χτισα… Μα τώρα…

Αναστέναξε· άνοιξε τα μπράτσα του, πήρε ανάσα.

— Τώρα; έκαμα εγώ και τον κοίταξα ανήσυχος.

— Τώρα η καρδιά μου δε γαλήνεψε, όχι, όχι, δε μιλούσε για το εκκλησάκι, αυτό συλλογίζουμουν όλη νύχτα· αρχίζω, φράτε Λεόνε, αρχίζω και καταλαβαίνω το κρυφό, το φοβερό νόημα…

Σώπασε.

— Δεν μπορώ να το ακούσω κι εγώ, αδερφέ Φραγκίσκο; Πες μου το, να χαρώ κι εγώ.

— Δε θα χαρείς, κακόμοιρε φράτε Λεόνε, δε θα χαρείς, θα τρομάξεις. Κάνε υπομονή, έλα μαζί μου, έχε εμπιστοσύνη· σιγά σιγά θα καταλάβεις, θ' αρχίσεις τα κλάματα, μπορεί και να θες να γυρίσεις πίσω· βαρύς ο ανήφορος, μα θα ‘ναι, ποιος ξέρει, πολύ αργά….

Του άρπαξα το χέρι, έκαμα να το φιλήσω, δε με αφήκε.

— Όπου με πας, θα πάω, αδερφέ Φραγκίσκο· πια δε ρωτώ, οδήγα!

Σωπάσαμε. Κοιτάζαμε το φως που πλήθαινε, η βουνοπλαγιά σιγά σιγά είχε γίνει από μενεξελιά τριανταφυλλένια, από τριανταφυλλέναα κάτασπρη· οι ελιές, οι πέτρες, τα χώματα γέλασαν. Πρόβαλε ο ήλιος και κάθισε απάνω σ' ένα βράχο· κι εμείς, στην μπασιά της μαύρης σπηλιάς, σηκώσαμε τα χέρια και τον καλωσορίσαμε.

Σηκώθηκα να κατέβω στον Άι-Δαμιανό, να μαζέψω τα σύνεργα, να σκουπίσω την εκκλησιά, να βάλω τάξη.

— Χάρισε τα σύνεργα στο γερο-εφημέριο, είπε ο Φραγκίσκος, φίλησε τα ένα ένα πριν του τα δώσεις, φράτε Λεόνε, έκαμαν καλά το χρέος τους, πια δεν τα 'χουμε ανάγκη· η Εκκλησιά που θα στερεώσουμε τώρα δε στερεώνεται με μυστριά κι άσβεστες.

Άνοιγα το στόμα να ρωτήσω, μα ευτύς το 'κλεισα· μια μέρα, είπα με το νου μου, μια μέρα θα καταλάβω· ας κάνω υπομονή.

— Άιντε στην ευκή του Θεού, έκαμε ο Φραγκίσκος· εγώ θα μείνω όλη τη μέρα εδώ στη σπηλιά· θέλω να παρακαλέσω το Θεό, έχω πολλά να του πω, να μου δώσει δύναμη· γκρεμός μπροστά μου, πώς να πηδήξω; Κι αν δεν πηδήξω, πώς θα μπορέσω να φτάσω το Θεό;

Έφυγα· το τι έγινε τη μέρα εκείνη μέσα στη σπηλιά το 'μαθα ύστερα από χρόνια, όταν πια είχε σηκώσει ο Φραγκίσκος το πόδι του κι ετοιμάζουνταν να φύγει από τη γης. Θυμούμαι δεν μπορούσε εκείνη τη νύχτα να κοιμηθεί, ξαπλωμένος κατάχαμα απόξω από την Πορτσιούνκολα· τα κλαροπόντικα έρχουνταν κι ήθελαν να του φαν ό,τι σάρκα του 'χε απομείνει· με φώναξε να καθίσω πλάι του, να τα διώχνω και να του κάνω συντροφιά· στο ξενύχτι εκείνο μου ξεμυστηρεύτηκε το ό,τι γίνηκε τότε μέσα στη σπηλιά.

Ως απόμεινε το λοιπόν μόνος μέσα στη σπηλιά, έπεσε πίστομα, φιλούσε το χώμα και φώναζε το Θεό· ξέρω πως είσαι παντού, Του φώναζε, όποια πέτρα κι αν σηκώσω θα Σε βρω, σε όποιο πηγάδι κι αν σκύψω, θα δω το πρόσωπό Σου, όποιο σκουλήκι κι αν κοιτάξω, στη ράχη του που συντάζεται να πετάξει φτερούγες θα βρω γραμμένο τ' όνομά Σου. Είσαι λοιπόν και στη σπηλιά ετούτη και στην μπουκιά το χώμα όπου ακουμπάει τώρα το στόμα μου· και με βλέπεις και με ακούς και με λυπάσαι.

Άκουσε με λοιπόν, Πατέρα· την περασμένη νύχτα, μέσα στη σπηλιάν ετούτη, φώναξα όλο χαρά: «Έκαμα ό,τι μου παράγγειλες· έχτισα, στερέωσα τον Αι-Δαμιανό!» Και Συ μου αποκρίθηκες: «Δε φτάνει! —Δε φτάνει; Τι θες να κάμω ακόμα; Πρόσταξε!» Και τότε άκουσα πάλι τη φωνή Σου: «Φραγκίσκο, Φραγκίσκο, στερέωσε το Φραγκίσκο, το γιο του Μπερναρντόνε! — Πώς να τον στερεώσω, Κύριε; Πολλοί οι δρόμοι, ποιος ο δρόμος μου; Πώς να νικήσω τους δαιμόνους μέσα μου; είναι πολλοί, αν δε με βοηθήσεις, χάθηκα! Πώς να διώξω τη σάρκα, να μην μπαίνει ανάμεσα μας, Κύριε, να μας χωρίζει; Το είδες και Συ μοναχός σου, ως αντίκρισα την κοπέλα στον Αι-Δαμιανό, η καρδιά μου ταράχτηκε· ως αντίκρισα τον πατέρα μου, η καρδιά μου ταράχτηκε· πώς να γλιτώσω, Κύριε, από τον πατέρα και τη μάνα μου, κι από τη γυναίκα, από την καλοπέραση, από τους φίλους; από την περφάνια, από τη λαχτάρα της δόξας, από την ευτυχία; Εφτά είναι τα θανατερά δαιμονικά, και τα εφτά βυζαίνουν την καρδιά μου. Πώς να γλιτώσω, Κύριε, από το Φραγκίσκο;»

Έτσι φώναζε και παραμιλούσε και σπάραζε πεσμένος μπρούμυτα στη σπηλιά, όλη τη μέρα· κατά το δειλινό, την ώρα που ακόμα εγώ γύριζα στην Ασίζη και ζητιάνευα, ο Φραγκίσκος άκουσε φωνή από πάνω του: «Φραγκίσκο! — Να με, Κύριε, πρόσταξε. — Φραγκίσκο, μπορείς να πας στην Ασίζη, όπου γεννήθηκες και σε γνωρίζουν όλοι, μπορείς να πας, και μπροστά από το σπίτι του κυρού σου να σταθείς και ν' αρχίσεις να τραγουδάς και να χορεύεις και να χτυπάς τα παλαμάκια και να κράζεις τ' όνομά μου;»

Ο Φραγκίσκος άκουγε, ανατρίχιαζε και σώπαινε· κι η φωνή ακούστηκε πάλι από πάνω του, πιο κοντά τώρα, μέσα στο αυτί του. «Μπορείς να τσαλαπατήσεις, να εξευτελίσεις το Φραγκίσκο ετούτον; Ο Φραγκίσκος ετούτος μάς εμποδίζει να σμίξουμε, αφάνισε τον! Θα σε πάρουν από πίσω τα παιδιά, θα σου πετούν πέτρες· θα προβάλουν οι κοπέλες από τα παράθυρα και θα πιάσουν τα γέλια· και συ να στέκεσαι, όλο αίματα από το πετροβολητό, χαρούμενος, και να κράζεις: Όποιος μου ρίξει μια πέτρα, να 'χει την ευκή του Θεού μια φορά· όποιος μου ρίξει δυο πέτρες, να'χει την ευκή του Θεού δυο φορές· όποιος μου ρίξει τρεις πέτρες, να 'χει την ευκή του Θεού τρεις φορές…   Μπορείς; μπορείς; γιατί σωπαίνεις;»

Άκουγε ο Φραγκίσκος, άκουγε κι έτρεμε. «Δεν μπορώ, συλλογίζουνταν, δεν μπορώ…» Μα ντράπηκε να το μολοήσει· άνοιξε το στόμα του: «Δε θες, Κύριε, να με στείλεις σε άλλη πολιτεία, να χορέψω στη μέση της πλατείας και να κράζω τ’ όνομά Σου;» Μα η φωνή αποκρίθηκε, βαριά, όλο καταφρόνεση: «Όχι, στην Ασίζη!»

Κι ο Φραγκίσκος δάγκασε το χώμα, όπου ακουμπούσε το στόμα του, τα μάτια του βούρκωσαν: «Κύριε, φώναξε, έλεος! δώσ' μου καιρό να ετοιμάσω την ψυχή μου· να ετοιμάσω το κορμί μου· τρεις μέρες Σού ζητώ, τρεις νύχτες, τίποτα άλλο!» Κι η φωνή πάλι βρόντηξε, όχι πια μέσα στο αυτί του Φραγκίσκου, παρά μέσα στο σπλάχνο του: «Όχι, τώρα! — Γιατί βιάζεσαι, Κύριε; γιατί θες να με παιδεύεις τόσο; — Γιατί σε αγαπώ…» ακούστηκε τώρα χαμηλή, τρυφερή, μέσα στην καρδιά του Φραγκίσκου, η φωνή του Θεού.

Κι ολομεμιάς η καρδιά του Φραγκίσκου γλύκανε, μια δύναμη μπήκε μέσα του, όχι δικιά του, παντοδύναμη· έλαμψε το πρόσωπό του, ανασηκώθηκε, στέρεα ήταν τα γόνατά του, στάθηκε στο έμπα της σπηλιάς, κόντευε πια να βασιλέψει ο ήλιος, έκαμε το σταυρό του·

— Πάω, είπε.

Τη στιγμή εκείνη γύριζα από τη ζητιανιά, με το ταγάρι γεμάτο ξεροκόμματα· τον είδα να στέκεται στον πόρο της σπηλιάς και το πρόσωπό του ήταν σαν τον ήλιο που ανάτελνε· τα μάτια μου θαμπώθηκαν κι έβαλα το χέρι μου αντήλιο. Είχα σκοπό να του πω: «Έφερα ψωμί, Φραγκίσκο, θα πεινάς ολημέρα νηστικός, διπλογονάτισε να φάμε»· μα ντράπηκα· ένιωσα τη στιγμή εκείνη πως ετούτος δεν έχει ανάγκη από ψωμί.

Ευτύς ως με είδε, σήκωσε το χέρι:

— Πάμε είπε.

— Πού;

— Να πηδήξουμε!

Δείλιασα πάλι να ρωτήσω· να πηδήξουμε; τι; γιατί; δεν κατάλαβα· μα μπήκε αυτός μπροστά, δρασκέλιζε βιαστικός τις πέτρες και τα χώματα, και δρομώσαμε κατά την Ασίζη.

 

V

 

Βράδιαζε. Σκούρος, βυσσινής ήταν ο ουρανός στη δύση και παράξενα σύννεφα ανέβαιναν και δρόσιζαν πονετικά τη γης, που έβραζε ακόμα από την κάψα της μέρας. Κατάκαρπη η πεδιάδα της Ούμπριας, αναπαύουνταν. Είχε τελέψει το χρέος της, είχε δώσει στάρι, κρασί, λάδι στους ανθρώπους, και τώρα αναπαύουνταν κοίταζε τον ουρανό και περίμενε μ' εμπιστοσύνη τη βροχή, να ξαναδέσουν μέσα της οι σπόροι.

Γύριζαν οι ξωμάχοι, και μπροστά τους πήγαιναν αργά, αρχοντικά, τα βόδια, καλοθρεμμένα κι αγαθά· στρέφουνταν μια στιγμή και μας κοίταζαν καλοπροαίρετα και δίχως ξάφνιασμα, σα να 'μασταν κι εμείς βόδια από άλλη ράτσα και γυρίζαμε κι εμείς από το μεροκάματο μας στο γεμάτο άχερα και ταγή βοϊδοστάσι, στην Ασίζη.

Ο Φραγκίσκος τραβούσε μπροστά συλλογισμένος· κάποτε σταματούσε, κοίταζε τον ουρανό, αφουκράζουνταν, σα να περίμενε κάποιος να του μιλήσει· μα δεν άκουγε παρά το μαλακό φρουφρούρισμα του αγέρα μέσα στα δέντρα και τα σκυλιά, πέρα στην Ασίζη, που γάβγιζαν. Αναστέναζε κι έπαιρνε πάλι τον ανήφορο.

Μια στιγμή στράφηκε, με περίμενε να ζυγώσω:

— Φράτε Λεόνε, μου 'πε σιγά, εμπιστευτικά, ξέρεις να χορεύεις;

Κι εγώ γέλασα:

— Να χορεύω; Μπας και πάμε σε κανένα γάμο, αδερφέ Φραγκίσκο;

— Ναι, σ' ένα γάμο, εκεί πάμε, φράτε Λεόνε, και μη γελάς. Παντρεύεται η δούλη του Θεού…

— Ποια δούλη του Θεού;

— Η δούλη του Θεού, η ψυχή, με το μεγάλο Αγαπητικό της.

— Το Θεό, αδερφέ Φραγκίσκο;

— Το Θεό, φράτε Λεόνε, και πρέπει να χορέψουμε, φράτε Λεόνε, στη μέση της πλατείας, αντίκρα από το σπίτι του Μπερναρντόνε θα γίνει ο γάμος, και πρέπει να χτυπήσουμε τα παλαμάκια και να τραγουδήσουμε, φράτε Λεόνε, και να 'ρθει ο λαός να μας ραντίσει καλορίζικα — πέτρες και λεμονόκουπες.

— Χάθηκαν τα κουφέτα και τα δαφνόφυλλα κι οι ανθοί της λεμονιάς;   Γιατί πέτρες και λεμονόκουπες, αδερφέ Φραγκίσκο;

— Έτσι θέλει ο Γαμπρός, αδερφέ μου.

Πήρε το δρόμο πάλι, δε μεταμίλησε· μα έβλεπα τα λιγνά του τ’ αντικνήμια και τα γυμνά του αιματωμένα πόδια, που παραπατούσαν και τρέκλιζαν. Έτρεχε τώρα· ξαφνικά τον είχε πιάσει βιάση και λαχτάρα μεγάλη· κοίταζε την Ασίζη κι έτρεχε.

Μα όταν φτάσαμε στην καστρόπορτα, τα γόνατα του κόπηκαν, στάθηκε· με πήρε από το μπράτσο, κι η φωνή του βγήκε όλο παρακάλιο, λαχανιασμένη.

— Φράτε Λεόνε, θυμάσαι τη νύχτα, στο Όρος των Ελαιών, πώς σήκωσε ο Χριστός τα χέρια του στον ουρανό και φώναξε: «Πατέρα, μη μου δώσεις να πιω το ποτήρι ετούτο!». Ο ιδρώτας έτρεχε από το κούτελό του, έτρεμε· Τον είδα, ήμουν εκεί, φράτε Λεόνε, και Τον είδα, έτρεμε…

— Ησύχασε, ησύχασε, αδερφέ μου Φραγκίσκο, μην τρέμεις. Έλα να γυρίσουμε στη σπηλιά μας· ολημέρα να προσεύχεσαι, ολημέρα εγώ να ζητιανεύω, και το βράδυ να καθόμαστε οι δυο μας μπροστά σ' ένα κομμάτι ψωμί και να μιλούμε για το Θεό.

Του μιλούσα ήσυχα, γλυκά, γιατί φοβήθηκα τα μάτια του που καίγουνταν.

Μα αυτός ήταν μακριά πολύ, στο Όρος των Ελαιών, δεν άκουγε.

— Έτρεμε, μουρμούρισε πάλι, έτρεμε… Όμως άρπαξε το ποτήρι και το 'πιε μονορούφι, ως τον πάτο!

Παράτησε το μπράτσο μου, δρασκέλισε αποφασιστικά το κατώφλι της πολιτείας, στράφηκε, με κοίταξε, σήκωσε το χέρι:

— Πάμε, είπε με δυνατή φωνή. Και πιο σιγά:

— Χριστέ, βοήθα! μουρμούρισε.

Κι εγώ έτρεξα πίσω του, μάντεψα τον πόνο του, ζύγωσα να τον μοιραστώ μαζί του. Με τι μοιάζει η ψυχή του ανθρώπου, συλλογίζουμουν, κοιτάζοντας τη χλωμάδα και το τρέμουλο του Φραγκίσκου, με τι μοιάζει η ψυχή του ανθρώπου; Με μια φωλιά γεμάτη αυγά; Με τη γης που διψάει και κοιτάζει τον ουρανό πότε να βρέξει; Ένα αχ! είναι η ψυχή του ανθρώπου κι ανεβαίνει στον ουρανό.

Ο Φραγκίσκος στράφηκε, με κοίταξε:

— Φράτε Λεόνε, αν θες, μπορείς να φύγεις.

— Δε φεύγω, αποκρίθηκα· και συ να φύγεις, εγώ πια θα μείνω.

— Μακάρι να μπορούσα να φύγω, να ξεφύγω· δεν μπορώ! Σήκωσε τα μάτια στον ουρανό:

— Πίσω από το νερό, το ψωμί, το φιλί, το πρόσωπό Σου· πίσω από τη δίψα, την πείνα, την παρθενιά, το πρόσωπό Σου· πώς να μπορέσω, Κύριε, να Σου ξεφύγω;

Έδωκε ένα σάλτο και μπήκε στο πρώτο δρομάκι, στάθηκε στην πλατεία του Άι-Γιώργη, άρχισε να πηδάει, να χτυπάει τα παλαμάκια και να φωνάζει:

— Ελάτε! έλατε! ελάτε ν’ ακούσετε μια καινούρια τρέλα!

 

Ήταν η ώρα που οι νοικοκυραίοι γύριζαν από τα μποστάνια τους κι από τ' αμπέλια, με τα γαϊδουράκια φορτωμένα· οι έμποροι κι οι μαστόροι σφαλνούσαν τα μαγαζιά τους και μαζεύουνταν στις ταβέρνες να πιουν ένα εκατοσταράκι και να πιάσουν με τους φίλους τη γλυκιά κουβέντα. Οι γριές κάθουνταν στα κατώφλια τους, τα μάτια τους είχαν θαμπώσει κι είχαν πια βαρεθεί να βλέπουν τους δρόμους και τους ανθρώπους και τα γαϊδουράκια της Ασίζης. Μα οι νέοι κι οι νέες είχαν πλυθεί, είχαν αλλάξει και πήγαιναν απόψε, Σαββατόβραδο, απάνω κάτω στη μακρόστενη πολιτεία, δροσερό αγεράκι είχε σηκωθεί, τα σύννεφα είχαν σκορπίσει, κυμάτιζαν οι κορδέλες στα μαλλιά των κοριτσιών κι οι νέοι αγκρίζουνταν και μάτιαζαν τις κοπέλες με λαχτάρα και μίσος· τα πρώτα λαγούτα αντιλάλησαν μέσα στις ταβέρνες.

Άξαφνα γέλια, φωνές, γιουχαητά· ο κόσμος στράφηκε· από την άκρα της πλατείας ο Φραγκίσκος φάνηκε να πηδάει και να χορεύει, με ανασκουμπωμένο το μαντύα, και να φωνάζει:

— Ελάτε, έλατε, ελάτε ν' ακούσετε, αδέρφια, μια καινούρια τρέλα!

Και πίσω του ένα τσούρμο παιδιά χαχάριζαν, τον κυνηγούσαν και του πετούσαν πέτρες.

Έτρεχα εγώ πίσω τους, τα φοβέριζα με το ραβδί μου, μα άπ' όλους τους δρόμους ξεπρόβαιναν άλλα, έσμιγαν όλα μαζί και ρίχνουνταν στο Φραγκίσκο· κι αυτός, ήσυχος, γελούσε, κάπου κάπου στέκουνταν, άπλωνε τα μπράτσα του στα παιδιά, φώναζε:

— Όποιος μου ρίξει μιαν πέτρα, να 'χει την ευκή του Θεού μια φορά· όποιος μου ρίξει δυο πέτρες, να 'χει την ευκή του Θεού δυο φορές· όποιος μου ρίξει τρεις πέτρες, να 'χει την ευκή του Θεού τρεις φορές…

Και δώστου έπεφταν απάνω του βροχή οι πέτρες.

Από το μέτωπο και το πηγούνι του Φραγκίσκου έτρεχαν τώρα τα αίματα, από τις ταβέρνες πετάχτηκαν οι νοικοκυραίοι και γελούσαν, και τα σκυλιά της Ασίζης αναστατώθηκαν κι αυτά, μαζωχτή καν κι άρχισαν να τον γαβγίζουν. Είχα σταθεί μπροστά από το Φραγκίσκο να πάρω κι εγώ στο μερτικό μου μερικές πέτρες· μα ο Φραγκίσκος με αναμέριζε, χοροπηδούσε συνεπαρμένος και τραγουδούσε, όλο αίματα:

— Ακούστε, αδέρφια, μια καινούρια τρέλα.

Ο κόσμος γελούσε, οι νέοι σφύριζαν, νιαούριζαν, γάβγιζαν να σκεπάσουν τη φωνή του, οι κοπέλες είχαν στριμωχτεί στις κολόνες του αρχαίου ναού και σκλήριζαν, κι ένας από την αντικρινή ταβέρνα φώναξε:

— Καλέ, δεν είσαι ο Φραγκίσκος ο γλεντζές, ο γιος του Μπερναρντόνε; Λέγε, το λοιπόν, την καινούρια σου τρέλα να δούμε!

— Λέγε! Λέγε! Λέγε! ακούστηκαν ολούθε φωνές και χάχανα.

Κι ο Φραγκίσκος σκαρφάλωσε στα σκαλοπάτια του ναού, άνοιξε τις αγκάλες στο λαό που τον γιουχάιζε και φώναξε:

— Αγάπη! Αγάπη! Αγάπη!

Έτρεχε από τη μιαν άκρη της πλατείας στην άλλη, χοροπηδούσε και φώναζε· στο μπαλκόνι ενός αρχοντικού σπιτιού σκυμμένη μια κοπέλα κοίταζε, κοίταζε κι έκλαιε.

— Κλάρα! ακούστηκε μια φωνή από μέσα, Κλάρα! Μα η κοπέλα δεν κουνήθηκε.

Άξαφνα το αίμα μου πάγωσε· βρουχητό ακούστηκε, ο κόσμος αναμέρισε, κόπηκαν τα γιουχαητά, ένας άντρακλας είχε τιναχτεί, είχε αρπάξει από το σβέρκο το Φραγκίσκο και τον ταρακουνούσε· ο κύρης του, ο σιορ Μπερναρντόνε.

— Πάμε, βρουχήθηκε.

Μα ο Φραγκίσκος πιάστηκε από μια κολόνα του ναού:

— Πού; φώναξε. Δεν πάω πουθενά!

— Στο σπίτι!

— Εδώ 'ναι το σπίτι μου, εδώ, στην πλατεία· και τούτοι, οι άντρες κι οι γυναίκες που με γιουχαΐζουν, είναι ο πατέρας κι η μάνα μου.

Ο γερο-Μπερναρντόνε φρένιασε· άρπαξε και με τα δυο του χέρια το γιο του από τη μέση, να τον ξεκορμίσει από την κολόνα.

— Δε φεύγω! δε φεύγω! ξεφώνιζε ο Φραγκίσκος, ρίχνουνταν κι αγκάλιαζε πάλι την κολόνα· δεν έχω πατέρα και μάνα, δεν έχω σπίτι, μονάχα το Θεό!

Σώπαινε, κι ευτύς άρχιζε πάλι να φωνάζει:

— Μονάχα το Θεό!   Μονάχα το Θεό! Ο κόσμος σκούσε στα γέλια.

— Δεν είχαμε καραγκιόζη να περνά η ώρα μας, είπε ένας ποντικομούρης, ο Σαμπατίνο — τον γνώρισα· τώρα, δόξα σοι ο Θεός, έχουμε το γιο του Μπερναρντόνε! Γεια σου, Φραγκίσκο, αρκούδα του Θεού, σύρε σάλτο, χόρεψε!

Ο κόσμος σκούσε στα γέλια.

Τη στιγμή εκείνη περνούσε από την πλατεία ο Δεσπότης της Ασίζης. Σεβάσμιος γέροντας, αγαθός, γλυκομίλητος, που συλλογίζουνταν την Κόλαση κι έτρεμε, συλλογίζουνταν την Παράδεισο κι έτρεμε, παρακαλούσε το Σατανά να μετανιώσει, και δίχως πια αντίσταση, ήσυχα, παρακαλεστικά, να μπει κι αυτός στην Παράδεισο.

Είχε κάμει τη γύρα του κι απόψε στις φτωχογειτονιές, πίσω του έρχουνταν ο διάκος μ' ένα κοφίνι αδειανό, το 'χε γεμίσει ο Δεσπότης τροφές και το 'χε μοιράσει στη φτώχεια. Κρατούσε αψηλή πατερίτσα με φιλντισένια λαβή, άκουσε τις φωνές, στάθηκε. Ο Φραγκίσκος φώναζε ακόμα: «Έχω μονάχα το Θεό! Μονάχα το Θεό!» και τα γέλια του κόσμου ξεσπούσαν.

Φάνταξε τότε στο Δεσπότη πως κάποιος κιντύνευε και φώναζε βοήθεια αυτόν, τον αντιπρόσωπο του Θεού στην Ασίζη· άνοιξε όσο μπορούσε το βήμα, ζύγωσε.

Δεν είχε πέσει η νύχτα, αποκρατούσαν ακόμα οι στερνές λάμψες του δειλινού· είδε ο Δεσπότης το Φραγκίσκο, τον γνώρισε· κι απάνω του πεσμένο το γερο-Μπερναρντόνε να τον τραβοπαλεύει. Σήκωσε την πατερίτσα:

— Σιορ Μπερναρντόνε, είπε με αυστηρή φωνή, ντροπή ένας προύχοντας του τόπου να γίνεται θέατρο του κόσμου. "Αν έχεις καμιά διαφορά με το γιο σου, κοπιάστε ευτύς στην Επισκοπή, να βγάλουμε κρίση.

Στράφηκε στο Φραγκίσκο:

— Παιδί μου, μην αντιστέκεσαι· το Θεό φώναξες, εγώ 'μαι ο αντιπρόσωπος του Θεού στην Ασίζη, έλα μαζί μου!

Ο Φραγκίσκος ξεκόλλησε από την κολόνα, στράφηκε, με είδε δίπλα του:

— Έλα μαζί μου, φράτε Λεόνε, είπε· αρχίζει ο ανήφορος. Μπήκε μπροστά ο Δεσπότης, πίσω ο Φραγκίσκος κι εγώ· πιο πίσω, μουγκρίζοντας, ο γερο-Μπερναρντόνε. Κι ακόμα πιο πίσω, σε απόσταση, ακολουθούσε ο χαμαδός λαός, ανταρεμένος.

Μια στιγμή ο Φραγκίσκος στράφηκε:

— Φράτε Λεόνε, μου 'πε σιγά, φοβάσαι; ντρέπεσαι; Σου το ξαναλέω: αν θες, μπορείς να φύγεις· γιατί να μπλέξεις μαζί μου; Φεύγα!

— Όσο βρίσκουμαι μαζί σου, αδερφέ Φραγκίσκο, δε φοβούμαι, δεν ντρέπουμαι· δε θα σε αφήσω ποτέ μου.

— Έχεις καιρό, επέμεινε πάλι, σε λυπούμαι, φεύγα!

Κι εγώ τότε δεν μπόρεσα πια να κρατηθώ, ξέσπασα στα κλάματα.

Ο Φραγκίσκος μού άγγιξε τον ώμο με τρυφεράδα:

— Καλά, καλά, λιονταράκι του Θεού, μείνε.

Φτάσαμε στην Επισκοπή· σκοτεινή η αυλή, μπήκαμε· πίσω μας τρύπωξε και πολύς λαός, έτρεχαν και μερικοί προύχοντες να καμαρώσουν την κατάντια του γιου του Μπερναρντόνε.

Άναψαν το πολυλύχναρο, φωτίστηκε το μεγάλο αρχονταρίκι· απάνω από το δεσποτικό θρόνο σταυρωμένος ο Χριστός, όμορφος, ροδοκόκκινος, καλοθρεμμένος. Έκαμε το σταυρό του ο Δεσπότης, κάθισε στο θρόνο του· δεξά του στάθηκε ο σιορ Μπερναρντόνε, ζερβά του ο Φραγκίσκος· πίσω, πέντ' έξι προεστοί, πιο πίσω, σύντοιχα, ο λαός.

Καλά θυμούμαι, στη βραδιά εκείνη, τα πάντα: τα λόγια του Δεσπότη, τη γλύκα και τη λάμψη του Φραγκίσκου, την αγριάδα του Μπερναρντόνε· μα βιαστικά θα τα στορήσω, για να φτάσω στην ουσία· στη μεγάλη στιγμή που ο Φραγκίσκος στάθηκε γυμνός μπροστά στο Θεό και στους ανθρώπους.

Ανέβηκε το λοιπόν στο θρόνο του ο Δεσπότης, έκαμε το σταυρό του:

— Στο όνομα του Θεού, σιορ Πιέρο Μπερναρντόνε, είπε, ακούω, τι παράπονο έχεις με το γιο σου;

— Δέσποτα μου, αποκρίθηκε ο γερο-Μπερναρντόνε με βραχνή φωνή πλανταμένη, ο γιος μου ετούτος δεν έχει πια ακέραιο το μυαλό του· βλέπει ονείρατα παλαβά, ακούει φωνές στον αέρα, παίρνει από την κάσα μου χρυσάφι και το κατασπαταλάει και με αφανίζει· ως τώρα το ξόδευε σε γλέντια, μα έλεγα, νέος είναι, θα του περάσει· τώρα όμως πια απελπίστηκα· κάνει παρέα κουρελήδες, κοιμάται σε σπηλιές, κλαίει, γελάει δίχως αφορμή και τον έπιασε τελευταία η μανία να χτίζει γκρεμισμένα παρεκκλήσια· μα απόψε παράγινε το κακό, μπήκε στην Ασίζη κι άρχισε να τραγουδάει και να χορεύει στη μέση της πλατείας κι ο κόσμος γελούσε… Ντροπιάζει το αίμα μου, δεν τον θέλω!

— Το λοιπόν; έκαμε ο Δεσπότης βλέποντας τον Μπερναρντόνε να κομπιάζει.

— Το λοιπόν, είπε ο γερο-Μπερναρντόνε σηκώνοντας το μπράτσο του απάνω από το κεφάλι του γιου του, το λοιπόν, μπροστά στο Θεό και στους ανθρώπους τον αποκηρύχνω, τον κάνω απόπαιδο· δεν είναι πια γιος μου.

Απόκρυφο μούρμουρο σηκώθηκε από τους προεστούς και το λαό, μα ο Δεσπότης κούνησε το χέρι, σώπασαν στράφηκε στο Φραγκίσκο, που 'χε γείρει το κεφάλι κάτω στη γης κι άκουγε.

— Τι έχεις ν’ απολογηθείς, γιε του Χριστού, Φραγκίσκο; ρώτησε.

Ο Φραγκίσκος σήκωσε το κεφάλι:

— Τίποτα, αποκρίθηκε· τούτο μονάχα.

Και χωρίς να προλάβει κανένας μας να τον εμποδίσει, έδωκε μια, πέταξε από πάνω του τα βελουδένια ρούχα που φορούσε, τα 'καμε έναν μπόγο κι έσκυψε ήσυχα, αμίλητα, και τ' απίθωσε στα πόδια του γερο-Μπερναρντόνε.

Κι ολόγυμνος, όπως τον γέννησε η μάνα του, ήρθε και στάθηκε ομπρός στο δεσποτικό θρόνο.

— Δέσποτα μου, είπε, ετούτα ακόμα τα ρούχα που φορούσα ήταν δικά του· του τα γυρίζω πίσω· δεν έχει πια γιο, δεν έχω πια πατέρα, ξοφλήσαμε.

Απομείναμε όλοι με το στόμα ανοιχτό· πολλά μάτια είχαν βουρκώσει. Ο Μπερναρντόνε έσκυψε, άρπαξε τον μπόγο, τον πέρασε κάτω από την αμασκάλη του.

Κατέβηκε ο Δεσπότης από το θρόνο του, τα μάτια του ήταν βουρκωμένα, έβγαλε το μαντύα του, τύλιξε τη γύμνια του Φραγκίσκου.

— Παιδί μου, είπε με παράπονο, γιατί το 'καμες; δεν ντράπηκες τους ανθρώπους;

— Όχι, Δέσποτα μου, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος με ταπεινοσύνη, μονάχα το Θεό. Μονάχα το Θεό ντρέπουμαι, Δέσποτα μου, συχώρεσε με.

Στράφηκε στους προεστούς και στο λαό:

— Αδέρφια, ακούτε όλοι τι ο Θεός με προστάζει: Ως τώρα έλεγα τον σιορ Πιέρο Μπερναρντόνε πατέρα μου· από τώρα και πέρα, θα λέω: Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς. Σπάζω τις αλυσίδες που μ' έδεναν με τη γης· παίρνω φόρα να γυρίσω πίσω σπίτι μου, στον ουρανό. Ετούτη είναι, αδέρφια, ακουστέ τη, η καινούρια τρέλα.

Ο γερο-Μπερναρντόνε δεν μπόρεσε πια να κρατηθεί, άφριζε. Χίμηξε με σηκωμένη τη γροθιά στο Φραγκίσκο- μα πρόλαβε ο Δεσπότης, τον κράτησε.

— Δεν έχεις πια εξουσία απάνω του, είπε· κράτα το θυμό σου, σιορ Μπερναρντόνε!

Κι ο Μπερναρντόνε ταυροκοίταξε γύρα του, καπνοί ανέβαιναν από το κεφάλι του, δάγκασε τα χείλια του να μη βλαστημήξει, έσφιξε τον μπόγο στην αμασκάλη του κι έφυγε, χτυπώντας μανιασμένος ξοπίσω του την πόρτα.

Στράφηκε τότε ο Δεσπότης σε μένα:

— Πήγαινε να πεις του γερο-περιβολάρη να σου δώσει ένα παλιό του ρούχο, να ντύσει τη γύμνια του ο Φραγκίσκος.

Έτρεξα, και σε λίγο έφερα ένα παλιό μαντύα χιλιομπαλωμένο του περιβολάρη· χάραξε απάνω του ο Φραγκίσκος στη ράχη, με κιμωλία, ένα σταυρό και τον φόρεσε.

Έσκυψε, φίλησε το χέρι του Δεσπότη, στράφηκε στους προεστούς και στο λαό:

— Έχετε γεια, τους είπε· ο Θεός να σπλαχνιστεί, αδερφοί μου, τις ψυχές σας!

Ο Δεσπότης συναπόβγαλε λίγα βήματα το Φραγκίσκο στην αυλή· έσκυψε, του 'πε σιγά:

— Έχε το νου σου, Φραγκίσκο, έφτασες στην υπερβολή…

— Εκεί βρίσκεται ο Θεός, Δέσποτα μου, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος.

Ο Δεσπότης κούνησε το κεφάλι:

— Κι η αρετή θέλει μέτρο, είπε· αλλιώς μπορεί να γίνει αναίδεια.

— Μέσα στο μέτρο είναι ο άνθρωπος, πέρα από το μέτρο ο Θεός, κατά κει ξεκινώ να πάω, Δέσποτα μου, έκαμε ο Φραγκίσκος, προχωρώντας κατά την ξώπορτα — βιάζουνταν.

Ο Δεσπότης τον έπιασε πονετικά από το χέρι:

— Μη βιάζεσαι, παιδί μου, είπε- βλέπω, γύρα από το κεφάλι σου, τον αέρα γεμάτο αγώνα, αγωνία κι αίματα. μην κινήσεις για τον αγώνα, παιδί μου, προτού να 'ρθεις να με δεις· είμαι γέρος και παθός, κι άπ' όπου τώρα περνάς, εγώ πέρασα, μπορώ, θαρρώ, να δώσω βοήθεια.

— Θα 'ρθω, Δέσποτα μου, να μου δώσεις την ευκή σου, είπε ο Φραγκίσκος και δρασκέλισε το κατώφλι.

 

Έτρεξα πίσω του κι εγώ, βγήκαμε στο δρόμο. Πίσσα σκοτάδι· το φεγγάρι δεν εϊχε ακόμα προβάλει, ο ουρανός κρέμουνταν συννεφιασμένος· ογρός αγέρας φυσούσε, σα να ‘χε κιόλα βρέξει απάνω στα βουνά.

Έρημος ο δρόμος, τα λυχνάρια στα σπίτια άναβαν, δειπνούσε ο κόσμος. Σταθήκαμε κάμποση ώρα κι οι δυο στη μέση του δρόμου· πού να πάμε; κατά πού να πάρουμε; Κατά τον κάμπο; κατά το βουνό; Κατά την ερημιά; κατά τους ανθρώπους; Δεξά, ζερβά ο Θεός, στον κάμπο, στο βουνό ο Θεός, όλοι οι δρόμοι ιεροί.

Ο Φραγκίσκος δεν είχε ακόμα διαλέξει· στέκουνταν ασάλευτος στη μέση του δρόμου.

— Και τώρα, αδερφέ Φραγκίσκο, του 'πα, πού πάμε; Ο Φραγκίσκος γέλασε ήσυχα, παιδιάτικα:

— Στον ουρανό, αποκρίθηκε· δεν είδες; κλοτσήσαμε τη γης, πηδήξαμε. Άιντε, φράτε Λεόνε, στ' όνομα του Θεού!

Είπε, και στράφηκε δεξά, κατά το βουνό το Σουμπάσιο.

Βγήκαμε από τη βοριανή καστρόπορτα, μπήκαμε στην ερημιά· πήραμε τον ανήφορο. Κάμποση ώρα σώπαινε ο Φραγκίσκος· πήγαινε μπροστά, ξεχώριζα, μέσα στο σκοτάδι, το λιγνό του κορμί να σκίζει το δρόμο σα σπαθί· κι ο φαρδύς χιλιοτρυπημένος μαντύας του καταχτυπούσε σα φτερούγα.

Εγώ 'μουν κουρασμένος και πεινούσα· στάθηκα, κοίταξα κάτω την Ασίζη· τα φώτα ακόμα αναμμένα, η ανθρώπινη βουή ακόμα γρικιούνταν, και τα σκυλιά που γάβγιζαν ένα φεγγάρι λειψό, συντριμμένο, όλο θλίψη, ξεπρόβαλε από την άκρα τ' ουρανού.

Ο Φραγκίσκος δεν άκουγε τα βήματα μου ξοπίσω του, στράφηκε· με είδε να κοιτάζω πίσω μου τη νυχτωμένη πολιτεία.

— Ε φράτε Λεόνε, μου φώναξε, τι κοντοστέκεσαι; Τι κοιτάς πίσω; Δε θυμάσαι τι παράγγειλε ο Χριστός; Ξετίναξε τον κουρνιαχτό της Ασίζης από τα πόδια σου, τον κουρνιαχτό του πατέρα και της μάνας σου, τον κουρνιαχτό του ανθρώπου!

— Έγνοια σου, αδερφέ Φραγκίσκο, αυτό κάνω, ξετινάζω τον κουρνιαχτό, αποκρίθηκα.

Δε μ' έκαμε ο Θεός, αλίμονο, μήτε ήρωα, μήτε κιοτή· ανάμεσα στα δυο αυτά βολοδέρνει η ψυχή μου.

Πήραμε δρόμο· ο Φραγκίσκος είχε αρχίσει να σιγοτραγουδάει πάλι στη γλώσσα της μάνας του· ήταν ευχαριστημένος· είχε πάλι τελέψει την προσταγή του Θεού, χόρεψε, τραγούδησε στη μέση της Ασίζης, παράτησε τον πατέρα και τη μάνα του· έσπασε τις αλυσίδες που τον έδεναν με τη γης, λυτρώθηκε. Όμοια δεν τραγουδούσε κι όταν τέλεψε την πρώτη προσταγή του Θεού χτίζοντας τον Άι-Δαμιανό; Τώρα ετούτο στάθηκε πιο δύσκολο, γι' αυτό κι η χαρά πιο μεγάλη.

Είχαμε τώρα μπει μέσα στις άγριες βελανιδιές, το φεγγάρι έριχνε χλωμό λυπητερό φως στα κλαριά και στις πέτρες, κάπου κάπου μια κουκουβάγια κουφοπετούσε απάνω από τα κεφάλια μας. Κι άξαφνα, εκεί που τραγουδούσε ο Φραγκίσκος, πατημασιές βαριές ακούστηκαν ανάμεσα στα δέντρα, κι αναπνοές ανθρώπων. Το τραγούδι του Φραγκίσκου κόπηκε, σταθήκαμε.

— Εδώ λημεριάζουν ληστές, είπα, χαθήκαμε.

— Δε χάνεται, φράτε Λεόνε, οποίος δεν έχει τίποτα να χάσει, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος· μη φοβάσαι.

Εκεί που μιλούσαμε, κλαριά ακούγουνταν να σπάζουν, οι πατημασιές ζύγωναν κι ολομεμιάς πέντ' έξι αγριάνθρωποι πετάχτηκαν μπροστά μας με τα μαχαίρια σηκωμένα· δυο με άρπαξαν έμενα, μ' έριξαν κάτω, οι επίλοιποι χύθηκαν στο Φραγκίσκο.

— Ποιος είσαι; του φώναζαν τρίζοντας τα δόντια.

— Είμαι ο αποσταλμένος του Μεγάλου Βασιλέα, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος ήσυχα.

— Και τι γυρεύεις εδώ;

— Ήρθα να καλέσω τους αδερφούς ληστές να κοπιάσουν στον ουρανό· ο Μεγάλος Βασιλιάς κάνει γάμο, παντρεύει το γιο του, και τους καλνάει στο τραπέζι.

Ένας ζύγωσε αναμμένο δαυλό, κοίταξε το χλωμό πεινασμένο πρόσωπο του Φραγκίσκου, τα γυμνά αιματωμένα πόδια του και τον κουρελιασμένο μαντύα. Γέλασαν.

— Εσύ αποσταλμένος του Μεγάλου Βασιλέα; εσύ, ο κουρελής, ο ξυπόλυτος; έκαμαν σαρκαστικά κι άρχισαν να ψάχνουν να βρουν το πουγγί του.

Δε βρήκαν τίποτα· έψαξαν το ταγάρι που κρατούσα εγώ στη ράχη μου, δε βρήκαν τίποτα· μήτε ένα ξεροκόμματο ψωμί· κοίταξαν πάλι στο φως του δαδιού το Φραγκίσκο.

— Θα ‘ναι τρελός, είπε ένας, χαμένοι οι κόποι μας.

— Ας τους σπάσουμε στο ξύλο, είπε ένας άλλος, κι ας τους πετάξουμε στο λάκκο· έτσι δε θα παν χαμένοι ολότελα οι κόποι μας.

Σήκωσαν τις βοδίσιες ουρές που κρατούσαν κι άρχισαν να μας δέρνουν αλύπητα. Εγώ έβαλα τις φωνές, πονούσα· μα ο Φραγκίσκος, κάθε που έτρωγε μια βουρδουλιά, έκανε το σταυρό του και μουρμούριζε: «Δόξα σοι ο Θεός!»

Οι ληστές γελούσαν.

— Καλέ, δεν είναι αυτός τρελός, είπε ένας, είναι άγιος.

— Το ίδιο κάνει, αποκρίθηκε ένας άλλος που φαίνουνταν ο αρχηγός· σηκώστε τους τώρα, καλά τους συγυρίσαμε, ρίχτε τους στο λάκκο.

Μας άρπαξαν από τους ώμους κι από τα πόδια, μας πέταξαν στο λάκκο κι έφυγαν γελώντας και βρίζοντας.

Ο Φραγκίσκος άπλωσε το χέρι, χάδεψε τη ράχη μου.

— Πονάς, φράτε Λεόνε; ρώτησε.

— Εσύ τάχατε δεν πονάς, αδερφέ Φραγκίσκο; έκαμα πεισματωμένος· σάρκα είναι ετούτη, δεν αντέχει.

— Μη βλαστημάς τη σάρκα, φράτε Λεόνε, θυμήσου τι λέγαμε μια φορά: μπορεί κι αυτή να γίνει μια μέρα πνέμα. Να, γίνηκε κιόλα· σου ορκίζουμαι, φράτε Λεόνε, δεν πονώ.

Βαθύς ήταν ο λάκκος, μοχτήσαμε να τον ανεβούμε, γλιστρούσαμε, κατρακυλούσαμε πάλι στον πάτο.

— Καλά είμαστε εδώ, φράτε Λεόνε, είπε ο Φραγκίσκος- ζητούσαμε καταφύγιο να περάσουμε τη νύχτα· να το, ο Θεός μας το 'πεψε, μεγάλη η χάρη του! Ας κοιμηθούμε το λοιπόν εδώ, και το πρωί θα πέψει ο Θεός τον ήλιο να μας δείξει το δρόμο.

Αγκαλιαστήκαμε γιατί κρυώναμε, κλείσαμε τα μάτια· η ράχη μου ακόμα μ' έτσουζε, μα ήμουν κατακουρασμένος, κοιμήθηκα. Κοιμήθηκε κι ο Φραγκίσκος; δεν ξέρω. Δεν πιστεύω· γιατί κάπου κάπου άκουα στον ύπνο μου μια φωνή που τραγουδούσε.

Ξημέρωσε ο Θεός, βγήκαμε μπουσουλωτά από το λάκκο, πιάσαμε πάλι το δρόμο. Πότε σωπαίναμε ώρα πολλή, πότε σταυρώναμε μια κουβέντα, για το Θεό, για τον καιρό, για το χειμώνα που πλάκωνε. Κι όταν βλέπαμε από μακριά κανένα χωριό, ο Φραγκίσκος με τραβούσε από το μανίκι χαρούμενος.

— Πάμε, μου ‘ λεγε, πάμε, φράτε Λεόνε, γρήγορα· κάποια ψυχή θα 'ναι μέσα στα σπιτάκια ετούτα να λαχταρίζει να σωθεί· πάμε να τη βρούμε!

Μπαίναμε στο χωριό, έσερνε ο Φραγκίσκος μια φωνή, σα να 'ταν τελάλης:

— Ε χωριανοί, ελάτε να δείτε! Φέρνω καινούριες πραμάτειες και τις μοιράζω· ο που προφτάσει ας πάρει! Χάρισμα! Χάρισμα!   Χάρισμα!

Είχαμε βρει στο δρόμο μια μεγάλη τροκάνα κριαριού, την κουδούνιζε ο Φραγκίσκος στα δρομάκια του χωριού και φώναζε. Κι οι χωριάτες άκουγαν κι έτρεχαν, γυναίκες κι άντρες, να δουν τι φέρναμε και μοιράζαμε χάρισμα. Ανέβαινε τότε σε μιαν πέτρα ο Φραγκίσκος κι αρχινούσε να μιλάει για την αγάπη. Ν’ αγαπούμε το Θεό και τους ανθρώπους, φίλους κι εχτρούς, ν' αγαπούμε τα ζα και τα πουλιά και το χώμα που πατούμε. Μιλούσε συνεπαρμένος για την αγάπη, κι όταν πια δεν μπορούσε να βρει τα λόγια, τον έπαιρναν τα κλάματα. Πολλοί τον άκουγαν και γελούσαν, άλλοι θύμωναν, τα παιδιά τού πετούσαν πέτρες, λιγοστοί ζύγωναν κρυφά και του φιλούσαν το χέρι. Παίρναμε ύστερα σβάρνα τις πόρτες, απλώναμε το χέρι, ζητιανεύαμε. Μας έδιναν κανένα ξεροκόμματο ψωμί, πίναμε νερό από το πηγάδι του χωριού, φεύγαμε, κινούσαμε για άλλο χωριό. Πέρασαν μέρες, βδομάδες, δε θυμούμαι- στρογγυλός ο καιρός, κυλούσε γρήγορα.

Σε μια μικρή πολιτεία, ξεχνώ τ’ όνομά της, ένας παλιός φίλος του Φραγκίσκου, που γλεντούσαν μια φορά κι έναν καιρό μαζί, είδε το Φραγκίσκο να στέκεται στη μέση της πλατείας, να χορεύει και να τραγουδάει και να διαλαλεί τις καινούριες πραμάτειες του. Έτρεξε ξαφνιασμένος:

— Φραγκίσκο, παλιέ μου φίλε, του φώναξε, πως κατάντησες έτσι; ποιος σε κατάντησε έτσι;

— Ο Θεός, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος χαμογελώντας.

— Πού 'ναι τα μεταξωτά σου ρούχα και το κόκκινο φτερό στο κεφάλι και τα χρυσά δαχτυλίδια;

— Μου τα 'χε δανείσει ο Σατανάς, του τα γύρισα.

Ο φίλος τον κοίταζε αποκορφής — το χιλιοτρυπημένο μαντύα, τα γυμνά πόδια, το ξεσκούφωτο κεφάλι, αναρωτιόνταν και δεν μπορούσε να καταλάβει.

— Πούθε έρχεσαι, Φραγκίσκο μου; ρώτησε τέλος με ψυχοπόνια.

— Από τον άλλο κόσμο, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος.

— Και πού πας;

— Στον άλλο κόσμο.

— Και γιατί τραγουδάς;

— Για να μη χάσω το δρόμο.

Ο φίλος κούνησε το κεφάλι απελπισμένος. Θα 'χε καλή καρδιά ο νέος αυτός, γιατί πήρε το Φραγκίσκο από το χέρι, μου 'γνεψε και μένα, έτρεξα πίσω τους.

— Φραγκίσκο, παλιέ μου φίλε, αν κατάλαβα καλά, θέλεις να σώσεις τον κόσμο· μα άκουσε με και μένα: χειμώνας μπήκε, έλα σπίτι να σου δώσω ένα ζεστό ρούχο να μην κακαρώσεις από το κρύο, και τότε πως θα σώσεις τον κόσμο;

— Φορώ το Θεό, είπε ο Φραγκίσκος, δεν κρυώνω. Ο φίλος γέλασε:

— Φοράς το Θεό, είπε, μα δε φτάνει- χρειάζεσαι κι ένα ρούχο ζεστό· εσύ λυπάσαι κι ένα σκουλήκι να πατήσεις, λυπήσου και το κορμί σου· σκουλήκι κι αυτό, τύλιξε το μ'ένα ρούχο… Και μην ξεχνάς πως το κορμί σού χρειάζεται για να σώσεις τον κόσμο: Χωρίς αυτό…

— Έχεις δίκιο, έκαμε ο Φραγκίσκος· αυτό θα πει σπουδασμένος, κόβει το μυαλό σου· ναι, χρειάζεται ακόμα το κορμί, πάμε!

Φτάσαμε στο σπίτι· ήταν πλούσιος ο φίλος, μπήκε σε μιαν κάμαρα, βγήκε, και κρατούσε ένα μακρύ ρούχο χοντρό μάλλινο, ένα ζευγάρι σαντάλια, από κείνα που φορούν οι βοσκοί, κι ένα ραβδί, βοσκοράβδι.

— Είναι τα ρούχα του βοσκού μου, είπε, ντύσου.

Ο Φραγκίσκος κοίταξε το μάλλινο ρούχο, το μετρούσε απάνω του, του 'φτανε ως τα πόδια· έβαζε την κουκούλα, την έβγαζε, και γελούσε σαν παιδί.

— Μου αρέσει, είπε τέλος, γιατί το χρώμα του είναι απαράλλαχτο με το χρώμα της γης το χινόπωρο, όταν τη σκάβουν θυμίζει χώμα. Δώσε, Ρουφίνο μου, για την αγάπη του Χριστού, ένα όμοιο και στον αδερφό μου, το φράτε Λεόνε.

Ο φίλος ευχαριστήθηκε.

— Έχει γούστο, είπε, να ζήσω πια στη μνήμη των ανθρώπων γιατί σου 'δωκα το ρούχο αυτό και το 'καμες ράσο! Έχεις σκοπό να ιδρύσεις και του λόγου σου, σαν τον άγιο Βενέδικτο, κανένα καλογερικό τάγμα;

— Εγώ αν έχω σκοπό η ο Θεός; Αυτόν να ρωτάς· Αυτόν ρωτώ κι εγώ.

Αναμέρισε, ντύθηκε το καινούριο ράσο, πήρε από την αυλή ένα κομμάτι σκοινί, ζώστηκε. Ωστόσο ο φίλος μου 'φερνε και τη δικιά μου φορεσιά, ντύθηκα κι εγώ, ζώστηκα κι εγώ σκοινί, ζεστάθηκαν οι πλάτες μου· πήρε ο φίλος το ταγάρι μου, μπήκε στο κελάρι, το γέμισε ζωθροφές.

Ο Φραγκίσκος άπλωσε το χέρι στο φίλο του:

— Πιάσε χώμα! του είπε.

Ο φίλος γέλασε, του 'σφιξε το χέρι.

— Αγαπημένε φίλε, αδερφέ Ρουφίνο, ο Θεός να δώσει με το ράσο αυτό να μπεις μια μέρα στη βασιλεία των ουρανών. Καλήν αντάμωση.

— Πού; έκαμε ο Ρουφίνος γελώντας· στη βασιλεία των ουρανών;

— Όχι, στη βασιλεία της γης- ο Θεός να δώσει μια μέρα να μπεις και συ στο δρόμο της τέλειας χαράς.

Μπήκαμε πάλι στη στράτα. Συννεφιασμένος ο ουρανός, έκανε κρύο.

— Είδες; έκαμε ο Φραγκίσκος γελώντας· όταν δε συλλογιέσαι τι θα φας και τι θα ντυθείς, ο Θεός συλλογιέται για σένα· και σου στέλνει ένα Ρουφίνο μ' ένα ταγάρι θροφές και με δυο αλλαξιές μάλλινα ρούχα.

 

Προχωρούσαμε κατά την ανατολή και καμαρώναμε κι οι δυο σαν τα παιδιά τα καινούρια μας ρούχα· θαρρείς και ντυθήκαμε πολεμικιάν άρματα και τρέχαμε στον πόλεμο.

— Άλλη χαρά στον κόσμο δεν υπάρχει, φράτε Λεόνε, παρά να κάνεις το θέλημα του Θεού· ξέρεις γιατί;

— Πού να ξέρω, αδερφέ Φραγκίσκο, φώτισε με.

— Γιατί ό,τι θέλει ο Θεός, αυτό και μόνο αυτό θέλουμε κι εμείς, μα δεν το ξέρουμε· κι έρχεται ο Θεός και ξυπνάει την ψυχή μας· της φανερώνει τι θέλει και δεν το ξέρει. Αυτό 'ναι το μυστικό, φράτε Λεόνε. Κάνω το θέλημα του Θεού, θα πει: κάνω το πιο βαθύτατα κρυμμένο θέλημα μου. Μέσα και στον πιο ανάξιον άνθρωπο υπάρχει ένας δούλος του Θεού που κοιμάται.

— Γι’ αυτό λοιπόν στερέωσες τον Άι-Δαμιανό; ήταν θέλημα δικό σου και δεν το κάτεχες, κι ήρθε ο Θεός στον ύπνο σου και σου το φανέρωσε; Γι· αυτό παράτησες τον πατέρα και τη μάνα σου;

— Γι’ αυτό· γι' αυτό και συ παράτησες τα πάντα και με ακόλουθος.

— Μα κάποτε, αντιμίλησα εγώ, κάποτε, αδερφέ Φραγκίσκο, θέμε πολλά· ποιο άπ'όλα είναι το θέλημα του Θεού;

— Το πιο δύσκολο, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος κι αναστέναξε.

Βροντές μακρινές ακούστηκαν μύρισε ο αγέρας βροχή.

— Και τώρα τι θες βαθιά μέσα σου, αδερφέ Φραγκίσκο; Μπορείς να βρεις προτού σου το πει ο Θεός;

Ο Φραγκίσκος έσκυψε το κεφάλι σα ν’ αφουκράζουνταν αναστέναξε πάλι:

— Δεν μπορώ, είπε τέλος· ξέρω βαθιά τι δε θέλω· δεν ξέρω τι θέλω.

— Τι δε θες, αδερφέ Φραγκίσκο; Τι μισείς και φοβάσαι πάνω άπ' όλα; με συμπαθάς που σε ρωτώ.

Ο Φραγκίσκος δίστασε μια στιγμή· άνοιξε το στόμα του, το 'κλεισε πάλι. Τέλος πήρε απόφαση, μίλησε:

— Να, δε θέλω τους λεπρούς· δεν μπορώ να τους δω· και μόνο ν’ ακούω από μακριά τα κουδουνάκια που φορούν για να τ’ ακούν και ν' αλαργαίνουν οι διαβάτες, λιποθυμώ. Συχώρεσε με, Θεέ μου· τίποτα στον κόσμο δε σιχαίνουμαι σαν τους λεπρούς.

Έφτυσε, ξαφνικά του 'ρθε αναγούλα και ζάλη· ακούμπησε σ' ένα δέντρο να συνηφέρει.

— Κακή, αδύνατη, κακομοίρα η ψυχή του ανθρώπου, μουρμούρισε. Κακή, αδύνατη, κακομοίρα… Πότε, Κύριε, θα τη λυπηθείς και θα τη σώσεις;

Άρχισε να βρέχει· βάλαμε τις κουκούλες, περπατούσαμε γρήγορα να φτάσουμε στο πρώτο χωριό. Μια κοπέλα πέρασε.

— Να 'χω την ευκή σας, άγιοι του Θεού, είπε χαιρετώντας. Ο Φραγκίσκος έβαλε το χέρι στην καρδιά, αντιχαιρέτησε, μα δε σήκωσε τα μάτια να τη δει. Ήταν όμορφη, καλοδεμένη, πρόσχαρη.

— Γιατί δε σήκωσες τα μάτια να τη δεις, αδερφέ μου; ρώτησα.

— Πώς να σηκώσω τα μάτια και ν' αντικρίσω τη νύφη του Χριστού; αποκρίθηκε.

Πηγαίναμε, πηγαίναμε, ερημιά· ανθρώπου αχνάρι πουθενά· νυχτωθήκαμε.  Η βροχή όλο και δυνάμωνε.

— Να βρούμε μια σπηλιά να τρυπώξουμε, είπα εγώ. Ο Θεός δε θέλει να πάμε παραπέρα.

— Ο Θεός δε θέλει να πάμε παραπέρα, έχεις δίκιο, φράτε Λεόνε· μήτε κι εμείς, το λοιπόν, δε θέλουμε!

Ψάξαμε ολούθε μέσα στο σκοτάδι την πλαγιά του βουνού· βρήκαμε μια σπηλιά, μπήκαμε μέσα. Ο Φραγκίσκος ξάπλωσε ευχαριστημένος.

— Ο Θεός, είπε, στέλνει τις βροχές, μα και την κουκούλα· πληθαίνει η βροχή, στέλνει τη σπηλιά.

— Αυτό θα πει σοφία, είπα εγώ.

— Αυτό θα πει καλοσύνη, διόρθωσε ο Φραγκίσκος. Άνοιξα το ταγάρι, μοίρασα από τα μπόλικα φαγιά που μας είχε αποχερίσει ο φίλος ο Ρουφίνος· φάγαμε. Κι ευτύς, κουρασμένοι ως ήμασταν, κλείσαμε τα μάτια να κοιμηθούμε. Εγώ, χωριαταράς ως είμαι, κοιμήθηκα ευτύς· αλίμονο, δεν είχα έγνοιες τόσο μεγάλες που να μου κόβουν τον ύπνο· μα ο Φραγκίσκος, θαρρώ, δεν κοιμήθηκε· τα ξημερώματα έσυρε φωνή και τινάχτηκε απάνω· με σκούντησε με το ποδάρι.

— Φράτε Λεόνε, φώναξε, ξύπνα· ξημέρωσε.

— Ακόμα είναι σκοτάδι, αδερφέ Φραγκίσκο, αποκρίθηκα νυσταγμένος· γιατί βιάζεσαι;

— Δε βιάζουμαι εγώ, φράτε Λεόνε· βιάζεται Αυτός· ο Θεός· ξύπνα!

Ανασηκώθηκα:

— Είδες όνειρο;

— Όχι. Όλη νύχτα δεν μπορούσα να κοιμηθώ· τα ξημερώματα έκλεισα τα μάτια και παρακάλεσα το Θεό:

»— Πατέρα, άφησέ με να κοιμηθώ· αργάτης είμαι, αργάτης δικός σου, έκαμα ο,τι μου παράγγειλες: στερέωσα τον Αϊ-Δαμιανό, χόρεψα κι έγινα μπαίγνιο του κόσμου μέσα στην Ασίζη· παράτησα τον κύρη και τη μάνα μου· γιατί δε με αφήνεις να κοιμηθώ; Τι άλλο ζητάς από μένα; Δε φτάνει;

» Κι ακούστηκε τότε από πάνω μου, όχι από πάνω μου, από μέσα μου, μια φωνή άγρια:

» — Όχι, δε φτάνει!

» Ορκίζουμαι, φράτε Λεόνε, δεν κοιμόμουν δεν ήταν όνειρο· όλα μπορεί να 'ναι όνειρο, εσύ κι εγώ κι η σπηλιά ετούτη κι η βροχή· εκείνη η φωνή όμως δεν ήταν όνειρο.

»— Δε φτάνει; φώναξα τρομαγμένος· τι άλλο, το λοιπόν, ζητάς από μένα;

»— Σήκω απάνω, ξημέρωσε, έμπα στο δρόμο· θα σταματήσω για το χατίρι σου τη βροχή· έμπα στο δρόμο και θ' ακούσεις κουδουνάκια· είναι ένας λεπρός, εγώ σου τον στέλνω· πέσε απάνω του, φίλησε τον, ακούς; Κάνεις πως δεν ακούς· γιατί δεν απαντάς;

» Δε βάσταξα πια.

» — Δεν είσαι πατέρας, του φώναξα, δεν αγαπάς τους ανθρώπους· είσαι ανήλεος και παντοδύναμος και παίζεις μαζί μας· άκουσες τώρα στο δρόμο που 'λεγα του συντρόφου μου πως δεν μπορώ ν' αγγίξω λεπρό, κι ευτύς θες να με ρίξεις στην αγκαλιά της λέπρας. Δεν υπάρχει λοιπόν άλλος δρόμος, πιο βολικός, να 'ρθει ο κακόμοιρος ο άνθρωπος, Θεέ μου, να σε βρει;

»Τα σπλάχνα μου σκίστηκαν κάποιος γέλασε μέσα μου.

» — Δεν υπάρχει, ακούστηκε σε λίγο η φωνή και κόπηκε απότομα.

Άκουγα ανατριχιάζοντας.

— Και τώρα; είπα και κοίταξα με βαθύ πόνο το Φραγκίσκο που είχε σηκωθεί τρεκλίζοντας και κοίταζε έξω από τη σπηλιά με τρόμο· δεν άκουσε.

— Και τώρα; ξαναρώτησα. Στράφηκε.

— Τι τώρα; έκαμε μαζεύοντας τα φρύδια· δεν υπάρχει τώρα· σήκω να πάμε να τον βρούμε.

— Ποιόν;

Χαμήλωσε ο Φραγκίσκος τη φωνή του, ένιωσα όλο το τυραννισμένο κορμί του να τρέμει.

— Το λεπρό… αποκρίθηκε σιγά.

Βγήκαμε από τη σπηλιά· ξημέρωνε· η βροχή είχε σταματήσει, τα σύννεφα κατρακυλούσαν απάνω στον ουρανό κι έφευγαν θαρρείς κι η πνοή του Θεού τα κυνηγούσε- από κάθε δεντρόφυλλο κρέμουνταν και λαμπύριζε μια στάλα νερό· και μέσα στη στάλα το νερό απλώνουνταν αλάκερο το ουρανοδόξαρο.

Πήραμε τη στράτα, κατηφορίσαμε κατά τον κάμπο που κοιμόταν ακόμα σκεπασμένος από την πρωινή καταχνιά· ο Φραγκίσκος τραβούσε με μεγάλες δρασκελιές μπροστά· βιάζουνταν.

Ο ήλιος ανέβηκε απάνω από το βουνό, ζεστάθηκε η γης, ζεσταθήκαμε κι εμείς· ξεκρίναμε κάτω χαμηλά, πίσω από τα πεύκα, μια μεγάλη πολιτεία.

— Ποια πολιτεία είναι ετούτη, φράτε Λεόνε; ρώτησε ο Φραγκίσκος.

— Τα 'χω χαμένα, αδερφέ Φραγκίσκο· σα να βλέπω για πρώτη φορά τα πάντα· θαρρώ πως είναι η Ραβέννα.

Άξαφνα ο Φραγκίσκος στάθηκε, κατάχλωμος. Με άρπαξε από το μπράτσο:

— Ακούς; είπε σιγά.

— Όχι, τι;

— Κουδουνάκια…

Κι ως το 'πε, άκουσα αλήθεια, μακριά ακόμα, από τον κάμπο, κουδουνάκια. Σταθήκαμε κι οι δυο, το κατωσάγουνο του Φραγκίσκου  έτρεμε· τα  κουδουνάκια  ολοένα ζύγωναν.

— Έρχεται… τραύλισε ο Φραγκίσκος κι ακούμπησε ολοτρέμουλος απάνω μου· έρχεται…

— Να φύγουμε, να γλιτώσουμε, έκαμα εγώ κι άρπαξα το Φραγκίσκο από τη μέση, να τον σηκώσω να φύγουμε.

— Να πάμε πού; να γλιτώσουμε από το Θεό, πώς; πώς, κακόμοιρε φράτε Λεόνε;

— Ν' αλλάξουμε δρόμο, αδερφέ Φραγκίσκο.

— Στον κάθε δρόμο θα βρούμε κι ένα λεπρό· θα γεμίσουν, θα δεις, οι στράτες λεπρούς· ωσότου να πέσουμε στην αγκαλιά τους, ν' αφανιστούν. Ε λοιπόν, φράτε Λεόνε, δέσε κόμπο την καρδιά σου, πάμε!

Τα κουδουνάκια πια ακούγουνταν κοντά μας, πίσω από τα δέντρα, έφταναν.

— Κάνε κουράγιο, Φραγκίσκο, αδερφέ μου, είπα· ο Θεός θα σου δώσει τη δύναμη να βαστάξεις.

Μα ο Φραγκίσκος είχε κιόλα πάρει φόρα, έτρεχε· ο λεπρός είχε προβάλει μέσα από τα δέντρα· κρατούσε ένα ραβδί γεμάτο κουδούνια και το κουνούσε, να το ακούν και να φεύγουν οι διαβάτες. Έτρεχε ο Φραγκίσκος με τις αγκάλες ανοιχτές, ο λεπρός τον είδε, σταμάτησε. Έσυρε ψιλή φωνή, σα να φοβήθηκε· σα να 'χε αποκάμει πια και δεν μπορούσε να προχωρήσει, τα γόνατα του λύγιζαν. Ζύγωσα κι εγώ από κοντά, κοίταζα με φρίκη· η μύτη του λεπρού είχε σαπίσει, κι η μισή είχε πέσει, τα χέρια του ήταν χωρίς δάχτυλα, κούτσουρα· και τα χείλια του μια πληγή κι έτρεχε.

Ο Φραγκίσκος έπεσε απάνω στο λεπρό, τον αγκάλιασε, έσκυψε, τον φίλησε στο στόμα. Κι ύστερα τον σήκωσε στην αγκαλιά του, τον σκέπασε με το ράσο του κι άρχισε να προχωράει αργά, βαριοπατώντας, κατά την πολιτεία· σίγουρα θα 'ταν εκεί κοντά κανένα λεπροκομείο να τον αποθέσει.

Πήγαινε, πήγαινα κι εγώ πίσω του, και τα μάτια μου είχαν βουρκώσει. Βαρύς είναι ο Θεός, βαρύς πολύ, δε λυπάται τους ανθρώπους· τι 'ταν αυτά που μου 'λεγε, τώρα να, ο Φραγκίσκος; Το θέλημα του Θεού είναι τάχα το πιο βαθύ θέλημα μας και δεν το ξέρουμε; Όχι, όχι! Ο Θεός μας λέει: «Τι δε θες; Αυτό εγώ θέλω! Τι μισείς; Αυτό εγώ αγαπώ. Κάμε ο,τι δε σου αρέσει· αυτό αρέσει έμενα!» Και να, τώρα ο δυστυχισμένος ο Φραγκίσκος φίλησε το λεπρό και τον κουβαλάει στην αγκαλιά του.

Ο ήλιος είχε ανεβεί, κόντευε πια μεσούρανα· άρχισαν πάλι οι πρώτες χοντρές ψιχάλες· η πολιτεία είχε τώρα μεγαλώσει, μια στιγμή μέσα στον ήλιο έλαμψε, οι πύργοι της, οι εκκλησιές, τα σπίτια. Ζυγώναμε.

Κι άξαφνα είδα το Φραγκίσκο να σταματάει απότομα· έσκυψε, αναμέρισε το ράσο να ξεσκεπάσει το λεπρό- κι ολομεμιάς έσυρε φωνή μεγάλη: το ράσο ήταν αδειανό!

Στράφηκε ο Φραγκίσκος και με κοίταξε· ανοιγόκλεισε το στόμα να μιλήσει, δεν μπόρεσε· μα το πρόσωπο του έλαμπε· Έκαιγε· μουστάκια, γένια, μύτες, στόματα, όλα είχαν αφανιστεί μέσα στη φλόγα.

Κυλίστηκε χάμω, ξάπλωσε πίστομα κι άρχισε να φιλάει το χώμα και να κλαίει. Όρθιος εγώ από πάνω του έτρεμα· δεν ήταν λεπρός, ήταν ο ίδιος ο Χριστός κι είχε κατέβει στη γης λωβιασμένος, να δοκιμάσει το Φραγκίσκο.

Ένας χωριάτης πέρασε· είδε το Φραγκίσκο ξαπλωμένο χάμω, κάτω από τη βροχή, να κλαίει, στάθηκε.

— Γιατί κλαίει; ρώτησε· τι έπαθε; Μπας κι έπεσαν απάνω του ληστές και τον έδειραν;

— Όχι, αποκρίθηκα- τώρα να πέρασε ο Χριστός, τον είδε, και κλαίει από τη χαρά του.

Ο χωριάτης σήκωσε τους ώμους, γέλασε και προσπέρασε βιαστικός.

Ο Φραγκίσκος άνοιξε τα μάτια, κοίταξε το συννεφιασμένο ουρανό, κοίταξε τη βροχή που έπεφτε άρια και θόλωνε τον αέρα· χαμήλωσε τα μάτια, με είδε. Δεν μπορούσε ακόμα να μιλήσει· μου χαμογέλασε- κι εγώ ευτύς κύλησα κάτω, στη μέση του δρόμου, δίπλα του, και τον φιλούσα και του χάδευα το πρόσωπο με τρυφεράδα, για να μπορέσω να γλυκάνω απάνω του τον κεραυνό του Θεού.   Το σώμα του άχνιζε ακόμα.

Πόσην ώρα, πόσες ώρες μείναμε εκεί στη μέση του δρόμου, ξαπλωμένοι, αμίλητοι; δεν μπορώ να πω· μα όταν ανασηκωθήκαμε και κοιτάξαμε γύρα μας, ο ήλιος βασίλευε. Είχε έρθει τώρα η μιλιά στο Φραγκίσκο.

— Φράτε Λεόνε, είδες; κατάλαβες;

— Είδα, αδερφέ Φραγκίσκο, είδα, μα δεν κατάλαβα παρά ετούτο: ο Θεός παίζει μαζί μας.

— Εγώ, φράτε Λεόνε, κατάλαβα ετούτο: όλοι οι λεπροί, οι σακάτες, οι αμαρτωλοί, αν τους φιλήσεις στο στόμα…

Σώπασε· τρόμαξε να τελέψει το λογισμό του.

— Φώτισε με, αδερφέ Φραγκίσκο, φώτισε με, μη με αφήνεις στο σκοτάδι.

Πέρασε κάμποση ώρα- τέλος ανατριχιάζοντας:

— Όλοι ετούτοι, μουρμούρισε, αν τους φιλήσεις στο στόμα, συχώρεσε με, Θεέ μου, γίνουνται Χριστός.

Νύχτα πια φτάσαμε στη μεγάλη πολιτεία· είδαμε τ' αψηλά φουντωτά πεύκα της, ξεκρίναμε στο μεσόφωτο τους στρογγυλούς πύργους της και νιώσαμε γύρα τριγύρα μας την πλατιάν ανάσα της θάλασσας· μυρίσαμε αρμύρα, δροσιστήκαμε- είχαμε φτάσει στην ξακουστή Ραβέννα.

— Αρχοντικιά πολιτεία, είπε ο Φραγκίσκος, γεμάτη παλάτια κι εκκλησιές και παλιά δόξα· μου αρέσει.

— Εδώ να μείνουμε, είπα, να ξεχειμωνιάσουμε· πλάκωσαν οι βροχές, φούσκωσαν τα ποτάμια, πού να πάμε; Κι εδώ θα υπάρχουν ψυχές που σε προσμένουν, αδερφέ Φραγκίσκο.

Ήμασταν κουρασμένοι, δεν μπορούσαμε να πάμε πιο πέρα, σταθήκαμε απόξω από την πολιτεία, στο φουμισμένο μοναστήρι του Άγιου Απολλινάριου. Οι πόρτες ήταν αμπαρωμένες, είχε νυχτώσει, το μοναστήρι πια δεν άνοιγε, κανένας δεν μπορούσε να μπει. Άρχισε να βρέχει με τα σταμνιά.

— Εδώ, απόξω από την πόρτα θα κοιμηθούμε. και το πρωί, αν θέλει ο Θεός, μπαίνουμε να προσκυνήσουμε.

Ξάφνου ένιωσε πως πεινούσε:

— Δεν έχει τίποτα το ταγάρι, φράτε Λεόνε; ρώτησε.

— Τίποτα, αδερφέ μου, τίποτα- μονάχα την τροκάνα· όλη τη μέρα σήμερα δεν περάσαμε από χωριό· πεινάς;

— Δεν πειράζει, αύριο· μεγάλη η πολιτεία, κάπου σε κανένα σπίτι θα βρίσκεται ένα κομμάτι ψωμί να μας περιμένει·  για μας το ζύμωσε η νοικοκυρά.

Κάμαμε το σταυρό μας, ξαπλώσαμε κολλητά στην ξώπορτα· στριμωχτήκαμε πάλι αγκαλιασμένοι, ήμασταν μουσκίδι, κρυώναμε.

— Αδερφέ Φραγκίσκο, είπα, είχα πάντα στη ζωή μου μιαν απορία, φώτισε με· άλλοι δε ζητούν, κι αν τους δώσεις, δε δέχουνται την ελεημοσύνη· άλλοι δεν τη ζητούν, μα τη δέχουνται· κι άλλοι τη ζητούν ποιο 'ναι το σωστό;

— Η άγια ταπεινοσύνη απαιτεί, φράτε Λεόνε, ν' απλώνεις το χέρι και να ζητάς και να δέχεσαι· τ' άλλα είναι αλαζονεία. Οι πλούσιοι χρωστούν στους φτωχούς, ας δώσουν το χρέος τους. Μα φτάνει, μη ρωτάς πια, κοιμήσου· κουράστηκες, κουράστηκα κι εγώ· καληνύχτα.

Βιάζουνταν ο Φραγκίσκος, το κατάλαβα, να μείνει μόνος με το Θεό· σώπασα, έκλεισα τα μάτια μου κι όλη τη νύχτα μου φαίνουνταν στον ύπνο μου πως άκουγα το Φραγκίσκο να μιλάει, και πότε να γελάει, πότε να κλαίει.

Την άλλη μέρα το πρωί στεκόμασταν κι οι δυο ομπρός στην πόρτα και περιμέναμε να 'ρθει ο πορτάρης καλόγερος ν' ανοίξει· μέσα από τα κάγκελα βλέπαμε, στο φως της αυλής, το περιβόλι με τις δάφνες και τα κυπαρίσσια και γύρα τα δοξαρωτά κελιά, στη μέση το μαρμαρένιο πηγάδι και στο βάθος η φουμισμένη εκκλησιά που έχτισαν και τη στόλισαν αλλόκοτοι πολυκάτεχοι τεχνίτες από την Ανατολή.

Βγήκε ο ήλιος, φάνηκε ο πορτάρης με τα κλειδιά- ξερακιανός, κατσούφης, με άσπρα σγουρά γενάκια, ξυπόλυτος. Μασούλιζε, φαφούτης. Ως μας είδε, το πρόσωπο του αγρίεψε.

— Ζητιάνοι; έκαμε με θυμό· δεν έχει το μοναστήρι ψωμί για σας, χαραμοφάδες.

— Δεν είμαστε χαραμοφάδες, πάτερ κλειδοκράτη, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος με γλύκα, δουλεύουμε κι εμείς· κρατούμε κι εμείς κλειδιά, κλειδώνουμε και ξεκλειδώνουμε.

— Τι κλειδώνετε και ξεκλειδώνετε, θεομπαίχτες;

— Την Κόλαση.

— Την Κόλαση;

— Την Κόλαση, την καρδιά μας.

Ο πορτάρης έγρουξε σα δαγκανιάρικο σκυλί, μα δε μιλούσε· πήρε το κλειδί, έδωκε μια, άνοιξε την πόρτα· τράβηξε το μάνταλο, μπήκαμε. Οι καλόγεροι δεν ήταν στα κελιά τους· ο όρθρος είχε αρχίσει. Ακούγουνταν η γλυκιά ψαλμωδία. Το φως είχε τώρα κατεβεί, έπιανε το περιαύλι, τα πουλιά είχαν ξυπνήσει· ένα καλογεράκι, σκυμμένο στο πηγάδι, ανάσερνε νερό· δυο λιγνά σπαθάτα κυπαρίσσια στέκουνταν δεξά ζερβά στην εκκλησιά, σαν αρχάγγελοι. Μια δάφνη φουντωτή μοσκοβολούσε στη μέση της αυλής.

Ο Φραγκίσκος έκοψε ένα φύλλο, το φίλησε· το κρατούσε στο χέρι του, όρθιο σαν κερί αναμμένο· έσπρωξε την πόρτα της εκκλησιάς, μπήκε. Εγώ διψούσα, κοντοστάθηκα να τραβήξει το καλογεράκι τον κουβά, να πιω. Ήπια, δροσέρεψα, έκαμα το σταυρό μου, ευχαρίστησα το Θεό που στέλνει τη δίψα και το νερό.

Δρασκέλισα το κατώφλι της εκκλησιάς, μπήκα· οι καλόγεροι στα στασίδια τους έψελναν, μύριζε ο αγέρας μοσκολίβανο, το φως έμπαινε από τα πολύχρωμα παραθύρια, κόκκινο, γαλάζιο, πράσινο· απάνω στις πλάκες ξέκρινα το Φραγκίσκο γονατιστό, να κοιτάζει εκστατικός αψηλά, απάνω από το ιερό.

Σήκωσα τα μάτια κι εγώ, είδα· τι 'ταν το θάμα ετούτο! Η Παράδεισο; Γιγάντιο ψηφιδωτό πράσινο, άσπρο, χρυσό· ο Άγιος Απολλινάριος στη μέση, με το χρυσό πετραχήλι, με τα χέρια σηκωμένα, προσεύχουνταν δεξά ζερβά του κάτασπρα πρόβατα, κυπαρίσσια και καρπισμένα δέντρα κι άγγελοι. Τι 'ταν, Θεέ μου, η πρασινάδα ετούτη, η δροσιά, η γλύκα; Τι γαλήνη ατάραχη, αθάνατη, τι λιβάνι χλοερό να βόσκει η ψυχή στην αιωνιότητα! Εγώ, κι ας ήμουν χωριαταράς, δε βάσταξα· γονάτισα δίπλα στο Φραγκίσκο κι άρχισα να κλαίω.

— Σώπα, είπε σιγά ο Φραγκίσκος, μην κλαις, μη γελάς, μη μιλάς· παραδώσου.

Μου φαίνεται πως όλη εκείνη τη μέρα δε βγάλαμε άχνα· δε θυμούμαι μήτε πως βγήκαμε από την εκκλησιά, μήτε αν μας έδωκαν οι καλόγεροι ένα κομμάτι ψωμί, μήτε πότε μπήκαμε στην πολιτεία. Θυμούμαι μονάχα πως γυρίζαμε απάνω κάτω τους δρόμους, κοιτάζαμε τους ανθρώπους, τους πύργους, τα παλάτια, και δε βλέπαμε παρά ένα πράσινο λιβάδι, και στη μέση έναν άγιο και πρόβατα άσπρα, που έτρεχαν χαρούμενα να τον χαιρετήσουν. Κι από πάνω ένα θεόρατο σταυρό, που άνοιγε τα μπράτσα του κι αγκάλιαζε τον αέρα.

Κατά το δειλινό σταθήκαμε σε μεγάλη πλατεία, με το άγαλμα του Χριστού στη μέση, που κρατούσε αγκαλιαστά στους ώμους του ένα αρνί- το χαμένο αρνί, και το γύριζε στη μάντρα. Κλειούσαν οι νοικοκυραίοι τ' αργαστήρια τους, κατέβαιναν οι νέοι κι οι νέες από τις γειτονιές, να δουν και να τους δούνε, η βροχή είχε πάψει, μύριζε πεύκο ο νιολουσμένος αγέρας. Μια στιγμή ο Φραγκίσκος φούχτωσε την τροκάνα, σα να 'θελε να κράξει το λαό ν' ακούσει την καινούρια τρέλα· μα ευτύς μετάνιωσε· ο νους του θα 'ταν άλλου, κρέμασε την τροκάνα στο κομποσκοίνι του και κάθισε κατάχαμα και θωρούσε τον κόσμο που διάβαινε.

Κουκούβισα κι εγώ δίπλα του· κι άξαφνα στράφηκε:

— Κάπου έχω δει, έχω ξαναδεί, φράτε Λεόνε, το πράσινο αυτό λιβάδι, όπου βόσκουν τ' αρνιά ο άγιος Απολλινάριος κι οι παραγιοί του, οι άγγελοι. Μα πού; πότε; μάχουμαι να θυμηθώ, δε θυμούμαι· στ' όνειρό μου;

Σώπασε, κι άξαφνα χτύπησε τα παλαμάκια,  χαρούμενος:

— Δόξα σοι ο Θεός, έκαμε, βρήκα! Ώρες τώρα η έγνοια τούτη με τυραννούσε· πού; πότε; τώρα βρήκα!

Έλαμψε το πρόσωπό του, γέμισαν τα μάτια του σμαράγδι.

— Μέσα μου! μουρμούρισε ευτυχισμένος.

Νύχτωνε, κι όσο νύχτωνε, ακούγαμε πιο καθαρά τις φωνές της πολιτείας· σα μυριοκέφαλο χορτάτο θεριό ήταν ξαπλωμένη μέσα στο σκοτάδι, με μύρια στόματα ανθρώπινα, σκυλίσια, αλογίσια, με μύρια στόματα λαγούτου και κιθάρας· γελούσε, γάβγιζε, χλιμιντρούσε και τραγουδούσε· και μια στιγμή, όσο πλάκωνε η νύχτα, μου φάνταξε πως στέκουνταν στη μέση ο Χριστός, και δεν ήταν αρνί που κουβαλούσε στη μάντρα, ήταν η Ραβέννα.

— Τι συλλογιέσαι; έκαμε ο Φραγκίσκος, βλέποντας με να 'χω στυλωμένα τα μάτια μου στο πέτρινο άγαλμα του Χριστού.

— Συλλογιέμαι, αδερφέ Φραγκίσκο, πως δεν είναι ετούτο αρνί, είναι η Ραβέννα.

— Δεν είναι η Ραβέννα, φράτε Λεόνε, όχι, δεν είναι η Ραβέννα· είναι ο κόσμος. Ο κόσμος αλάκερος.

 

Σωπάσαμε πάλι. Και τότε ήρθε και στάθηκε μπροστά μας ένας αγριόθωρος γέρος, θεόρατος, με ξουρισμένα μουστάκια, με μακριά άσπρα γένια στρουφιχτά, και στη λάμψη που έριχναν τα φανάρια από τις ταβέρνες ξεκρίναμε το ηλιοκαμένο πρόσωπό του πετσοκομμένο από σπαθιές.

Είχε ακούσει τα στερνά λόγια μας, σταυρογονάτισε δίπλα μας.

— Με συμπαθάτε, είπε, από το πρωί σας θωρώ να τριγυρνάτε με τα ταγάρια αδειανά, αμίλητοι, σα να 'στε και να μην είστε ζητιάνοι. Και τώρα μονάχα άκουσα τα λόγια σας και μου άρεσαν. Ώρα πολλή διαλογίζουμαι, τι τάχα να 'στε; ζητιάνοι; ακαμάτες; ανήμποροι; άγιοι; Δεν μπορώ να ξεχωρίσω.

Ο Φραγκίσκος γέλασε· σήκωσε το δάχτυλο, έδειξε από πάνω μας το άγαλμα του Χριστού.

— Να, είπε, είμαστε το χαμένο αρνί και ζητούμε ολούθε, μπεμπερίζοντας, το Χριστό· δε μας ζητάει ο Χριστός, γέροντα, εμείς Τον ζητούμε.

— Κι ήρθατε εδώ στη Ραβέννα να Τον βρήτε; έκαμε ο γέρος σαρκαστικά.

— Παντού βρίσκεται, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος, μα δεν ξέρουμε που θα καταδεχτεί η Χάρη Του να μας φανερωθεί· μπορεί και στη Ραβέννα.

Ο γέρος κούνησε το ασπρόμαλλο κεφάλι· χάδεψε τα γένια του αργά, χαμήλωσε τη φωνή του:

— Κι εγώ μια φορά Τον ζητούσα, είπε, και Τον βρήκα· μακριά πολύ, στην άλλη άκρα του κόσμου, στο μάλε βράσε του πολέμου. Μα είχε πάρει, για να μου φανερωθεί, το πρόσωπο του ανθρώπου· ενός μεγάλου βασιλιά.

Αναστέναξε, ένιωθες τα φυλλοκάρδια του σκίστηκαν. Ο Φραγκίσκος σούρθηκε, τον ζύγωσε, απίθωσε στο γόνατο του το χέρι:

— Γέροντα, είπε, σ' εξορκίζω στο όνομα του Χριστού που 'ναι από πάνω μας, πες μας πώς; πού; βόηθα μας κι εμείς να Τον βρούμε.

Ο γέρος χαμήλωσε το κεφάλι· κάμποση ώρα σώπαινε· ένιωθες ξεδιάλεγε μέσα του τι να πει και πούθε να βάλει αρχή· άνοιγε το στόμα του, το σφαλνούσε πάλι, ξανασώπαινε.

— Πέρα στην Ανατολή, στην άγια πόλη την Ιερουσαλήμ, είπε τέλος· πάνε πάνω από είκοσι χρόνια. Ένας κόσμος αλλόκοτος, ανατολίτικος, μυρωδιές και βρώμες, και χουρμαδιές σαν κι εκείνες που βλέπουμε στα κονίσματα, κι άλλα δέντρα πιο αλλόκοτα, μ' ένα σόι σταφύλι σαν το μπόι του ανθρώπου. Οι γυναίκες είναι σκεπασμένες αποκορφής σα φαντάσματα, κι αν δεις καμιά φορά τα νύχια των ποδιών τους, είναι βαμμένα με κόκκινη μπογιά, κι οι φούχτες των χεριών τους κι οι πατούσες τους- κάμποσες ζωντοπιάσαμε στον πόλεμο, τις ξεσκεπάσαμε κι είδαμε. Κι οι άντρες, οι άνομοι Σαρακηνοί, άμα καβαλούν τ' άλογα τους, γίνουνται ένα κορμί μαζί τους και δεν ξεχωρίζεις πού τελειώνει το άλογο και πού αρχίζει ο άνθρωπος· δυο κεφάλια, έξι πόδια, μια ψυχή. Κι ο βασιλιάς τους, ο Σουλτάνος Σαλαδίνος, ντυμένος στο χρυσάφι και στο μαργαριτάρι, παλικάρι με ούρα, πηδάει απάνω στο άλογο την ώρα που τρέχει, και το παλάτι του είναι γεμάτο συντριβάνια, γιαταγάνια και γυναίκες. Και κάθεται διπλοπόδι απάνω στον Άγιο Τάφο και στρίβει το μουστάκι του και φοβερίζει τη Χριστιανοσύνη.

Ο Φραγκίσκος αναστέναξε:

— Κι εμείς, Θεέ μου, ντροπή! καθόμαστε άνεργοι εδώ στη Ραβέννα και γυρίζουμε και ζητιανεύουμε και δε σηκωνόμαστε να λευτερώσουμε τον Άγιο Τάφο! Σήκω απάνω, φράτε Λεόνε, τι κάθεσαι; Θες να λευτερώσεις την ψυχή σου, λευτέρωσε τον Άγιο Τάφο!

— Θες να λευτερώσεις τον Άγιο Τάφο; αντιμίλησα εγώ, λευτέρωσε την ψυχή σου!

Ο γέρος κούνησε το κεφάλι.

— Αυτό θα πει νιότη, είπε, να θαρρεί πως μπορεί, αν σηκωθεί, να κυριέψει τον κόσμο.

» Έτσι, σηκώθηκα μια φορά κι εγώ, ήμουν νοικοκύρης εδώ στη Ραβέννα, είχα παιδιά και χωράφια και πρόβατα· κι ένα άλογο άσπρο, που το αγαπούσα σαν παιδί μου· τα παράτησα όλα εξόν από το άλογο, αυτό το πήρα μαζί μου, έραψα απάνω στη ράχη μου, με δυο λουρίδες κόκκινο πανί, ένα σταυρό και κίνησα να λευτερώσω τον Άγιο Τάφο.

Σώπασε πάλι, κούνησε το χέρι του:

— Από που ν' αρχίσω; έκαμε μην μπορώντας να ξεδιαλέξει· γεμάτο το κεφάλι μου θάλασσες κι ερημιές και πύργους θεόρατους με μεσοφέγγαρα· και στη μέση μέση του μυαλού μου η Άγια Ιερουσαλήμ. Πήγαινα, πήγαινα, πότε μέσα σε καράβια, πότε απάνω στο άλογο μου, γνώρισα ένα ανθρωπολόι πολύγλωσσο, παρδαλό, άγριο. Πέρασα κι από την ξακουσμένη Πόλη, τη Βασιλεύουσα, που 'ναι ξαπλωμένη απάνω στις δυο μεγάλες στεριές του κόσμου, την Ανατολή και την Ευρώπη, και σάστισα. Τι 'ναι τα ονείρατα μπροστά της; τέτοιο θάμα δεν το χωράει ο νους του ανθρώπου· τέτοιο όνειρο, φτωχός είναι ο ύπνος, πού να το βρει να μας το φέρει; Τριγύριζα και δε χόρταινα τα παλάτια της, τις εκκλησιές της, τα πανηγύρια της, τις γυναίκες της, ξέχασα, συχώρεσε με, Θεέ μου, τον Άγιο Τάφο.

Κι όταν έφτασα στην Ιερουσαλήμ, είχε πια πέσει στα χέρια των χριστιανών ο "Αγιος Τάφος, και βασιλιάς της Ιερουσαλήμ ήταν…

Φούχτωσε τα γένια του, τ· αναδίπλωσε, σκέπασε το πρόσωπο του.   Αργά ξαναβρήκε τη λαλιά του:

— Βασιλιάς ήταν ένας νέος είκοσι χρονών, οι άνθρωποι τον έλεγαν Βοδουίνο, μα εγώ γρήγορα κατάλαβα, δεν ήταν ετούτος άνθρωπος, ήταν άλλο πράμα, μπας κι ήταν, ήμαρτον Θεέ μου, Αυτός που ζητούσα; Όταν τον πρωτόδα ανατρίχιασα. Οι Σαρακηνοί χιμούσαν πάλι καβάλα απάνω σε αλόγατα, απάνω σε καμήλες, να μας πάρουν πίσω την Ιερουσαλήμ. Έσυρε φωνή ο βασιλιάς, λάλησαν οι τρουμπέτες, σηκώθηκαν στον αγέρα τα λάβαρα του πολέμου, μπήκαμε στις σιδερένιες αρμάτες μας, μαζωχτήκαμε χιλιάδες πεζούρα, καβαλαραίοι, όξω στον κάμπο της Ιερουσαλήμ, και περιμέναμε το βασιλιά να προβάλει.

» Και τότε… πώς να το θυμηθώ και να μη σκιστεί η καρδιά μου; Τότε για πρώτη φορά τον είδα! Τότε κατάλαβα πως η ψυχή του ανθρώπου είναι παντοδύναμη· πως μέσα στον άνθρωπο κάθεται ο Θεός, αλάκερος ο Θεός, και δεν είναι ανάγκη να τρέχουμε ως την άκρα του κόσμου να Τον κυνηγούμε· δεν έχουμε παρά να σκύψουμε στην καρδιά μας.

» Τον κουβαλούσαν μέσα σ' ένα φορείο· το πρόσωπό του είχε σαπίσει κι είχε πέσει το μισό· δεν είχε πια δάχτυλα, μήτε στα πόδια μήτε στα χέρια· δεν μπορούσε να περπατήσει, πως να περπατήσει; τον κουβαλούσαν του 'χε φάει η λέπρα και τα μάτια, ήταν τυφλός. Έτυχε να βρεθώ κοντά του, έσκυψα να τον δω, έφραξα τα ρουθούνια μου· βρωμούσε.

» Μια φτυαριά σαπημένο κρέας ήταν ο βασιλιάς· μα μέσα στη φτυαριά αυτή το κρέας στέκουνταν όρθια η ψυχή του, αθάνατη. Πώς δε σιχαίνουνταν ο Θεός να 'ναι θρονιασμένος μέσα σε τέτοια σαπίλα; Ο φοβερός Σουλτάνος πολιορκούσε το άπαρτο κάστρο Κρακ, στην έρημο Μωάβ, πέρα από τη Νεκρή Θάλασσα· μπήκε μπροστά ο βασιλιάς, περνούσε την έρημο μέσα στην αβάσταχτη κάψα, κι εμείς ξοπίσω του, ξεπνεμένοι. Μα μέσα από το φορείο τινάζουνταν μια δύναμη, μια φλόγα, ο αέρας έτριζε, σαν ένα πεύκο που πήρε φωτιά.

Ο γέρος σώπασε, δεν ήθελε πια να μιλήσει· δεν ήθελε η δεν μποροϋσε; έβαλα το χέρι μου στο γόνατο του γερο-πολε-μιστή, τον παρακάλεσα· μα αυτός φούχτωσε με το χέρι του το λαιμό του, σα να 'θελε να πνίξει τους λυγμούς που ανέβαιναν.

— Όταν τα θυμηθώ, είπε τέλος, αναστατώνουμαι· ο νους μου αγριεύει· ποτέ δεν είδα τόσο φανερά, τόσο χεροπιαστά, το μυστήριο του Θεού. Όταν πέθανε, είκοσι τεσσάρων χρονών, ήμουν εκεί, στη μεγάλη σάλα του παλατιού όπου ξεψυχούσε, στην Ιερουσαλήμ. Από πάνω του η μάνα του, η αλαφρόμυαλη κι αχόρταγη, κι η αδερφή του η Σίβυλλα, φαντασμένη, όμορφη, παραδομένη στη σάρκα· και γύρα όλη η σάλα γεμάτη — βαρόνοι, κόντηδες, μαρκέζοι, αιμοβόροι αρχόντοι που βιάζουνταν πότε να ξεψυχήσει ο βασιλιάς, να ριχτούν λιμασμένοι, λυσσασμένοι, απάνω στο βασίλειο της Ιερουσαλήμ, να το καταξεσκίσουν, να πάρει καθένας στα δόντια του ένα κομμάτι. Και μόνο ο βασιλιάς, τρισεύγενος, είκοσι τεσσάρων χρονών, με το αγκάθινο στεφάνι στο σαπημένο κεφάλι, ήσυχα, αμίλητα, παράδινε την ψυχή του στο Θεό.

Ο γερο-πολεμιστής δάγκασε τα μουστάκια του· χοντρά δάκρυα έτρεχαν απάνω στα ταγαριασμένα μάγουλα· κι ο Φραγκίσκος είχε ακουμπήσει το κεφάλι στα γόνατα του άξαφνα, μέσα στο σκοτάδι, ξέσπασε κι αυτός στο θρήνο.

Ο γέρος σφούγγιξε με θυμό τα δάκρυα του, ντράπηκε να κλαίει, ακούμπησε τα χέρια του χάμω, τα γέρικα κόκαλα του έτριξαν σηκώθηκε· και χωρίς να γνέψει χαιρετώντας, χωρίς να μιλήσει, αφανίστηκε.

Ο Φραγκίσκος έκλαιε ακόμα.

— Αυτό θα πει ψυχή, μουρμούρισε τέλος ανασηκώνοντας το κεφάλι, αυτό θα πει Θεός, αυτό θα πει άνθρωπος αληθινός· από την ώρα ετούτη ο Λεπρός αυτός θα πηγαίνει μπροστά και θα μας δείχνει το δρόμο· σήκω, φράτε Λεόνε, πάμε!

— Για όνομα του Θεού, πού;

— Πίσω στην Ασίζη· από κει θα πάρουμε φόρα να πηδήξουμε· έλα, τεμπέλη του Θεού, σήκω απάνω!

— Τέτοιαν ώρα;

— Τέτοιαν ώρα. Θαρρείς πως μπορεί ο Θεός να περιμένει να ξημερώσει;

 

VI

 

Σε όλο το δρόμο του γυρισμού ο λεπρός βασιλιάς πήγαινε μπροστά κι οδηγούσε. Έβρεχε, είχαν ξεχειλίσει τα ποτάμια, οι στράτες είχαν βουλιάξει, ως τα γόνατα χωνόμασταν στις λάσπες. Κρυώναμε, πεινούσαμε, από πολλά χωριά μας πετροβολούσαν και μας έδιωχναν, φώναζε ο Φραγκίσκος: «Αγάπη! Αγάπη! Αγάπη!», κι οι χωριάτες αμολούσαν τα σκυλιά και μας δάγκαναν.

— Τι 'ναι ετούτα που παθαίνουμε για το χατίρι του Χριστού; μου 'λεγε ο Φραγκίσκος για να με παρηγορήσει· παιχνίδια! Θυμήσου το λεπρό βασιλιά!

Μια νύχτα, ξεπνεμένοι από το κρύο, από την πείνα, μουσκεμένοι ως το κόκαλο, είδαμε από μακριά ένα μοναστήρι φωτισμένο κι αρχίσαμε να τρέχουμε, μπας και μας λυπηθούν οι καλόγεροι και μας μπάσουν μέσα, να φάμε ένα κομμάτι ψωμί, να καθίσουμε κοντά στην άγια φωτιά, να ζεσταθούμε. Έβρεχε ο Θεός, πίσσα σκοτάδι, πέφταμε στους λάκκους, σηκωνόμασταν, τρέχαμε πάλι. Εγώ βλαστημούσα τη βροχή, το σκοτάδι, το κρύο· μα ο Φραγκίσκος πήγαινε μπροστά κι έφτιανε με το νου του τραγούδια και τα τραγουδούσε.

«Τι θάματα είναι ετούτα, τραγουδούσε, τι φτερούγες μέσα στις λάσπες, τι Θεός στον αέρα! Όταν σε συλλογιστούν οι κάμπιες, Κύριε, γίνουνται πεταλούδες!»

Ανοιγοκλειούσε χαρούμενα τις αγκάλες, αγκάλιαζε τη βροχή και τον αέρα — αδερφή μου λάσπη, φώναζε τσαλαβουτώντας μέσα στους λάκκους, αδερφέ μου άνεμε!

Μια στιγμή στάθηκε, με περίμενε· είχα πάλι πέσει σε λάκκο και σούρνουμουν κουτσαίνοντας.

— Φράτε Λεόνε, μου κάνει, τη στιγμή ετούτη έφτιαξα ένα τραγουδάκι- θες να σου το πω;

— Για τραγουδάκια τώρα είμαστε, αδερφέ Φραγκίσκο; αποκρίθηκα νευριασμένος.

— Αν δεν κάμουμε τώρα τραγούδια, πότε θα κάμουμε, φράτε Λεόνε; Άκου: Το πρώτο πρώτο ζωάκι που παρουσιάστηκε να μπει στην Παράδεισο ήταν το σαλιγκάρι. Ο Πέτρος έσκυψε, το χάδεψε με το ραβδί του: «Τι ζητάς εδώ, σαλιγκαράκι μου; του κάνει. — Την αθανασία» αποκρίθηκε το σαλιγκάρι. Ο Πέτρος έσκασε στα γέλια. «Την αθανασία! Τι να την κάμεις εσύ; — Μη γελάς, αντιμίλησε το σαλιγκάρι, δεν είμαι πλάσμα του Θεού κι εγώ; Δεν είμαι γιος του Θεού κι εγώ σαν τον αρχάγγελο Μιχαήλ; Αρχάγγελος Σαλίγκαρος κι εγώ! — Πού 'ναι οι χρυσές σου φτερούγες, τα βασιλικά κόκκινα σαντάλια, η ρομφαία; — Μέσα μου, κοιμούνται και περιμένουν. — Τι περιμένουν; — Τη Μεγάλη Στιγμή. — Ποια Μεγάλη Στιγμή; — Ετούτη!» Κι ως να πει «Ετούτη», σα να 'καμε φτερά, έδωκε ένα σάλτο και μπήκε μέσα.

» Κατάλαβες; με ρώτησε ο Φραγκίσκος και γέλασε. Εμείς είμαστε, φράτε Λεόνε, οι σαλίγκαροι, μέσα μας οι φτερούγες κι η ρομφαία, κι αν θέμε να μπούμε στην Παράδεισο, πρέπει να δώσουμε το σάλτο.   Έλα γεια σου, συναθλητή, πήδα!

Με άρπαξε από το χέρι, τρέχαμε. "Υστερα από κάμποση ώρα ο Φραγκίσκος στάθηκε λαχανιασμένος:

— Φράτε Λεόνε, άκουσε καλά αυτό που θα σου πω, στύλωσε τ' αυτιά σου· ακούς; Σα να μου φαίνεται πως δε σου καλαρέσει η ζωή που κάνουμε, βαριά σου φαίνεται και βαρυγκομάς.

— Όχι, αδερφέ Φραγκίσκο, δε βαρυγκομώ· μα άνθρωποι είμαστε, εσύ το ξεχνάς, εγώ δεν το ξεχνώ· αυτό 'ναι όλο.

— Ξέρεις, φράτε Λεόνε, ποια 'ναι η τέλεια ευτυχία;

Δεν αποκρίθηκα· ήξερα εγώ καλά ποια 'ταν η τέλεια ευτυχία: να φτάσουμε στο μοναστήρι ετούτο, να μας λυπηθεί και να μας ανοίξει ο πορτάρης, να μας ανάψει στο τζάκι μεγάλη φωτιά, να στήσει λεβέτι, να μας ετοιμάσει ζεστό μπόλικο φαΐ και να μας φέρει από τα υπόγεια του μοναστηρίου μια μεγάλη φλάσκα παλιό κρασί! Μα πού να λέω τέτοια μυαλωμένα πράματα στο Φραγκίσκο! Αυτός, από την αγάπη του Θεού, είχε αναποδογυρίσει την ανάγκη· γι' αυτόν ψωμί ήταν η πείνα, νερό και κρασί η δίψα, πού να καταλάβει το λοιπόν τους πεινασμένους και διψασμένους. Σώπαινα.

— Κι αν ακόμα ήμασταν οι πιο άγιοι, οι πιο αγαπημένοι του Θεού απάνω στη γης, να θυμάσαι καλά, φράτε Λεόνε, αυτό που σου λέω: δε θα 'ταν ετούτο η τέλεια ευτυχία.

Προχωρήσαμε ακόμα μέσα στο σκοτάδι, στάθηκε πάλι ο Φραγκίσκος.

— Φράτε Λεόνε, φώναξε δυνατά, γιατί δεν μπορούσε να με διακρίνει μέσα στη νύχτα, φράτε Λεόνε, κι αν ακόμα δίναμε το φως στους τυφλούς και βγάζαμε από τους ανθρώπους τα δαιμόνια, κι ανασταίναμε τους νεκρούς, να θυμάσαι καλά, φράτε Λεόνε, αυτό που σου λέω: δε θα 'ταν ετούτο η τέλεια ευτυχία.

Εγώ σώπαινα· πώς μπορείς να τα βάλεις μ' έναν άγιο; με το δαίμονα μπορείς, με τον άγιο δεν μπορείς· σώπαινα το λοιπόν.

Προχωρήσαμε σκουντουφλώντας στις πέτρες και στα κλαριά που 'χαν κατεβάσει οι βροχές. Στάθηκε πάλι ο Φραγκίσκος:

— Φράτε Λεόνε, κι αν ακόμα μιλούσαμε όλες τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων, κι αν ακόμα, κηρύχνοντας το λόγο του Θεού, κάναμε όλους τους άπιστους να γίνουν χριστιανοί, να θυμάσαι καλά, φράτε Λεόνε, αυτό που σου λέω: δε θα 'ταν ετούτο η τέλεια ευτυχία.

Δε βάσταξα- πεινούσα, κρύωνα, πονούσαν τα πόδια μου, δεν μπορούσα να περπατήσω.

— Ποια λοιπόν είναι η τέλεια ευτυχία; είπα βαριεστισμένος.

— Τώρα θα δεις, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος και γρηγόρεψε το βήμα.

Είχαμε τώρα φτάσει στο μοναστήρι. Κλειστό, μα ακόμα μέσα στα κελιά τα λυχνάρια ήταν αναμμένα. Χτύπησε ο Φραγκίσκος το καμπανάκι· εγώ στριμώχτηκα σε μια γωνιά, πλάι στην πόρτα, ξεπαγιασμένος.

Στήσαμε το αυτί, περιμέναμε· θα 'ρθει, δε θα 'ρθει ο πορτάρης να μας ανοίξει; Ντρέπουμαι να το πω, μα αμαρτία ξεμολοημένη, αμαρτία δε λογιέται: βλαστημούσα από μέσα μου τη μοίρα μου, να δεθώ με το φοβερό ετούτο θεριό του Θεού, το Φραγκίσκο. Αυτός, χωρίς να το καταλάβει, είναι σαν το λεπρό βασιλιά της Ιερουσαλήμ· μια φούχτα κρέας και κόκαλα, και μέσα της κάθεται αλάκερος ο Θεός. Γι' αυτό αντέχει· γι' αυτό δεν πεινάει, δε διψάει, δεν κρυώνει· κι οι πέτρες που του πετούν είναι λεμονανθοί και τον ραντίζουν. Μα εγώ 'μαι άνθρωπος, άνθρωπος μυαλωμένος και κακομοίρης, κι οι πέτρες είναι για μένα πέτρες.

Μια μέσα πόρτα άνοιξε, ακούστηκαν βήματα βαριά στο περιαύλι. «Έρχεται ο πορτάρης, συλλογίστηκα, μας λυπήθηκε, δόξα σοι ο Θεός!»

— Ποιοι είστε τέτοιαν ώρα; ακούστηκε μια άγρια φωνή.

— Είμαστε δυο ταπεινοί δούλοι του Χριστού, που πεινούν και κρυώνουν και ζητούν ετούτη τη νύχτα καταφύγι στο άγιο ετούτο μοναστήρι· άνοιξε, αδερφέ πορτάρη! απηλογήθηκε με γλυκιά φωνή ο Φραγκίσκος.

— Ξεκουμπιστείτε από δω! μούγκρισε η φωνή- δούλοι του Χριστού εσείς; Τι γυρεύετε στους δρόμους τέτοιαν ώρα; Είστε ληστές και πέφτετε απάνω στους ανθρώπους και τους σκοτώνετε και βάζετε φωτιά στα μοναστήρια· φευγάτε!

— Δεν έχεις έλεος, αδερφέ πορτάρη; φώναξα εγώ· θα μας αφήσεις να κακαρώσουμε από το κρύο; Αν πιστεύεις στο Χριστό, άνοιξε, δώσ' μας μια γωνιά να μη βρεχόμαστε, δώσ' μας ένα κομμάτι ψωμί, χριστιανοί είμαστε, λυπήσου μας!

Ακούστηκε ένα ραβδί να χτυπάει τις πλάκες της αυλής.

— Τώρα βγαίνω έξω, κακομοίρηδες, να σας σακατέψω στο ξύλο! ακούστηκε η αγριοφωνάρα κι η κλειδαριά της ξώπορτας έτριξε.

Ο Φραγκίσκος στράφηκε σε μένα:

— Φράτε Λεόνε, βάστα παλικαρίσια· μη φέρεις αντίσταση. Άνοιξε η πόρτα, τινάχτηκε ένας θεριακωμένος καλόγερος με χοντρή  μαγκούρα· άρπαξε από το λαιμό το Φραγκίσκο.

— Άτιμε, φονιά, κακούργε, του φώναξε, ήρθες να ληστέψεις το μοναστήρι;

Να! να! να! ανεβοκατέβαινε η μαγκούρα απάνω στο αρρωστημένο, αδύνατο κορμί του Φραγκίσκου.

Χύθηκα να τον γλιτώσω, μα ο Φραγκίσκος άπλωσε το χέρι:

— Μην αντιστέκεσαι στη βούληση του Θεού, φράτε Λεόνε! Βάρα, αδερφέ πορτάρη, εσύ 'σαι η σωτηρία μου.

Ο πορτάρης γέλασε σαρκαστικά, στράφηκε σε μένα, με άρπαξε από το σβέρκο:

— Η σειρά σου, παλιάνθρωπε!

Σήκωσα κι εγώ το ραβδί μου, πήρα φόρα· μα ο Φραγκίσκος, απελπισμένος:

— Φράτε Λεόνε, σ' εξορκίζω στο όνομα του Χριστού, μη φέρεις αντίσταση!

— Να τον αφήσω το λοιπόν να με σκοτώσει; φώναξα καταγαναχτισμένος· όχι, θ' αντισταθώ και να το ξέρεις!

Φράτε Λεόνε, φράτε Λεόνε, αν με αγαπάς, μη φέρεις αντίσταση· άσε τον αδερφό πορτάρη να κάμει το χρέος του· ο Θεός του 'δωκε εντολή να μας δείρει, ας μας δείρει το λοιπόν.

Πέταξα το ραβδί μου χάμω, σταύρωσα τα χέρια.

— Χτύπα, αδερφέ πορτάρη, είπα κι έτρεμαν τα χείλια μου από τη μάνητα· χτύπα, πού να σε πάρει η οργή του Θεού!

Ο πορτάρης άκουγε τα λόγια μας και γελούσε· μύριζε η ανάσα του κρασί και σκόρδο. Ανεβοκατέβαζε απάνω μου τη μαγκούρα του, άκουγα τα κόκαλα μου να σπάζουν. Ο Φραγκίσκος είχε καθίσει τώρα κατάχαμα, απάνω στη λάσπη, μου μιλούσε και μου 'δινε κουράγιο.

— Μη φωνάξεις, φράτε Λεόνε, μη βλαστημήξεις, μη σηκώσεις χέρι· θυμήσου το λεπρό βασιλιά, θυμήσου το Χριστό όταν τον σταύρωναν, κάνε κουράγιο.

Τέλεψε το έργο του ο πορτάρης, μας έδωκε από μια κλοτσιά και κλειδαμπάρωσε την πόρτα.

Στριμώχτηκα στη γωνιά, πονούσα, βλαστημούσα από μέσα μου μα δεν τολμούσα ν' ανοίξω το στόμα. Κι ο Φραγκίσκος σούρθηκε ως εκεί που ήμουν σωριασμένος, μου 'πιασε με τρυφεράδα το χέρι, μου χάδεψε τους πονεμένους ώμους. Μαζεύτηκε κι αυτός στη γωνιά, αγκαλιαστήκαμε να ζεσταθούμε.

— Φράτε Λεόνε, μου 'πε σιγά στο αυτί, σα να μην ήθελε να τον ακούσει κανένας, φράτε Λεόνε, ετούτη είναι η τέλεια ευτυχία·

Το παράκαμε ο αδερφός Φραγκίσκος, φούρκισα:

— Ετούτη είναι η τέλεια ευτυχία; φώναξα· με συμπαθάς, αδερφέ Φραγκίσκο, εγώ το λέω τέλεια αυθάδεια- αυθαδιάζει η καρδιά του ανθρώπου να μη θέλει να δεχτεί με χαρά παρά μονάχα ό,τι δε μας αρέσει. Ο Θεός της λέει: «Σου έφερα φαΐ να φας, κρασί να πιεις, φωτιά να ζεσταθείς»· κι αυτή, η αναιδέστατη, του απαντάει: «Όχι! "Όχι, δε θέλω!» Πότε το λοιπόν θα πει το ναι, η ζουρλοπερήφανη;

— Όταν ο Θεός, φράτε Λεόνε, ανοίξει την αγκάλη του και της πει: «Έλα!» Φωνάζει η καρδιά στις μικρές, τις τιποτένιες χαρές «Όχι! Όχι! Όχι!» Γιατί, θαρρείς; για να γλιτώσει και να φτάσει στο μεγάλο το Ναι.

— Δεν μπορεί να φτάσει από άλλου;

— Δεν μπορεί· μονάχα τα πολλά τα Όχι κάνουν το μεγάλο το Ναι, αδερφέ μου.

— Τότε, γιατί ο Θεός έπλασε τ' αγαθά της γης; Γιατί μας έστρωσε ένα τόσο πλούσιο τραπέζι;

— Για να δοκιμάσει την παλικαριά μας, φράτε Λεόνε.

— Πού μπορώ να τα βάλω εγώ μαζί σου, αδερφέ Φραγκίσκο; Άσε με να κοιμηθώ· πιο σπλαχνικός ο ύπνος από το Θεό, μπορεί να ονειρευτώ καρβέλια.

Έκλεισα τα μάτια, έγινα ένα κουβάρι, κι ας είναι καλά, ήρθε ο ύπνος, ο πολυέσπλαχνος, και με πήρε.

Κάποιος με σκούντηξε τα ξημερώματα· ήταν ο Φραγκίσκος· ξύπνησα.

— Άκου τον, φράτε Λεόνε, έρχεται!

Ακούστηκε μέσα στην αυλή ο πορτάρης να'ρχεται, κουδούνιζαν τα κλειδιά στη ζώνη του, άνοιξε η πόρτα.

— Δόξα σοι ο Θεός, μουρμούρισα, τέλειωσαν τα βάσανα μας! Άπλωνα κιόλα το πόδι να δρασκελίσω το κατώφλι.

Ο Φραγκίσκος στράφηκε και με κοίταξε· τα μάτια του μπιρμπίλιζαν γεμάτα άγια πονηρία.

— Να μπούμε; με ρώτησε· τι λες, λιονταράκι του Θεού, να μπούμε;

Εγώ κατάλαβα· θέλει να με κοροϊδέψει που πεινώ και δεν μπορώ ν' αντισταθώ στην πείνα· το πάτησα κι εγώ στο φιλότιμο:

— Όχι, αποκρίθηκα, να μην μπούμε! Δεν μπαίνω! Κι αναγύρισα πίσω.

Ο Φραγκίσκος έπεσε στην αγκαλιά μου:

— Γεια σου, φράτε Λεόνε μου, έτσι σε θέλω, παλικάρι! Στράφηκε στο μοναστήρι:

— Έχε γεια, άγιο αφιλόξενο μοναστήρι· ο φράτε Λεόνε δε σ' έχει ανάγκη, δεν μπαίνει!

Κάμαμε το σταυρό μας, μπήκαμε πάλι στο δρόμο· κι ο Φραγκίσκος πετούσε από τη χαρά του.

 

Είχε βγει ο ήλιος, δεν έβρεχε· φρεσκοπλυμένος ο κόσμος, γυάλιζε· τα δέντρα, οι πέτρες, γελούσαν δυο κοτσύφια μπροστά μας τίναξαν τις βρεμένες τους φτερούγες, μας κοίταξαν και σφύριξαν, σα να μας περγελούσαν σίγουρα μας περγελούσαν μα ο Φραγκίσκος κούνησε το χέρι και χαιρέτησε:

— Ετούτοι είναι οι καλόγεροι μέσα στα πουλιά, είπε· κοίταξε πώς είναι ντυμένοι!

Γέλασα:

— Έχεις δίκιο, αδερφέ Φραγκίσκο! Αλήθεια, μια φορά είδα σ' ένα μοναστήρι, κοντά στην Περούτζια, έναν κότσυφα που τον είχαν μάθει κι έψελνε το «Κύριε ελέησον!»· σωστός καλόγερος.

Ο Φραγκίσκος αναστέναξε:

— Αχ, να μπορούσε κανείς να μάθει τα πουλιά και τα ζα, τα πρόβατα, τα σκυλιά, τους λύκους, τ' αγριογούρουνα, να λεν δυο λόγια μονάχα: «Κύριε ελέησον!» Να σηκώνεται έτσι η Πλάση κάθε πρωί και ν' ακούς μέσα από τα δέντρα, από τους στάβλους, από τις αυλές, από τα δάση, όλα τα ζωντανά να δοξολογούν το Θεό, φωνάζοντας «Κύριε ελέησον!»…

— Ας μάθουμε πρώτα τους ανθρώπους, είπα, να λεν αυτά τα δυο λόγια· τα ζα και τα πουλιά δεν έχουν ανάγκη, θαρρώ· αυτά δεν αμαρταίνουν.

Ο Φραγκίσκος γούρλωσε τα μάτια, με κοίταξε:

— Αλήθεια, σωστός ο λόγος σου, φράτε Λεόνε· άπ' όλα τα ζωντανά, ο άνθρωπος μονάχα αμαρταίνει.

— Μα κι ο άνθρωπος μονάχα, αδερφέ Φραγκίσκο, μπορεί να ξεπεράσει τη φύση του και να μπει στην Παράδεισο· όχι τα ζα και τα πουλιά.

— Αυτό δεν το ξέρουμε, διαμαρτυρήθηκε ο Φραγκίσκος· κανένας δεν ξέρει ως που φτάνει το έλεος του Θεού.

Έτσι μιλώντας για το Θεό, για τα πουλιά, για τους ανθρώπους, φτάσαμε ένα πρωί στην αγαπημένη μας Ασίζη. Οι πύργοι της, τα καμπαναριά, το καστέλι της, τα κυπαρίσσια της, τα λιόφυτα γέμισαν τα μάτια μας ευδαιμονία.

Τα μάτια του Φραγκίσκου θάμπωσαν.

— Είμαι καμωμένος από το χώμα ετούτο, είπε, ένα πήλινο λυχνάρι από το χώμα ετούτο.

Έσκυψε, πήρε μια φούχτα χώμα και το φίλησε.

— Μια φούχτα χώμα χρωστώ στην Ασίζη, μια φούχτα χώμα θα της γυρίσω πίσω· φράτε Λεόνε, όπου κι αν πεθάνω, εδώ να με φέρετε να με θάψετε.

Είχαμε πάρει ένα στενό σκεπαστό δρομάκι, Κυριακή σήμερα, βαρούσαν οι καμπάνες, τέλευε η λειτουργία. Δεν είχε ακόμα ο Φραγκίσκος αποσώσει το λόγο του και στάθηκε απότομα, ακούμπησε στον τοίχο κι ανάσανε πλανταμένα- εγώ πήγαινα πίσω του, έτρεξα, μα ευτύς και μένα η ανάσα μου κόπηκε· μπροστά μας στέκουνταν, ντυμένη κάτασπρα, μ' ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο στήθος, η κόρη του κόντε Σκίφη· μα πόσο χλωμή τώρα, θλιμμένη, με γαλάζια στεφάνια γύρα από τα μάτια. Όλο αυτόν τον καιρό που δεν την είχαμε δει, από τη μέρα εκείνη του Άι-Δαμιανού, πόσο θ' αγρύπνησε και θα 'κλαψε, κι από κορασοπούλα ξάφνου γίνηκε γυναίκα!

Πίσω της η νένα, γρια αρχοντικιά, ως είδε την κυρά της να σταθεί, στάθηκε κι εκείνη και περίμενε. Γύριζαν από τη λειτουργία, ηλιολουσμένο ετούτο το πρωί, πήραν τα μακρύτερα δρομάκια, για να φτάσουν όσο μπορούν αργότερα στο αρχοντικό σπίτι και να κλειστούνε.

Ως να δει το Φραγκίσκο η Κλάρα, κόπηκαν τα γόνατα της· έκαμε να γυρίσει πίσω, ντράπηκε. Πετροκάρδισε, σήκωσε τα μάτια, τον κοίταξε κατάματα, αυστηρά, παραπονεμένα· έκαμε ένα βήμα, άπλωσε το λαιμό, κοίταξε — τα κουρέλια του, τα γυμνά του ολολάσπωτα πόδια, το πρόσωπο το πεινασμένο, και κούνησε με καταφρόνεση το κεφάλι.

— Δεν ντρέπεσαι; του είπε πνιχτά, απελπισμένα.

— Ποιόν;

— Τον κύρη σου, τη μάνα σου, έμενα. Πού γυρίζεις; τι φωνάζεις; γιατί χορεύεις στη μέση του δρόμου σα σαλτιμπάγκος;

Ο Φραγκίσκος, με σκυφτό το κεφάλι, καμπουριασμένος, μισογονατισμένος, άκουγε και δε μιλούσε. Έσκυψε απάνω του η Κλάρα, τα μάτια της είχαν βουρκώσει.

— Σε πονώ, είπε σπαραχτικά, όταν σε συλλογίζουμαι, η καρδιά μου ραΐζει.

— Και μένα… έκαμε τόσο σιγά ο Φραγκίσκος, που μονάχα εγώ, που τον ανακρατούσα να μην πέσει, τον άκουσα.

Η Κλάρα ανατινάχτηκε· το πρόσωπό της έλαμψε· ψυχανεμίστηκε, από το σάλεμα των χειλιών, το λόγο του Φραγκίσκου.

— Και συ με συλλογίζεσαι, και συ, Φραγκίσκο; έκαμε και το στήθος της φούσκωσε.

Ο Φραγκίσκος ανασήκωσε το κεφάλι.

— Εγώ ποτέ! αποκρίθηκε κι άπλωσε το χέρι, σα να 'θελε να την αναμερίσει, να περάσει.

Έσυρε ψιλή φωνή η κοπέλα, έτρεξε η νένα, την αναβάσταξε.

Μα η Κλάρα αναμέρισε τη γριά, τα μάτια της άστραψαν, σήκωσε το χέρι.

— Καταραμένος που πάει ενάντια στο Θεό, έκαμε αγριεμένη. Καταραμένος που κηρύχνει να μην παντρευόμαστε, να μην κάνουμε παιδιά, να μη χτίζουμε σπίτι, να μην είναι οι άντρες άντρες αληθινοί, ν' αγαπούν τον πόλεμο, το κρασί, τη γυναίκα, τη δόξα· να μην είναι οι γυναίκες γυναίκες αληθινές, ν' αγαπούν τα λούσα, την καλοπέραση και τον έρωτα… Αυτό θα πει αληθινός άνθρωπος, δυστυχισμένε Φραγκίσκο, και να με συμπαθάς!

«Ναι, ναι, αυτό θα πει αληθινός άνθρωπος, δυστυχισμένε φράτε Λεόνε, και να με συμπαθάς» είπα κι εγώ από μέσα μου και χαίρουμουν την αγριάδα, την ομορφιά και τα περήφανα λόγια της κοπέλας.

Η νένα ζύγωσε, πήρε την κυρά της από τη μέση.

— Πάμε, παιδί μου, είπε, έρχεται κόσμος.

Η κοπέλα απίθωσε το κεφάλι στο στήθος της γριάς νένας και ξαφνικά την πήραν τα κλάματα. Ο Θεός ξέρει πόσους μήνες έκλωθε τα λόγια ετούτα στην καρδιά της και λαχτάριζε να τον δει, να του τα πει, ν' άλαφρώσει· και να, τώρα του τα 'πε και δεν αλάφρωσε· η καρδιά της χτυπούσε να σπάσει.

Ήσυχα, γλυκά την τραβούσε η νένα, και τη στιγμή που θα 'στριβαν το δρομάκι, η Κλάρα στάθηκε· ξεκάρφωσε από το στήθος της το κόκκινο τριαντάφυλλο, στράφηκε, είδε το Φραγκίσκο σκυμμένο ακόμα καταγής, του το πέταξε.

— Πάρ' το, είπε, πάρ' το, δυστυχισμένε, να με θυμάσαι! Να θυμάσαι τον κόσμο τον απάνω!

Το τριαντάφυλλο κύλησε στα πόδια του Φραγκίσκου.

— Πάμε, έκαμε η κοπέλα στη νένα, όλα τέλειωσαν!

Ο Φραγκίσκος έμενε ακίνητος, με τα μάτια καρφωμένα στο χώμα. Σιγά σιγά ανασήκωσε το κεφάλι, κοίταξε γύρα του φοβισμένα. Μου 'σφιξε το χέρι.

— Έφυγε; έκαμε σιγά.

— Έφυγε, αποκρίθηκα και πήρα το τριαντάφυλλο από χάμω.

— Μην το αγγίζεις! έκαμε ο Φραγκίσκος με τρόμο· απίθωσέ το στην άκρα του δρόμου μην το πατήσουν· μην κοιτάζεις πίσω σου, πάμε!

— Πού; στην Ασίζη; Κακό το συναπάντημα ετούτο, αδερφέ Φραγκίσκο, ας αλλάξουμε δρόμο.

— Στην Ασίζη! είπε κι άρχισε να τρέχει. Πάρε την τροκάνα, βάρα! Α, να παντρεύεσαι, να κάνεις παιδιά, να χτίζεις σπίτι, φτου!

— Ωχού, αδερφέ Φραγκίσκο, ήμαρτον, Θεέ μου, θαρρώ έχει δίκιο η κοπέλα. Άνθρωπος αληθινός…

— Άνθρωπος αληθινός αυτός που ξεπέρασε τον άνθρωπο· αυτό λέω εγώ. Παρακαλώ σε, φράτε Λεόνε, σιωπή!

Σώπασα. Τι να πω; Όσο ζούσα με το Φραγκίσκο ένιωθα όλο και πιο καθαρά: δυο δρόμοι πηγαίνουν στο Θεό· ο δρόμος ο στρωτός του ανθρώπου — φτάνεις στο Θεό παντρεμένος, παιδιωμένος, ξουρισμένος, χορτάτος και μυρίζεις κρασί· κι ο δρόμος ο ανήφορος του αγίου — φτάνεις στο Θεό ένα κουρέλι, μια φούχτα κόκαλα και τρίχες, και μυρίζεις απλυσιά και λιβάνι. Έμενα μου ταίριαζε να πάρω τον πρώτο, μα ποιος με ρωτάει! πήρα τον ανήφορο, ο Θεός να μου δίνει δύναμη να βαστάξω!

Φτάσαμε στην πολιτεία· πήγαινα μπροστά και κουδούνιζα την τροκάνα: «Έλατε, ελάτε, έλατε ν’ ακούσετε την καινούρια τρέλα.» Οι διαβάτες στάθηκαν· είπα, τώρα θα πάρουν πέτρες να μας αρχίσουν· τώρα θα προβάλουν άπ' όλα τα δρομάκια τα παιδιά να πιάσουν την πρόγκα. Τίποτα! ησυχία. Τρόμαξα· έτσι λοιπόν μπαίνουμε πια στις πολιτείες χωρίς να μας γιουχαΐζουν;

Κανένας δε σήκωνε χέρι, προχωρήσαμε. Απόξω από το εμπορικό του στέκουνταν ο Μπερναρντόνε καμπουριασμένος, κατακίτρινος· ο Φραγκίσκος τον είδε και μια στιγμή κιότεψε, έκαμε να γυρίσει πίσω, ν' αλλάξει δρόμο.

— Κουράγιο, αδερφέ Φραγκίσκο, του 'πα σιγά, και τον πήρα από το μπράτσο· εδώ θα δείξεις την αντρειά σου.

Ο Μπερναρντόνε στράφηκε, μας είδε· τινάχτηκε· έτρεξε μέσα πήρε ένα ραβδί χύθηκε καταπάνω μας μουγκρίζοντας. Ο Φραγκίσκος μπήκε μπροστά, μ' έδειξε.

— Να ο πατέρας μου, σιορ Μπερναρντόνε· αυτός μου δίνει την ευκή του, εσύ μου δίνεις την κατάρα σου· αυτός είναι ο πατέρας μου! ξανάπε, και μου άρπαξε το χέρι και το φίλησε.

Τα μάτια του Μπερναρντόνε βούρκωσαν· τα σφούγγιξε με την άκρα του φαρδομάνικού του· κάμποσοι διαβάτες είχαν σταθεί και κοίταζαν με κάκητα τον πλούσιο πραματευτή και τον κουρελιάρη γιο του. Ο παπα-Σίλβεστρος, της ενορίας του Αγίου Νικολάου, περνούσε· έκαμε να μπει ανάμεσα στον κύρη και στο γιο, να τους φιλιώσει, μα ευτύς το μετάνιωσε: «Δεν παν να βγάλουν τα μάτια τους!» μουρμούρισε και τράβηξε κατά την εκκλησιά.

Έσκυψε το κεφάλι ο Μπερναρντόνε, δεν έβγαλε άχνα· μα ξαφνικά το πρόσωπό του είχε σουρώσει· ακούμπησε στο ραβδί του, τα γόνατα του λύγιζαν.

Κάμποση ώρα κοίταζε το γιο του αμίλητος· τέλος ακούστηκε η φωνή του, γεμάτη παράπονο:

— Δε λυπάσαι τη μάνα σου;

Ο Φραγκίσκος χλώμιασε· άνοιξε το στόμα να μιλήσει, μα το σαγόνι του έτρεμε.

— Δε λυπάσαι τη μάνα σου; ξανάπε ο Μπερναρντόνε. Όλη-μέρα κλαίει, όληνύχτα κλαίει. Έλα σπίτι να σε δει…

— Θα ρωτήσω πρώτα το Θεό, μπόρεσε κι αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος.

— Τι Θεός είναι αυτός που μπορεί να εμποδίσει να δεις τη μάνα σου; έκαμε ο Μπερναρντόνε και κοίταζε ικετευτικά το γιο του.

— Δεν ξέρω, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος, δεν ξέρω· άσε να τον ρωτήσω…

Είπε και τράβηξε κατά τις απάνω γειτονιές, κατά το κάστρο. Μια στιγμή στράφηκα κι είδα τον Μπερναρντόνε να στέκεται ακόμα μαρμαρωμένος στη μέση του δρόμου κι έσφιγγε με το ζερβό του χέρι το λαιμό, σα να 'θελε να πνίξει τις βλαστήμιες η τα κλάματα.

«Αλήθεια, τι Θεός είναι αυτός; μουρμούρισα και θυμήθηκα την πεθαμένη άμοιρη μάνα μου· τι Θεός είναι αυτός, να χωρίζει το γιο από τη μάνα;»

Κοίταξα το Φραγκίσκο μπροστά μου, που δρασκέλιζε βιαστικά τον ανήφορο και κόντευε να φτάσει κιόλα στο καστέλι· αυτό το αδύναμο ξεψυχισμένο κορμί ένιωθα πως μέσα του είχε κρυμμένη μια δύναμη ανήλεη, απάνθρωπη, που δε νοιάζεται για μάνα και για κύρη, μπορεί και να χαίρεται παρατώντας τους. Τι Θεός είναι αυτός, αλήθεια, δεν καταλαβαίνω! Ε και να βολούσε να πάρω ένα παράμερο σοκάκι και να ξεφύγω! Να μπω μέσα σε μιαν ταβέρνα, να καθίσω στο τραπέζι, να χτυπήσω τα παλαμάκια: «Ε κάπελα, φέρε ψωμί, κρασί, κρέας, πεινώ! Βαριέστησα να πεινώ, κάνε γρήγορα! Κι αν περάσει ο Φραγκίσκος του Μπερναρντόνε και σε ρωτήσει: Είδες το φράτε Λεόνε; να του πεις:    Δεν τον είδα!»

Στην πλαγιά του βουνού κάτεχε ο Φραγκίσκος μια βαθιά σπηλιά, εκεί χώθηκε.

— Φράτε Λεόνε, μου 'πε αποχαιρετώντας με, για τρεις μέρες πρέπει εδώ να μείνω μόνος· έχε γεια. Έχω πολλά να ρωτήσω το Θεό και πρέπει να 'μαστέ οι δυο μας· έχε γεια, σε τρεις μέρες σμίγουμε πάλι.

Όσο μιλούσε, λίγνευε, έλιωνε, γίνουνταν ένα με το μεσόφωτο της σπηλιάς, χάνουνταν, αέρας μέσα στον αέρα. Γονάτισε στην μπασιά, τίναξε τα χέρια του στον ουρανό, έσυρε φωνή σπαραχτικιά, λες και καλνούσε το Θεό να προβάλει. Κι εγώ κάμποση ώρα στέκουμουν και τον κοίταζα και τον αποχαιρετούσα· ποιος ξέρει, συλλογίζουμουν, αν θα βγει ζωντανός από την προσευκή ετούτη! Ψυχανεμίζουμουν φοβερό το πάλεμα, κι η ζωή του Φραγκίσκου κιντύνευε.

 

Γύριζα τρεις μέρες στην Ασίζη, ζητιάνευα, έφερνα κάθε βράδυ ό,τι ελεημοσύνη μου 'διναν οι χριστιανοί και το απίθωνα σε μιαν πέτρα, απόξω από τη σπηλιά· κι έφευγα γρήγορα, να μη με δει και κυλήσουν στη γης οι λογισμοί του. Μα την άλλη μέρα έβρισκα, απάνω στην πέτρα, το φαΐ ανέγγιχτο.

Μια μέρα πέρασε από το σπίτι του Μπερναρντόνε· η κυρα-Πίκα με είδε από το παράθυρο, κατέβηκε τις σκάλες, μ' έμπασε μέσα· ήθελε να μου μιλήσει, να με ρωτήσει, μα τα κλάματα την πήραν, με κοίταζε και σώπαινε.

Πόσο είχε αλλάξει, γέρασε· τα ροδομάγουλά της μαράθηκαν, γύρα από το στόμα της βάθυναν οι ζάρες και τα μάτια της κοκκίνισαν. Σφούγγιξε με το μαντιλάκι της τα δάκρυα.

— Πού βρίσκεται; μπόρεσε κι είπε· τι κάνει;

— Σε μια σπηλιά, κυρα-Πίκα, προσεύχεται.

— Και δεν τον αφήνει ο Θεός να 'ρθει να τον δω;

— Δεν ξέρω, κυρά μου, προσεύχεται, ρωτάει, δεν πήρε ακόμα απόκριση.

— Πάρε ένα σκαμνί, κάθισε· στόρησέ μου τα πάντα· μεγάλος είναι ο πόνος της μάνας· μεγάλος, ήμαρτον Θεέ μου, σαν το Θεό· λυπήσου με και μίλα.

Της στόρησα τα πάντα, από τη μέρα που γδύθηκε ο γιος της μπροστά στο Δεσπότη, ως το λεπρό που συναντήσαμε στο δρόμο κι ήταν ο Χριστός, κι ακόμα ως τη Ραβέννα, όπου βρήκαμε το γερο-πολεμιστή, ως το μοναστήρι, όπου μας έδειραν κι όλο-στερνά, ως την αρχοντοπούλα την Κλάρα και τον πόνο της.

Η κυρα-Πίκα άκουε, και τα μάτια της έτρεχαν στα μάγουλα της και στην άσπρη τραχηλιά· άμα τέλεψα, σηκώθηκε, πήγε στο παράθυρο, πήρε ανάσα· ένα ρώτημα φοβερό στρατάριζε στα χείλια της, μα δεν τολμούσε να το ξεστομίσει· εγώ κατάλαβα, τη λυπήθηκα.

— Ο γιος σου, κυρά μου, της είπα μαντεύοντας το ρώτημα της, ο γιος σου πατάει, χωρίς να τρεκλίζει, ένα ένα τα σκαλοπάτια κι ανεβαίνει στο Θεό. Μπορεί μέσα του να γίνεται σεισμός κι ο κόσμος ετούτος να γκρεμίζεται· όμως ο νους του στέκει άσειστος και καθαρός, σου τ' ορκίζουμαι, κυρά μου, στην ψυχή που θα παραδώσω στο Θεό.

Η κυρα-Πίκα, ν' ακούσει τα λόγια αυτά, τίναξε το κεφάλι, τα θαμπωμένα μάτια της άστραψαν ξανάνιωσε. Έκαμε το σταυρό της.

— Δόξα σοι ο Θεός, μουρμούρισε, άλλη χάρη, Θεέ μου, δε σου ζητώ.

Φώναξε την παραμάνα:

— Πάρε το ταγάρι, είπε, γέμισέ το. Στράφηκε πάλι σε μένα.

— Κρυώνεις; Είπε· να σου δώσω μάλλινα ρούχα να του κρατάς, θα τα βάλει;

— Δε θα τα βάλει, κυρά μου, αποκρίθηκα.

— Δεν κρυώνει;

— Όχι, δεν κρυώνει· φοράει, λέει, κατάσαρκα το Θεό και τον ζεσταίνει.

— Και συ, δεν κρυώνεις; να σου δώσω ζεστά να φορέσεις.

— Κρυώνω, κυρά μου, ντρέπουμαι που το λέω, μα κρυώνω· όμως δε θα μπορέσω να βάλω τα ρούχα που θα μου δώσεις· ντρέπουμαι.

— Ποιόν; Κούνησα το κεφάλι.

— Ξέρω κι εγώ, κυρά μου; Το Φραγκίσκο… τον εαυτό μου… μπορεί και το Θεό· ο δρόμος πια που πήρα, αλίμονο, δε σηκώνει καλοπέραση.

Αναστέναξα· αχ, πόσο θα μου άρεσε να 'χα μια φανέλα ζεστή και χοντρά μάλλινα τσουράπια και καλά σαντάλια να μην καταπληγιάζω τα πόδια μου· κι ένα μαντύα πιο χοντρό και με λιγότερες τρύπες!

Ήρθε η παραμάνα με το ταγάρι γεμάτο.

Η κυρα-Πίκα σηκώθηκε.

— Αε στο καλό, ο Θεός μαζί σας· και πες του γιου μου, ό,τι δεν μπόρεσα εγώ, ένα καιρό, να κάμω, ας το κάμει εκείνος· ας έχει την ευκή μου!

 

Πέρασαν οι τρεις μέρες· την τέταρτη, πρωί πρωί, ανέβηκα, στη σπηλιά και στάθηκα απόξω, περίμενα. Το ταγάρι μου ήταν γεμάτο νόστιμες λιχουδιές, ας είναι καλά η καρδιά και το κελάρι της κυρα-Πίκας. Χαίρουμουν, μα πιο πολύ έτρεμα που θα βλεπα το Φραγκίσκο· τρεις μέρες να μιλάς με το Θεό, κίντυνος μεγάλος· μπορεί να σε ρίξει σε φοβερό γκρεμό, όπου ο Θεός αντέχει μα ο άνθρωπος δεν αντέχει. Ποιος ξέρει σε τι γκρεμούς θα με ρίξει κι έμενα η τριήμερη τους ετούτη μυστικιά κουβέντα! Κουράγιο, ψυχή μου- θα κρατώ το Φραγκίσκο από το ράσο, κι ας γκρεμίζουμαι…

Κι εκεί που ανάδευα στο νου μου όλα ετούτα κι έτρεμα, να και προβαίνει από τη σπηλιά ο Φραγκίσκος. Έλαμπε σαν κάρβουνο αναμμένο. Του 'χε φάει πάλι η προσευκή τη σάρκα του, μα ό,τι απόμενε, έλαμπε σαν ψυχή· μια παράξενη χαρά στρατάριζε στο πρόσωπό του, μου άπλωσε το χέρι:

— Ε φράτε Λεόνε, μου φώναξε, είσαι έτοιμος; Έβαλες την πολεμικιά σου άρματα, τη διχτάτη φορεσιά, τα σιδερένια γόνατα, τα σιδερένια μούτρα, την προύτζινη περικεφαλαία με το γαλάζιο φτερό;

Σα να παραμιλοϋσε, το μάτι του ήταν ξαναμμένο, κι όσο ζύγωνε, έβλεπα μέσα στο μάτι του αγγέλους και φαντάσματα. Τρόμαξα· μπας και σάλεψε το μυαλό του;

Γέλασε, κατάλαβε, μα δε χαμήλωσε τη φλόγα του.

— Πολλά παινάδια, είπε, έχουν αραδιάσει του Θεού ως τώρα· μα εγώ θα του αραδιάσω κι άλλα· άκου πώς θα τον πω: ο Άπατος Γκρεμός, ο Αχόρταγος, ο Ανέσπλαχνος, ο Ακάθιστος, ο Αυχαρίστητος, που ποτέ δεν είπε στον κακόμοιρο τον άνθρωπο: Φτάνει!

Ζύγωσε ακόμα πιο πολύ, έβαλε το στόμα του στο αυτί μου και με βροντερή φωνή:

— Δε φτάνει! μου φώναζε, δε φτάνει! Αν με ρωτήσεις, φράτε Λεόνε, τι προστάζει ακατάπαυτα ο Θεός, τώρα, τα τρία ετούτα μερόνυχτα στη σπηλιά, το 'μαθα, άκου: «Δε φτάνει! Δε φτάνει!» Να τι φωνάζει κάθε μέρα, κάθε ώρα στον κακόμοιρο τον άνθρωπο. «Δε φτάνει! Δε φτάνει! Δε φτάνει! — Δεν μπορώ! κλαψουρίζει ο άνθρωπος. — Μπορείς! αποκρίνεται Αυτός. — Θα σπάσω! ξανακλαψουρίζει ο άνθρωπος. — Σπάσε!» αποκρίνεται Αυτός.

Η φωνή του τώρα άρχισε να ραΐζει· από το μάτι του κύλησε ένα χοντρό δάκρυο.

Θύμωσα, τον λυπήθηκα, με πήρε και το παράπονο:

— Τι ζητάει ακόμα από σένα; Δε στερέωσες τον Άι-Δαμιανό;

— Δε φτάνει.

— Δεν παράτησες τον κύρη και τη μάνα σου;

— Δε φτάνει!

— Δε φίλησες το λεπρό;

— Δε φτάνει!

— Τι θέλει το λοιπόν ακόμα;

— Τον ρώτησα, φράτε Λεόνε: «Τι θες ακόμα από μένα, Κύριε; — Τράβα κάτω στην εκκλησιά μου την Πορτσιούνκολα, εκεί θα σου πω». Πάμε το λοιπόν να δούμε τι θέλει, φράτε Λεόνε· και κάμε το σταυρό σου, σφίξε τη ζώνη σου, Θεός είναι αυτός, δε γλιτώνουμε!

Κατηφορίσαμε τρέχοντας το βουνό, περάσαμε την Ασίζη δίχως να σταθούμε, φτάσαμε στον κάμπο. Κρύο τσουχτερό, Φλεβάρης μήνας, τα δέντρα ακόμα δεν είχαν ανθίσει, η γης, σκεπασμένη με την πρωινή πάγρα, σα να 'χε χιονίσει.

Περάσαμε τον Άι-Δαμιανό, αφήκαμε πίσω μας τον ελαιώνα, μπήκαμε σ' ένα δασάκι από πεύκα και καρπισμένες βελανιδιές· ο ήλιος είχε δώσει στα πεύκα κι ο αγέρας μύρισε. Στάθηκε ο Φραγκίσκος, ανάσανε βαθιά, χάρηκε.

— Τι μοναξιά, μουρμούρισε, τι μυρωδιά, τι ησυχία!

Κι ως μιλούσε, ένα λαγουδάκι πήδηξε μέσα από τα χαμόκλαδα, τρούλωσε τ' αυτιά, στράφηκε, μας είδε· δεν τρόμαξε· μας κοίταξε ήσυχα, ανασηκώθηκε στα πισινά του πόδια, σα να 'θελε να χορέψει, και χάθηκε πάλι στα θάμνα.

— Είδες, φράτε Λεόνε, έκαμε ο Φραγκίσκος συγκινημένος, το αδερφάκι μας το λαγουδάκι χάρηκε που μας είδε, έπαιξε τα ποδαράκια του και μας καλωσόρισε· καλό σημάδι! Ψυχανεμίζουμαι, φράτε Λεόνε, φτάσαμε.

Προχωρήσαμε, και να, ανάμεσα από τις βελανιδιές, η μικρούλα εκκλησιά της Πανάγιας των Αγγέλων, η Πορτσιούνκολα. Έρημη, χαριτωμένη, χτισμένη με παλιά μάρμαρα, και γύρα δυο τρία κελιά γκρεμισμένα, κι ο κισσός τα 'χε αγκαλιάσει και το αγιόκλημα. Κι άξαφνα υψώθηκε μπροστά μας, δεν την είχαμε δει, σα να 'χε ξεπροβάλει μέσα από το εκκλησάκι να μας προαπαντήσει, μια νιούτσικη ολανθισμένη  μυγδαλιά.

— Ετούτη είναι η Παναγιά των Αγγέλων, μουρμούρισε ο Φραγκίσκος.

Τα μάτια μας βούρκωσαν, κάναμε το σταυρό μας.

— Αδερφούλα μας μυγδαλιά, μικρούλα αδερφούλα μας μυγδαλιά, είπε ανοίγοντας την αγκάλη του ο Φραγκίσκος· ντύθηκες, στολίστηκες, ήρθαμε, καλώς σε βρήκαμε!

Ζύγωσε, χάδεψε τον κορμό της:

— Βλογημένο το χέρι που σε φύτεψε· βλογημένο το μύγδαλο που σε γέννησε· πας μπροστά, δε φοβάσαι, και πρώτη εσύ, αδερφούλα μου, τολμάς ν' αντισταθείς στο χειμώνα και ν' ανθίσεις. Εδώ, κάτω από τ' ανθισμένα κλώνια σου, θα 'ρθουν μια μέρα, αν θέλει ο Θεός, να καθίσουν οι πρώτοι αδερφοί.

Σπρώξαμε την πόρτα της εκκλησιάς, μπήκαμε· μύριζε χωματίλα και μούχλα, ξεχαρβαλωμένο το παραθυράκι της, από τη στέγη είχαν πέσει κάτω άσβεστες και ξύλα· κι οι αράχνες είχαν υφάνει γύρα από το κόνισμα της Παναγιάς πυκνό, ψιλοδουλεμένο δίχτυ.

Ζυγώσαμε, αναμερίσαμε τις αράχνες να προσκυνήσουμ· ανάρια ξεκρίναμε τη ζωγραφισμένη Παναγιά ντυμένη γαλάζια, και τα γυμνά της ποδάρια πατούσαν ένα σπαθάτο μεσοφέγγαρο· και πλήθος άγγελοι, στρουμπουλοί, χεροδύναμοι, με μαύρο χνούδι στα μάγουλα, την ανακρατούσαν και την ανέβαζαν στον ουρανό.

Απάνω στην Άγια Τράπεζα ανοιγμένο το ιερό Βαγγέλιο. Παλιό, καταλερωμένο από τα δάχτυλα των ανθρώπων, φαγωμένο από τα ζούδια, πρασινισμένο από τη μούχλα.

Ο Φραγκίσκος μού άρπαξε το μπράτσο:

— Φράτε Λεόνε, να το σημάδι του Θεού! Πήγαινε να διαβάσεις εκεί που 'ναι ανοιχτό το Βαγγέλιο· ο Θεός τ' άνοιξε να μας φανερώσει το θέλημά του· διάβασε δυνατά, ν’ αντιλαλήσει και να χαρεί, υστέρα από όσα χρόνια, η Παναγιά των Αγγέλων!

Από το συντριμμένο παραθυράκι Εμπαινε ο ήλιος κι έπεφτε απάνω στο Βαγγέλιο· έσκυψα, διάβασα με δυνατή φωνή: «Πορευόμενοι δε κηρύσσετε λέγοντες ότι ήγγικεν η βασιλεία των ουρανών… μη κτήσησθε χρυσόν μηδέ άργυρον μηδέ χαλκόν εις τας ζώνας υμών, μη πήραν εις οδόν μηδέ δύο χιτώνας μηδέ υποδήματα μηδέ ράβδον…»

Άκουσα κραυγή μεγάλη πίσω μου, στράφηκα: ο Φραγκίσκος, γονατισμένος απάνω στα χώματα και στους άσβεστες, και ξεφώνιζε· σα γερακιού στριγγιά η φωνή του:

— Τίποτα! Τίποτα! Τίποτα! Δε θα πάρουμε τίποτα μαζί μας, Κύριε, γενηθήτω το θέλημα σου! Τίποτα! Μονάχα τα μάτια μας, τα χέρια μας, τα πόδια μας, το στόμα μας, να κηρύχνουμε: Ήγγικεν η βασιλεία των ουρανών!

Με τράβηξε με δύναμη, βγήκαμε έξω, πέταξε το ραβδί του και τα σαντάλια:

— Πέταξε τα και συ, μου 'πε προσταχτικά· δεν άκουσες; μήτε ραβδί, μήτε σαντάλια!

— Και το ταγάρι; είπα εγώ σφίγγοντας με λαχτάρα το γεμάτο ταγάρι.

— Και το ταγάρι! δεν άκουσες; Μήτε ταγάρι!

— Πολλά ζητάει ο Θεός από τον άνθρωπο, μουρμούρισα βαρυγκομώντας και ξεκρέμασα αργά το ταγάρι από τον ώμο μου. Γιατί μας φέρνεται τόσο απάνθρωπα;

— Γιατί μας αγαπάει, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος· μην παραπονιέσαι.

— Δεν παραπονιέμαι, αδερφέ Φραγκίσκο, πεινώ· κι είναι ίσια ίσια σήμερα το ταγάρι μας γεμάτο καλούδια. Να φάμε τουλάχιστο πρωτύτερα;

Ο Φραγκίσκος με κοίταξε με συμπόνια, χαμογέλασε.

— Φάε εσύ, φράτε Λεόνε, είπε, εγώ αντέχω. Διπλογονάτισα, άνοιξα το ταγάρι, ρίχτηκα να τρώγω· ήταν μέσα κι ένα φρασκάκι κρασί, το 'πια όλο· έφαγα κι ήπια όσο μπορούσα, περισσότερο άπ' όσο μπορούσα, σαν την καμήλα που συντάζεται να περάσει την έρημο.

Ωστόσο ο Φραγκίσκος διπλογονάτισε κι αυτός δίπλα μου και μου μιλούσε:

— Κατάλαβες, φράτε Λεόνε, έχει δίκιο ο Θεός- ως τώρα, φροντίζαμε μονάχα τον εαυτούλη μας, μονάχα την ψυχή την εδική μας, πώς να σωθούμε εμείς· δε φτάνει! Πρέπει να πολεμήσουμε, φράτε Λεόνε, να σώσουμε και τους άλλους· αν δε σώσουμε τους άλλους, πώς εμείς μπορούμε να σωθούμε; «Πώς θα πολεμήσουμε, Κύριε; του φώναξα. —Πήγαινε στην Πορτσιούνκολα και θα σου πω. Εκεί θ' ακούσεις την προσταγή μου.» Την άκουσα· την άκουσες και συ με τ' αυτιά σου, φράτε Λεόνε: «Πηγαίνετε, κηρύχνετε, έφτασε η βασιλεία των ουρανών!» Αυτό είναι το καινούριο μας χρέος, αδερφέ και συμπολεμιστή μου: να κηρύχνουμε! Να επιστρατέψουμε όσους μπορούμε αδερφούς γύρα μας, όσα μπορούμε περισσότερα στόματα να κηρύχνουν, στήθια ν' αγαπούν, πόδια ν’ αντέχουν στις στράτες. Να γίνουμε οι καινούριοι σταυροφόροι, να κινήσουμε όλοι μαζί να λευτερώσουμε τον Άγιο Τάφο. Ποιον Άγιο Τάφο; την ψυχή του ανθρώπου, φράτε Λεόνε.

Σώπασε, και σε λίγο:

— Αυτός είναι ο αληθινός Άγιος Τάφος, είπε· εδώ, μέσα στο κορμί του ανθρώπου, κείτεται ο Χριστός σταυρωμένος. Γι’ αυτή κινούμε, φράτε Λεόνε, για την ψυχή κινούμε· όχι τη δικιά μας μονάχα, παρά για την ψυχή του ανθρώπου· εμπρός, έφαες, ήπιες, πάμε να διαλέξουμε τους καινούριους συντρόφους· δυο πια δε φτάνουν χρειαζόμαστε χιλιάδες. Στ' όνομα του Θεού!

Στράφηκε κατά την Ασίζη· ο ήλιος είχε κατέβει από το κάστρο, έλαμπε η πολιτεία σαν ανοιγμένο τριαντάφυλλο- έκαμε ο Φραγκίσκος το σταυρό του, με πήρε από το χέρι.

— Πάμε, είπε. Ποιος μ' εμπόδιζε ως τώρα να σμίξω με το Θεό; ο Φραγκίσκος· αναμέρισε και συ το φράτε Λεόνε, καινούριος αγώνας αρχίζει.

Δε μίλησα, ακολούθησα· αρχίζει ο γκρεμός, συλλογίζουμουν και κρατούσα το Φραγκίσκο από το ράσο…

Ανεβήκαμε στην Ασίζη, σταθήκαμε στην πλατεία, ξεκρέμασε από το ζωνάρι του ο Φραγκίσκος την κριαρίσια τροκάνα, άρχισε να βαράει και να κράζει τους ανθρώπους να ζυγώσουν. Κάμποσοι διαβάτες σταμάτησαν, τον κύκλωσαν άλλοι πετάχτηκαν από τις ταβέρνες, όπου είχαν αρχίσει κιόλα, Κυριακή σήμερα, να κουτσοπίνουν. Ο Φραγκίσκος άπλωνε τα χέρια, τους καλωσόριζε.

— Ειρήνη υμίν! έλεγε στον καθένα που ζύγωνε, ειρήνη υμίν! Κι όταν πια μαζώχτηκαν πολλοί και γέμισε η πλατεία, άνοιξε τις αγκάλες:

— Ειρήνη, φώναξε, ειρήνη στις καρδιές σας, στα σπίτια σας, στους οχτρούς σας· ειρήνη στον κόσμο! Έφτασε η βασιλεία των ουρανών!

Κόβουνταν η φωνή του, έλεγε και ξανάλεγε τα ίδια λόγια, κι όταν πια δεν μπορούσε να μιλήσει, άρχιζε τα κλάματα. Ειρήνη, ειρήνη, φώναζε, να κάμουμε ειρήνη με το Θεό, με τους ανθρώπους, με την καρδιά μας. Πώς; ένας τρόπος υπάρχει μονάχα: αγαπώντας.

— Αγάπη! Αγάπη! φώναζε και ξανάρχιζε πάλι τα κλάματα.

Δεν γελούσαν πια οι άνθρωποι, δεν κορόιδευαν κι οι γυναίκες πρόβαιναν από τις πόρτες, ανέβαιναν απάνω στις στέγες των σπιτιών ν' ακούσουν.

Κάθε μέρα γύριζε ο Φραγκίσκος τους δρόμους της Ασίζης και κήρυχνε· πάντα τα ίδια λόγια, τα ίδια κλάματα· έκλαιγα κι εγώ δίπλα του μα δε μιλούσα· πρωί έπαιρνα την κριαρίσια τροκάνα κι έτρεχα στους δρόμους και φώναζα:

— Έλατε, έλατε, ο Φραγκίσκος θα μιλήσει!

Ένα βράδυ που σκολνούσε το κήρυγμα κι ετοιμαζόμαστε ν' ανέβουμε στη σπηλιά μας να περάσουμε τη νύχτα, ένας έμπορος, πουλούσε υφάσματα κι αυτός, Βερνάρδος της Κουινταβάλε τ' όνομά του, ζύγωσε το Φραγκίσκο. Ήταν λίγο μεγαλύτερος του, στοχαστικό το πρόσωπό του, γαλάζια τα μάτια του, συλλογισμένα· ποτέ δε στάθηκε σύντροφος του Φραγκίσκου στα γλέντια του και στα ξενύχτια· κι όπως μου ξεμυστηρεύτηκε αργότερα, περνούσε ώρες πολλές τις νύχτες του να μελετάει τη Γραφή· τον τρόμαζε η αγριάδα του Ιεχωβά στην Παλιά Διαθήκη, κι όταν έφτανε στο Χριστό, η καρδιά του γέμιζε γλύκα και θλίψη.

Άκουγε για το Φραγκίσκο και στην αρχή γελούσε, θαρρούσε πως όλα ετούτα ήταν καινούριες λόξες του κανακάρη γιου του Μπερναρντόνε: να καλαφατίζει εκκλησιές, να φιλάει λεπρό, να γδύνεται μπροστά στον κόσμο και να γυρίζει τα ρούχα που φορούσε στον κύρη του… Και τώρα κρατούσε μιαν κουδούνα και γύριζε τους δρόμους και κήρυχνε, λέει, μιαν καινούρια τρέλα. Ποιαν τρέλα; Καλά καλά ο Βερνάρδος δεν μπορούσε να καταλάβει. Τον βλέπει κάθε μέρα να φωνάζει στην πλατεία και να κλαίει, μάχεται, λέει, να σώσει τους ανθρώπους από την αμαρτία. Αυτός, που ως τώρα περνούσε τις νύχτες του στα γλέντια; Όμως παραβάσταξε η τρέλα αυτή, μπας και του δίνει αλήθεια τη δύναμη ο Θεός ν' αντέχει στην πείνα, στη γύμνια και στην καταφρόνια; Αν δεν ντρέπουμουν, θα τον ζύγωνα και θα του μιλούσα· νύχτες τώρα δεν μπορώ να κλείσω μάτι, έρχεται και ξανάρχεται στο νου μου και μου γνέφει· τι μου γνέφει;

Ένα βράδυ δεν κρατήθηκε, ζύγωσε το Φραγκίσκο.

— Σιορ Φραγκίσκο, του 'πε, με θυμάσαι; είμαι ο Βερνάρδος της Κουινταβάλε· καταδέξου να 'ρθεις τη νύχτα ετούτη σπίτι μου να κοιμηθείς.

Ο Φραγκίσκος τον κοίταξε· διέκρινε στα μάτια του θλίψη και λαχτάρα μεγάλη:

— Αδερφέ Βερνάρδο, τι θάμα είναι ετούτο; ίσια ίσια χτες τη νύχτα σε είδα στ' όνειρό μου· ο Θεός σε στέλνει, αδερφέ μου, καλώς σε βρήκα· κάποιο κρυφό νόημα έχει ο ερχομός σου, πάμε!

Μου 'γνεψε:

— Φράτε Λεόνε, έλα και συ μαζί μου· δε χωρίζουμε. Πήγαμε στο αρχοντικό του Βερνάρδου· μας έστρωσαν οι δούλες τραπέζι. Μιλούσε ο Φραγκίσκος για το Θεό, για την ψυχή του ανθρώπου, για την αγάπη. Οι δούλες, ακουμπισμένες στην πόρτα, άκουγαν ο αέρας είχε γεμίσει αγγέλους· από το ανοιχτό παράθυρο έβλεπαν καταπράσινη, κατάφωτη την Παράδεισο. Σεριάνιζαν απάνω σε αθάνατη χλόη οι άγιοι χέρι χέρι με τους αγγέλους και κουβέντιαζαν και τα χερουβίμ και σεραφίμ έλαμπαν από πάνω τους σαν άστρα.

Κι όταν ο Φραγκίσκος σταμάτησε να μιλάει, ξαναγύρισε ο κόσμος στη θέση του· από το παράθυρο φάνηκε πάλι η αυλή, με τις γλάστρες τα λουλούδια γύρα από το πηγάδι. Μια δούλα ξέσπασε σε κλάματα· μια στιγμή είχε μπει στην Παράδεισο και τώρα ξαναγίνηκε, απάνω στη γης πάλι, δούλα.

Κόντευαν μεσάνυχτα. Ο Βερνάρδος είχε σκυμμένο το κεφάλι κι άκουε συνεπαρμένος· δε μιλούσε πια ο Φραγκίσκος, μα τον ένιωθε μέσα του ο Βερνάρδος να πηγαίνει μπροστά, κουρελής, ξυπόλυτος, να τραγουδάει και να γυρίζει πίσω το πρόσωπο να του γνέφει. Σήκωσε το κεφάλι:

— Σιορ Φραγκίσκο, είπε, όση ώρα σε άκουγα να μιλάς, ο κόσμος ετούτος αφανίζουνταν και δεν απόμενε παρά η ψυχή απάνω από την άβυσσο και τραγουδούσε· απάνω από την άβυσσο του Θεού. Μα δεν ξέρω, σιορ Φραγκίσκο, ποια η αλήθεια, ποιο τ' όνειρο· η νύχτα, λεν, είναι η πιο πιστή κι αγαπημένη μαντατοφόρα του Θεού· ας δούμε τι μήνυμα θα μου φέρει απόψε.

Σηκώθηκε:

— Σιορ Φραγκίσκο, είπε, θα κοιμηθείς απόψε στην ίδια κάμαρα μαζί μου.

Γέλασε για να κρύψει τη συγκίνηση του.

— Λένε πως η αγιοσύνη είναι αρρώστια κολλητική· θα δούμε!

Μα ο Βερνάρδος είχε το σκοπό του· ήθελε να δοκιμάσει το Φραγκίσκο· ευτύς ως έπεσε, έκαμε πως τον πήρε ο ύπνος και ροχάλιζε· κι ο Φραγκίσκος γελάστηκε, θάρρεψε πως ο Βερνάρδος ήταν βυθισμένος στον ύπνο, γλίστρηξε από το στρώμα, γονάτισε κάτω, σταύρωσε τα χέρια του κι άρχισε με σιγανή φωνή να προσεύχεται. Έστησε ο Βερνάρδος το αυτί· δεν άκουσε παρά μονάχα ετούτα τα λόγια:

— Ω Θεέ μου και μόνο μου αγαθό… Ω Θεέ μου και μόνο μου αγαθό…

Κι αυτό βάσταξε ως τα ξημερώματα· σούρθηκε τότε ο Φραγκίσκος στο στρώμα του κι έκανε πως κοιμάται. Ο Βερνάρδος σηκώθηκε, οληνύχτα έκλαιε γρικώντας το Φραγκίσκο, βγήκε στην αυλή. Εγώ κιόλα είχα ξυπνήσει και τραβούσα νερό από το πηγάδι. Στράφηκα και τον κοίταξα· τα μάτια του ήταν κατακόκκινα.

— Τι έπαθες, σιορ Βερνάρδο; Είπα· τα μάτια σου είναι κατακόκκινα.

— Οληνύχτα ο Φραγκίσκος δεν έκλεισε μάτι, προσεύχουνταν μια μεγάλη φλόγα άγλειφε το πρόσωπό του.

— Δεν ήταν φλόγα, σιορ Βερνάρδο· δεν ήταν φλόγα, ήταν ο Θεός.

Ο Φραγκίσκος πρόβαλε· κι ολομεμιάς ο Βερνάρδος έπεσε στα πόδια του.

— Ένας στοχασμός με τυραννάει, σιορ Φραγκίσκο· λυπήσου με κι ανάπαψε την καρδιά μου.

Πήρε ο Φραγκίσκος το Βερνάρδο από το χέρι, τον ανασήκωσε.

— Ακούω, αδερφέ Βερνάρδο, όχι εγώ, ο Θεός θα σου αναπάψει την καρδιά· μολόγα τον πόνο σου.

— Ένας τρανός άρχοντας μού μπιστεύτηκε μεγάλο θησαυρό να του τον φυλάξω· τον φύλαξα πολλά χρόνια· τώρα λογαριάζω να κάμω μακρινό, επικίντυνο ταξίδι· τι να κάμω το θησαυρό του;

— Να τον γυρίσεις πίσω σε αυτόν που σου τον μπιστεύτηκε, αδερφέ Βερνάρδο, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος. Ποιος είναι αυτός ο μεγάλος άρχοντας;

— Ο Χριστός. Όσα πλούτη αξιώθηκα, τα χρωστώ στο Χριστό, είναι δικά του· πώς να του τα γυρίσω λοιπόν πίσω;

Ο Φραγκίσκος έπεσε σε συλλογή:

— Αυτό που με ρωτάς, αδερφέ Βερνάρδο, είπε τέλος, είναι βαρύ· δεν μπορώ εγώ μονάχος μου να σου δώσω απόκριση· πάμε στην εκκλησιά να ρωτήσουμε τον ίδιο το Χριστό.

 

Τραβήξαμε κι οι τρεις κατά την ξώπορτα· μα τη στιγμή εκείνη κάποιος χτύπησε· έτρεξε ο Βερνάρδος ν' ανοίξει· κι ευτύς έσυρε φωνή χαρούμενη.

— Εσύ, σιορ Πέτρο; έκαμε. Γιατί τόσο πρωί; Το πρόσωπό σου είναι κατάχλωμο.

Ο σιορ Πέτρος ήταν ξακουσμένος νομοδιδάσκαλος στην ανώτατη σχολή της Μπολόνιας· ήταν από την Ασίζη και κάθε τόσο έρχουνταν στο πατρικό χώμα να ξεκουραστεί· μα προχτές είχε πεθάνει στην Μπολόνια ο πιο αγαπημένος του μαθητής, δεν μπορούσε να βαστάξει τον πόνο κι έφυγε, κλείστηκε στο πατρικό σπίτι και δεν ήθελε να δει κανένα.

— Είσαι μόνος, Βερνάρδο; ρώτησε.

— Όχι, είναι εδώ ο Φραγκίσκος, ο γιος του σιορ Μπερναρντόνε, τον ξέρεις· κι ένας φίλος του.

  Θα μιλήσω κι ομπρός τους, δεν πειράζει, έκαμε ο Πέτρος και μπήκε στην αυλή.

— Ήταν μεγαλόσωμος, αρχοντάνθρωπος, γκρίζα κι αυστηρά τα μάτια του, κοντοσγουρογένης· μα οι σπουδές κι οι αγρυπνίες είχαν φάει τα μάγουλά του, κι όλο του το πρόσωπο ήταν στεγνό και κίτρινο, σαν την ακριβή περγαμηνή όπου στορουν οι καλόγεροι τα πάθη του Χριστού.

Έπεσε σ' ένα σκαμνί ξεπνεμένος· εμείς οι τρεις, όρθιοι γύρα του, σκυμμένοι, τον ακούγαμε. Πήρε ανάσα.

— Με συμπαθάτε, είπε, πρέπει να σας τα πω απαρχής. Είχα ένα μαθητή, το Γουίδο, τον αγαπούσα σα γιο μου· δε σήκωνε κεφάλι από τα βιβλία, είκοσι χρονών κι είχε τη γνώση και τη μάθηση γέρου· και μαζί με το λαμπρό μυαλό έσμιγε, πράμα σπάνιο, το πάθος με τη φλόγα· γι· αυτό τον αγαπούσα. Προχτές πέθανε…

Έσφιξε τα χείλια του να κρατήσει το αναφιλητό· μα από τα μάτια του κύλησαν δυο χοντρά δάκρυα· γέμισε ο Βερνάρδος μιαν κούπα νερό, του το 'δωκε, ήπιε.

— Τη μέρα που ψυχομαχούσε, έσκυψα απάνω από το προσκεφάλι του: «Γουίδο, παιδί μου, του 'πα, αν ο Θεός το αποφασίσει να σε καλέσει κοντά του, έχω να σου ζητήσω μια χάρη. — Ο,τι θες, πατέρα μου, αποκρίθηκε, τι χάρη; — Να 'ρθεις μια νύχτα στ' όνειρό μου και να μου πεις τι γίνεται στον άλλο κόσμο. — Θα 'ρθω» μουρμούρισε ο νέος και μου άπλωσε το χέρι. Κι απάνω εκεί ξεψύχησε.

» Έφυγα ευτύς από την Μπολόνια, ήρθα εδώ στη μοναξιά, να περιμένω να 'ρθει ο πεθαμένος στον ύπνο μου.

Ο σιορ Πέτρος σώπασε πάλι, η φωνή του πνίγουνταν. Τέλος μπόρεσε κι είπε:

— Σήμερα τα ξημερώματα ήρθε…

Ο Βερνάρδος κουκούβισε δίπλα του, του πήρε το χέρι:

— Κουράγιο, Πέτρο, είπε, πάρε ανάσα και πες μας κι έμας τι σου είπε;

Σκύψαμε, κι ο Φραγκίσκος κι εγώ, με λαχτάρα, ν' ακούσουμε.

— Ήταν ντυμένος μ' ένα αλλόκοτο ράσο: όχι, δεν ήταν ράσο, ήταν λουρίδες λουρίδες χαρτιά, ραμμένες γύρα στο κορμί του, όλα τα χερόγραφα που 'χε συντάξει όταν σπούδαζε κι ήταν απάνω τους όλα τα προβλήματα, τα ρωτήματα, οι φιλοσοφικές και νομικές απορίες, οι θεολογικές έγνοιες, πώς να σωθούμε, πώς να γλιτώσουμε από την Κόλαση, ν' ανέβουμε στο Καθαρτήρι κι από το Καθαρτήρι στην Παράδεισο… Ήταν φορτωμένος χαρτιά, μάχουνταν να περπατήσει, δεν μπορούσε. Φυσούσε αγέρας, κουνούσε τα χαρτιά, κι ως τα κουνούσε, φαίνουνταν ο σκελετός του νέου, γεμάτος λάσπες και χόρτα. «Παιδί μου Γουίδο, του φώναξα, τι 'ναι αυτά τα κουρελόχαρτα που φοράς και δε σε αφήνουν να περπατήσεις; — Έρχουμαι από την Κόλαση, μου αποκρίθηκε, έρχουμαι από την Κόλαση, αγωνίζουμαι ν' ανέβω να φτάσω στο Καθαρτήρι, δεν μπορώ, τα κουρελόχαρτα ετούτα μ' εμποδίζουν…» είπε· και το ένα μάτι του έγινε δάκρυο κι έπεσε απάνω μου και μου 'καψε το χέρι· κοιταχτε!

Απλωσε το δεξό του χέρι κι είδαμε απάνω του μιαν κόκκινη καταστρόγγυλη πληγή, σα μάτι. Τρομάρα μάς κυρίεψε όλους· μονάχα ο Φραγκίσκος, χαμογελούσε.

Ο σιορ Πέτρος σηκώθηκε.

— Και τώρα, είπε, όλα τέλειωσαν· πρι να 'ρθω εδώ, έριξα στο τζάκι κι έκαψα όλα μου τα χερόγραφα, όλα μου τα βιβλία, λυτρώθηκα! Ας είναι καλά ο αγαπημένος μου μαθητής, που μου 'φερε από τον κάτω κόσμο το μήνυμα. Καινούρια ζωή αρχίζει, δόξα σοι ο Θεός!

— Και τώρα, Πέτρο αγαπημένε, ρώτησε ο Βερνάρδος, τι δρόμο θ' ακολουθήσεις; Τι καινούρια ζωή αρχίζεις;

— Δεν ξέρω ακόμα, δεν ξέρω… αποκρίθηκε ο σοφός συλλογισμένος.

— Εγώ ξέρω! πετάχτηκε τότε ο Φραγκίσκος, άπλωσε το χέρι κι άνοιξε την ξώπορτα· εγώ ξέρω· έλατε μαζί μου!

Πήγαινε μπροστά ο Φραγκίσκος, πίσω οι δυο φίλοι χεραγκαλιά, στερνός εγώ. «Έτοιμες είναι οι ψυχές ετούτες, συλλογίζουμουν, έτοιμες να πάρουν τον ανήφορο…»

Περάσαμε από τον Άι-Ρουφίνο, λειτουργούσαν, κόσμος πολύς, δε σταθήκαμε· στρίψαμε τη γωνιά, φτάσαμε στο μικρό εκκλησάκι του Άι-Νικόλα, έρημο· έσπρωξε ο Φραγκίσκος την πόρτα, μπήκαμε· ο Σταυρωμένος απάνω από την Άγια Τράπεζα, ένα καντηλάκι αναμμένο, ο Άι-Νικόλας στορισμένος στον τοίχο και γύρα του ζωγραφισμένα ψάρια, καράβια, θάλασσες.

— Αδερφέ Βερνάρδο, έκαμε ο Φραγκίσκος, με ρώτησες, γονάτισε, τώρα ο Χριστός θ' απαντήσει.

Προχώρεσε στην Άγια Τράπεζα, γονάτισε, έκαμε το σταυρό του, πήρε το βαρύ, ασημοδεμένο Βαγγέλιο:

— Τούτο είναι το στόμα του Χριστού, είπε.

Άνοιξε το Βαγγέλιο, απίθωσε το δάχτυλό του, ανάγνωσε με δυνατή φωνή:

«Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησαν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ.»

Έκλεισε το Βαγγέλιο, το άνοιξε πάλι, διάβασε:

«Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι.»

Στράφηκε ο Φραγκίσκος στο Βερνάρδο που γονατισμένος άκουγε κι έκλαιγε.

— Διστάζεις ακόμα, αδερφέ Βερνάρδο; είπε· θες ν' ανοίξει ακόμα μια φορά το στόμα του ο Χριστός;

— Όχι, όχι, φώναξε ο Βερνάδος και τινάχτηκε απάνω συνεπαρμένος, είμαι έτοιμος.

— Κι εγώ! ακούστηκε πίσω του μια φωνή.

Ήταν ο σιορ Πέτρος, που 'χε πέσει πίστομα απάνω στις πλάκες κι άκουγε.

— Πάμε, το λοιπόν! έκαμε χαρούμενος ο Φραγκίσκος χεραγκαλιάζοντας δεξά ζερβά τους δυο νεοφώτιστους· η αφεντιά σου, σιορ Πέτρο, έκαμες κιόλα ό,τι ο Χριστός παραγγέλνει: έκαψες τα πλούτη σου — τα χερόγραφα, τα βιβλία, τα μολύβια— κι έχυσες τα μελάνια, αλάφρωσες· η σειρά σου, αδερφέ Βερνάρδο! Άνοιξε το εμπορικό σου, κράξε τη φτώχεια, μοίρασε τα πανικά που πουλούσες, ντύσε τη γύμνια! Σπάσε την πήχη, άνοιξε τις κασέλες, μοίραζε, μοίραζε, αλάφρωνε. Πρέπει, πρέπει, αδερφέ Βερνάρδο, να επιστρέψουμε στους αδερφούς μας τους φτωχούς ό,τι τους δανειστήκαμε. Μια χρυσή καδένα να 'χεις, βαραίνει την ψυχή σου, δεν την αφήνει να σηκωθεί, να πετάξει!

Στράφηκε στην Άγια Τράπεζα, στο Σταυρωμένο:

— Πόσο φτηνά μας πουλάς τις πραμάτειες σου, Χριστέ μου! είπε· ένα μαγαζάκι δίνουμε κι αγοράζουμε τη βασιλεία των ουρανών μια στοίβα παλιόχαρτα καίμε και μπαίνουμε στην αιωνιότητα!

— Πάμε, μη χασομερούμε, έκαμε ο Βερνάρδος. Έβγαλε από τη μέση του το κλειδί του μαγαζιού του κι έτρεχε.

Έβγαιναν τώρα οι χριστιανοί από τη λειτουργία· σφαλνούσαν οι εκκλησιές, άνοιγαν οι ταβέρνες, σμάριαζε ο κόσμος στην πλατεία.

Ο ήλιος είχε βγει σήμερα, σκόρπισαν τα σύννεφα, ζεστοκοπούσε ο κουτσοφλέβαρος σαν άνοιξη· τα δέντρα πετούσαν τα πρώτα σγουρά τους φυλλαράκια.

Πόσες φορές είχα δει την άνοιξη στη ζωή μου! Όμως πρώτη φορά τώρα ένιωθα τι θα πει άνοιξη· πρώτη φορά εφέτο ήξερα, μου το 'χε μάθει ο Φραγκίσκος, πως όλα είναι ένα, όλα ακολουθούν τον ίδιο νόμο του Θεού, δέντρο κι η ψυχή, έχει κι η ψυχή την άνοιξη της κι ανοίγει…

Φτάσαμε στην πλατεία του Άι-Γιώργη, έβαλε το κλειδί ο Βερνάρδος, άνοιξε το εμπορικό του· στάθηκε στο κατώφλι, έσυρε φωνή:

— Όσοι φτωχοί, όσοι γυμνοί, ελάτε! Στ' όνομα του Χριστού, μοιράζω το βιος μου!

Ο Φραγκίσκος στέκουνταν δεξά του, ο σιορ Πέτρος ζερβά του, κι εγώ κουβαλούσα τα τόπια τα πανιά και τα σώρευα μπροστά τους.

Πώς έτρεξαν γυναίκες, γυναικούλες, γέροι, κουρελήδες, πώς έλαμπαν τα μάτια τους, με τι λαχτάρα απλώνουνταν στον κυριακάτικον αέρα τα χέρια! Κι ο Βερνάρδος χαίρουνταν και γελούσε, ευτυχισμένος, χωράτευε τον ένα, πείραζε τον άλλο, κρατούσε ένα μεγάλο ψαλίδι, ψαλίδιζε, μοίραζε το βιος του.

Κάποτε στρέφουνταν ο Φραγκίσκος και του μιλούσε:

— Τι ευτυχία είναι ετούτη, αδερφέ Φραγκίσκο, τι αλάφρωση! Ο παπα-Σίλβεστρος περνούσε· είδε το Βερνάρδο να κουρσεύει και να διασκορπάει το βιος του, η καρδιά του σκίστηκε.

— Τι κρίμα, μουρμούρισε, τέτοιο πλούτος να πάει χαμένο! Σίγουρα ο θεοπάλαβος αυτός ο Φραγκίσκος του σήκωσε τα μυαλά.

Στάθηκε, κουνούσε το κεφάλι του και κοίταζε. Ο Φραγκίσκος μάντεψε το στοχασμό του.

— Πάτερ Σίλβεστρο, του πε, τι λέει ο Χριστός, θυμάσαι; Συμπάθα με να σου το θυμίσω: Αν θες να 'σαι τέλειος, μοίρασε τα υπάρχοντα σου στους φτωχούς και θα κερδίσεις μέγα θησαυρό στους ουρανούς. Γιατί κουνάς, το λοιπόν, το κεφάλι;

Ο παπα-Σίλβεστρος έβηξε, κατακοκκίνισε και πήρε δρόμο. Ο Φραγκίσκος στενοχωρέθηκε που τον πίκρανε.

— Πάτερ Σίλβεστρο, πάτερ Σίλβεστρο, του φώναξε. Ο παπάς στράφηκε.

— Σου θύμισα τα λόγια του Χριστού, συχώρεσε με· εσύ ο ιερέας του Θεοΰ τα ξέρεις καλύτερα από μένα,  τον αμαρτωλό.

Αν ήταν πιο κοντά ο Φραγκίσκος, θα 'βλεπε δυο δάκρυα να πετιούνται από τα μάτια του ιερέα.

Βράδιασε, απόμεινε με τους τέσσερεις γυμνούς τοίχους το εμπορικό· πήρε ο Βερνάρδος την πήχη, την έσπασε και την πέταξε στο δρόμο· πέταξε και τα ψαλίδια, έκαμε το σταυρό του.

— Δόξα σοι ο Θεός, είπε, αλάφρωσα.

Πήρε χεραγκαλιά το σιορ Πέτρο κι ακολούθησαν κι οι δυο το Φραγκίσκο.

Βούιξε η Ασίζη με τ' αλλόκοτα ετούτα καμώματα ενός πλούσιου, μυαλωμένου νοικοκύρη κι ενός σοφού νομοδιδάσκαλου. Την ίδια νύχτα, μάθαμε, πολλοί γέροι προεστοί μαζώχτηκαν, αλαφιασμένοι, στο σπίτι ενός θείου του Βερνάρδου, να βουλευτούν πώς να ξορκίσουν την πανούκλα ετούτη. Κολλητικό 'ναι το κακό, μαθές, χτυπάει πιότερο άπ' όλους τους νέους, ας έχουμε το νου μας μην τα στρίψουν κι οι γιοι μας και σκορπίσουν στους κουρελήδες και στους ξυπόλητους το βιος, που τόσα χρόνια εμείς κι οι πατεράδες μας το μαζεύαμε με τον ίδρωτα μας· και τώρα έρχεται ετούτος ο θεοπάλαβος, σηκώνει τα μυαλά και ξεθεμελιώνει τα σπίτια μας. Να τον διώξουμε, να φύγει από τα σύνορα μας, να πάει στο ανάθεμα! Πήραν λοιπόν απόφαση να πάνε στου Δεσπότη κι υστέρα στη Δημογεροντία, να διώξουν το σκάνταλο από την Ασίζη.

Στο φτωχικό της κυρα-Τζοβάννας της χήρας, ένας άντρακλας γεροδεμένος, ηλιοψημένος, κεφάτος, κάθουνταν στη φωτιά και πυρώνουνταν θωρούσε τη γριά θεία του να κάνει το σταυρό της και να βλογάει τ' όνομα του καινούριου άγιου — έτσι τον έλεγαν από τώρα το Φραγκίσκο — κι αυτός γελούσε και κορόιδευε, μας το μολόησε ο ίδιος σε λίγες μέρες.

— Μωρέ, δε γίνεται έτσι εύκολα ο γλεντζές άγιος· εγώ, να μη με λεν Αίγίδιο, θα πάω να βρω τον άγιο αυτόν Φραγκίσκο σου και θα κρατώ μια μπουκάλα κρασί κι ένα ψητό γουρουνάκι μεζέ και θα σου τον κάμω τάπα στο μεθύσι· κι υστέρα θα του περάσω μια θελιά, να τον φέρω στην πλατεία, να χτυπώ εγώ τα παλαμάκια κι αυτός να χορεύει σαν αρκούδα.

 

Πέρασαν μέρες· οι τέσσερεις τώρα αδερφοί παρατήσαμε την Ασίζη και βρήκαμε καταφύγι στο έρημο παρεκκλήσι, στην Πορτσιούνκολα· ομπρός από την ανθισμένη μυγδαλιά στελιώσαμε ένα καλύβι, χρισμένο με άσβεστη, το πρώτο μας μοναστήρι.

Ώρες πολλές, γονατισμένοι, σηκώναμε τα μάτια στον ουρανό και προσευχόμαστε· ο Φραγκίσκος μάς μιλούσε για την αγάπη, για τη φτώχεια, για την ειρήνη· για την ειρήνη της ψυχής του κάθε ανθρώπου και για την ειρήνη του κόσμου. Κι εγώ, που ως τώρα όλο ρωτούσα και ξεσκάλιζα, τώρα, με τους καινούριους αδερφούς, έμαθα να σωπαίνω. Μια μέρα ο σιορ Πέτρος είπε ένα λόγο και δεν τον ξεχνώ ποτέ μου: «Το μυαλό όλο μιλάει, ρωτάει, σκαλίζει· η καρδιά δε μιλάει, δε ρωτάει, δε σκαλίζει· αμίλητη κινάει και παραδίνεται στο Θεό. Το μυαλό είναι ο δικηγόρος του Σατανά, η καρδιά είναι η δούλα του Θεού· σκύβει και λέει στον Κύριο: Γενηθήτω το θέλημα σου!»

Ο Φραγκίσκος άκουσε το λόγο ετούτον, χαμογέλασε:

— Σιορ Πέτρο — έτσι τον έλεγε πάντα από σεβασμό — σιορ Πέτρο, έχεις δίκιο· όταν ήμουν μαθητούδι, ήρθε στην Ασίζη τα Χριστούγεννα ένας σοφός θεολόγος· ανέβηκε στον άμβωνα του Άι-Ρουφίνου κι άρχισε να ρητορεύει, ώρες πολλές, για τη γέννηση του Χριστού και τη σωτηρία του κόσμου και το φοβερό μυστήριο της ενανθρώπησης. Το μυαλό μου άρχισε να θολώνει, ζαλίστηκα. Πια δε βάσταξα: «Δάσκαλε, φώναξα, σώπα ν' ακούσουμε το Χριστό μέσα στην κούνια του να κλαίει!» Ο πατέρας μου, όταν γυρίσαμε σπίτι, μ' έδειρε· μα η μάνα μου με πήρε κρυφά και μου 'δωκε την ευκή της.

Σπάνια ο αδερφός Βερνάρδος άνοιγε το στόμα του να μιλήσει· από τα ξημερώματα γονατισμένος κάτω από ένα δέντρο προσεύχουνταν κι ένιωθες από τα χαμηλωμένα του βλέφαρα, από τα λιωμένα του μάγουλα, από το ανάλαφρο τρέμουλο των χειλιών του, πως μιλούσε με το Θεό. Κι όταν κάποτε μιλούσε, ευτύς ως πρόφερε τ' όνομα του Χριστού έγλειφε τα χείλια του, σα να πασαλείφτηκαν μέλι.

Άμα ψήλωνε ο ήλιος, σκορπίζαμε· ο ένας να φέρει νερό, ο άλλος ξύλα, ο άλλος να ζητιανέψει, κι ο Φραγκίσκος να πάρει σβάρνα τα δρομάκια της Ασίζης και τα κοντοχώρια, να κηρύχνει την «καινούρια τρέλα», την αγάπη. Και συχνά κρατούσε μαζί του μια σκούπα να σκουπίζει τις εκκλησιές.

— Είναι το σπίτι του Θεού, έλεγε, κι εγώ 'μαι ο σκουπιδιάρης κι έχω ευθύνη.

Ένα πρωί, μεγάλη γιορτή του Άι-Γιώργη, εκεί που ήμασταν γονατισμένοι και κάναμε την πρωινή προσευκή μας μέσα στο καλύβι, πήρε το μάτι μου έναν άντρακλα, σιγά σιγά, παρακατσευτά, να ζυγώνει· κρατούσε παραμάσκαλα μιαν μπουκάλα κρασί κι ένα πράμα τυλιμένο σε λεμονόφυλλα· χτύπησε τα ρουθούνια μου μυρωδιά από ψημένο κρέας.

Ήταν ένας άντρας ως εκεί πάνω, ηλιοκαμένος, χοντροκό-καλος· ζύγωσε άλαφροπάτητα στο κλαροκάλυβό μας, ακούμπησε το πρόσωπο του και μας παραμόνευε ανάμεσα από τα κλαριά· λόξευα κι εγώ τα μάτια και τον κοίταζα.

Ο Φραγκίσκος είχε αρχίσει, όπως κάθε πρωί, να μας μιλάει και να μας ξομολογιέται τι είπε στο Θεό, τι του 'πε ο Θεός τη νύχτα.

Ο κρυμμένος άντρακλας είχε ανοίξει το στόμα, είχε στηλώσει το αυτί, άκουγε· κι άξαφνα, στράφηκε πίσω του, τράβηξε ανάμεσα στα δέντρα βιαστικός και σε λίγο γύρισε με τα χέρια αδειανά· κόλλησε πάλι το πρόσωπο του στην καλύβα κι άκουγε.

— Θεέ μου, έλεγε τώρα ο Φραγκίσκος, αν σε αγαπώ γιατί θέλω να με βάλεις στην Παράδεισο, πέψε τον άγγελο σου με τη ρομφαία να μου κλείσει την πόρτα· αν σε αγαπώ γιατί φοβούμαι την Κόλαση, ρίξε με στην Κόλαση· μα αν σε αγαπώ για σένα, για σένα μονάχα, άνοιξε την αγκαλιά σου και δέξου με.

Ο άνθρωπος που κρυφάκουγε έδωκε μια δρασκελιά, στάθηκε στο κατώφλι· το πρόσωπό του είχε χλωμιάσει, δυο χοντρά δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλα του. Έπεσε στα πόδια του Φραγκίσκου:

— Αδερφέ Φραγκίσκο, φώναξε, συχώρεσε με! Είμαι ο Αιγίδιος από την Ασίζη, που σε περγελούσα κι είχα βάλει στοίχημα να 'ρθω να σε μεθύσω, να σου περάσω μια θελιά από το λαιμό και να σε φέρω στην πλατεία του Άι-Γιώργη, να χτυπώ εγώ τα παλαμάκια και συ να χορεύεις!

— Και δεν πάμε, αδερφέ Αιγίδιε, έκαμε ο Φραγκίσκος γελαστός, δεν πάμε να σταθούμε στην πλατεία του Άι-Γιώργη, όπου θα ‘ναι σήμερα μαζωμένος ο λαός, να χτυπάς εσύ τα παλαμάκια κι εγώ να χορεύω; Δε θέλω να χάσεις το στοίχημά σου.

Τον πήρε από την αμασκάλη, τον ανασήκωσε.

— Πάμε, είπε, ο κόσμος περιμένει.

Έφυγαν κατά το δειλινό καθόμασταν οι τρεις, ο Βερνάρδος, ο Πέτρος κι εγώ, απόξω από το καλύβι και περιμέναμε.

— Αργεί ο αδερφός Φραγκίσκος, είπα· άραγε χορεύει ακόμα;

— Χορεύει, είπε ο σιορ Πέτρος και σώπασε.

Και σε λίγο:

— Εγώ, αλίμονο, δεν έχω το κουράγιο να κάμω ένα τέτοιο πράμα· ντρέπουμαι ακόμα τους ανθρώπους, πάει να πει: δεν ντρέπουμαι το Θεό.

Εκεί που μιλούσαμε, να σου ο αδερφός Φραγκίσκος και πίσω του θεόρατος, γελαστός, αλαφροπατώντας, σα να 'χε φτερά, ο Αιγίδιος.

Πήρε ο Φραγκίσκος το σύντροφο του από το χέρι, ήρθε κοντά μας:

— Με χόρεψε, είπε γελώντας, τον χόρεψα κι εγώ· στην αρχή χόρευα ολομόναχος μπροστά στο Θεό και τούτος έπαιζε τα παλαμάκια· μα σε λίγο ζήλεψε κι ο αδερφός Αιγίδιος, δε χτυπούσε πια τα παλαμάκια, με άρπαξε από τον ώμο κι αρχίσαμε κι οι δυο να χορεύουμε· όλη η πλάση μας φάνηκε πως μας έπιασε από τον ώμο και χόρευε κι αυτή μαζί μας μπροστά στο Θεό.

» Τι χορός ήταν εκείνος, αδερφοί μου! Άλλο είναι να χορεύεις ολομόναχος, άλλο να 'στε πολλοί, στην αρχή δυο, υστέρα τρεις, υστέρα τριάντα τρεις, εκατό χιλιάδες τρεις, όλοι οι άνθρωποι, κι ύστερα και τα ζα, και τα πουλιά, κι ύστερα και τα δέντρα κι οι θάλασσες και τα βουνά, τα πλάσματα όλα να χορεύουν μπροστά στον Πλάστη. Δεν είναι αλήθεια, αδερφέ Αιγίδιε;

— Δε θέλω να πιάσω άλλη δουλειά, αποκρίθηκε αυτός γελώντας, καλός είναι ο χορός, αιώνια θα σε κρατώ, αδερφέ Φραγκίσκο, από τον ώμο και θα χορεύω.

— Καλώς τον δεχτήκαμε τον καινούριο αδερφό, έκαμε ο Φραγκίσκος, ανοίγοντας τις αγκάλες.

— Καλώς να ορίσει! φωνάξαμε όλοι και τρέξαμε κι αγκαλιάσαμε τον Αιγίδιο.

Ο Αιγίδιος κοκκίνισε· κάτι ήθελε να πει μα δίσταζε. Τέλος ξεθαρρεύτηκε:

— Αδερφέ Φραγκίσκο, είπε, έφερα κι ένα μεζεδάκι και μιαν μπουκάλα κρασί…

Ο Φραγκίσκος του χάδεψε τις φαρδιές πλάτες:

— Γιορτάζουμε σήμερα τα γεννητούρια σου, αδερφέ Αιγίδιε, ας πιούμε ένα κρασί στην υγειά σου. Δεν πειράζει, ο Θεός συχωρνάει κάπου κάπου να κάνεις απιστίες στην άγια πείνα και στην άγια δίψα…   Φέρε, το λοιπόν, τα σύνεργα της αμαρτίας!

Έδωκε ένα σάλτο ο Αιγίδιος, πήγε και ξετρύπωξε από τα θάμνα το ψητό γουρουνάκι και την μπουκάλα το κρασί.

— Στην υγειά του αδερφού Αιγίδιου, έκαμε ο Φραγκίσκος σηκώνοντας την μπουκάλα να πιει· σήμερα γεννήθηκε, σιδεροκέφαλος! σήμερα παντρεύτηκε, σήμερα έκαμε θυγατέρα, να του ζήσει! τη Φτώχεια!

 

Δεν πέρασαν πολλές μέρες και πρόβαλε στο κατώφλι της Πορτσιούνκολας, την ώρα που κινούσαμε για το μεροδούλι μας, σκυφτός, καταντροπιασμένος, μ' ένα μπόγο παραμάσκαλα, ο παπα-Σίλβεστρος. Τα μάτια του είχαν κοκκινίσει από το πολύ κλάμα και τα χέρια του έτρεμαν.

Τον είδε ο Φραγκίσκος, άνοιξε την αγκαλιά του: — Παπα-Σίλβεστρο, είπε, καλός κι ευλογημένος ο ερχομός σου· ποιος άνεμος σε φέρνει στο ρημαδιό μας;

— Ο άνεμος του Θεού, αποκρίθηκε ο παπάς· μου πέταξες προχτές ένα λόγο, αδερφέ Φραγκίσκο, κι ο λόγος αυτός ήταν φωτιά, έκαψε και καθάρισε την καρδιά μου.

— Δεν τον είπα εγώ, δεν τον είπα εγώ, παπα-Σίλβεστρο· τον είπε ο Χριστός.

— Τον είπε ο Χριστός, μα με τον τρόπο που τον είπες, αδερφέ Φραγκίσκο, σα να τον άκουγα για πρώτη φορά, σα να μην είχα ποτέ μου διαβάσει το Βαγγέλιο· το διάβαζα κάθε μέρα, μα βουή και γράμματα τα λόγια του, κι όχι φωτιά… Πρώτη φορά, ας είσαι καλά, αδερφέ Φραγκίσκο, κατάλαβα τι θα πει φτώχεια, τι θα πει αγάπη και ποιο 'ναι το θέλημα του Θεού· κι ήρθα.

— Τι έχεις μέσα στον μπόγο;

— Μιαν αλλαξιά ρούχα, τα καλά σαντάλια μου κι άλλα πράματα που αγαπώ.

Ο Φραγκίσκος γέλασε:

— Μια φορά, είπε, ήταν ένας ασκητής που χρόνια και χρόνια μάχουνταν να δει το Θεό και δεν μπορούσε· ένα πράμα όρθωνουνταν μπροστά του και τον εμπόδιζε· έκλαιγε, φώναζε ο δύστυχος, παρακαλούσε, τίποτα! Τι 'ταν αυτό που τον εμπόδιζε να δει το Θεό; δεν μπορούσε να καταλάβει. Ένα πρωί πετάχτηκε από τον ύπνο χαρούμενος· βρήκε! Ήταν ένα μικρό ξομπλιαστό σταμνάκι που 'χε κρατήσει άπ' όλο του το βιος και το αγαπούσε πολύ· το άρπαξε, του 'δωκε μια, το 'καμε χίλια κομμάτια· και τότε σήκωσε τα μάτια κι είδε, για πρώτη φορά, το Θεό.

» Παπα-Σίλβεστρο, αν θες να δεις το Θεό, πέταξε τον μπόγο που κρατάς!

Ο παπα-Σίλβεστρος δίστασε· ο Φραγκίσκος τον πήρε τρυφερά από το χέρι:

— Έλα μαζί μου, είπε, και τώρα που θα μπούμε στο δρόμο, στον πρώτο φτωχό που θα συναπαντήσουμε του δίνεις, για την αγάπη του Χριστού, τον μπόγο· με μπόγους, παπα-Σίλβεστρο, δεν μπαίνουν στην Παράδεισο.

— Να κρατήσω μονάχα τα σαντάλια μου… έκαμε δισταχτικά ο παπάς.

— Μονάχα ξυπόλυτοι μπαίνουν στην Παράδεισο, είπε πάλι ο Φραγκίσκος. Μην παζαρεύεις, αδερφέ μου, πάμε!

Είπε, κι όπως ο λύκος αρπάζει στα δόντια του το αρνί, άρπαξε κι ο Φραγκίσκος τον παπα-Σίλβεστρο να τον ρίξει στην Παράδεισο.

Μεγάλη, μεγάλη, πλούσια, πολυόμματη η χάρη Σου, Κύριε, σαν την ουρά του παγονιού· αποκορφής σκεπάζει τον κόσμο· απλώνεται, σκεπάζει, γεμίζει λάμψη και τις πιο ταπεινές ψυχές· γιατί να, δεν πέρασε καιρός πολύς κι ήρθαν δυο χαμένα κορμιά, τα περιγελά της Ασίζης, φίλησαν το χέρι του Φραγκίσκου και ζήτησαν να γίνουν αδερφοί: Ο Σαμπατίνο κι ένας άλλος που τον έλεγαν Καπέλα, γιατί φορούσε πάντα του, κι όταν ακόμα κοιμόταν, ένα αψηλό βελούδινο καπέλο πράσινο με μια κόκκινη κορδέλα. Κι ο Σαμπατίνο, τον θυμήθηκα ευτύς, ήταν εκείνος που 'χε κοροϊδέψει το Φραγκίσκο τη βραδιά που έφτασα στην Ασίζη και ζητούσα ένα χριστιανό να μ' ελεήσει. Ήταν λιγνός και κιτρινιάρης, ποντικομούρης, με μια μαλλιαρή κρεατοελιά απάνω στη μύτη· ο Κάπελας, κρεμανταλάς, με μακριά απογυριστά μουστάκια, με τεράστια σουβλερή μύτη, λαγοχείλης· μιλούσε μπερδουκλωμένα και τσεύδιζε.

— Δεν μπορώ πια, αδερφέ Φραγκίσκο, να κοιμηθώ, είπε ο Σαμπατίνο, ξεστόμισα λόγια κακά για σένα, σε ζήλευα γιατί 'σουν πλούσιος κι εγώ φτωχός, όμορφος κι εγώ ασκημομούρης, καλοντυμένος κι εγώ κουρελής, κι όλο τον τελευταίο ετούτο καιρό έπεφτα να κοιμηθώ, μα που να με πάρει ο ύπνος! κι αν μ' έπαιρνε μια στιγμή, σ' έβλεπα να 'ρχεσαι στ' όνειρό μου και να μου λες: «Δεν πειράζει, αδερφέ Σαμπατίνο, εγώ δε σου κρατώ κάκια, κοιμήσου.» Κι αυτή σου η καλοσύνη μου 'σκιζε την καρδιά· δε βάσταξα πια κι ήρθα· κάμε με ό,τι θες- θ' ακολουθήσω τ' αχνάρια σου ως το θάνατο.

— Κι εγώ, είπε ο Κάπελας, μαζί σου ως το θάνατο, αδερφέ Φραγκίσκο· βαρέθηκα τον κόσμο, με βαρέθηκε ο κόσμος, άλλο καταφύγι πια δεν έχω παρά το Θεό. Έρχουμαι όμως με μια συφωνία αδερφέ Φραγκίσκο: να μου δώσεις την άδεια να φορώ το καπέλο μου· την κουκούλα δεν τη θέλω. Πες πως είναι παραξενιά, μα το συνήθισα το καπέλο αυτό· σα να 'ναι το κεφάλι μου· αν μου το βγάλεις, θαρρώ θα με αποκεφαλίσεις.

Ο Φραγκίσκος γέλασε· μα ευτύς το πρόσωπό του έγινε αυστηρό:

— Πρόσεξε, αδερφέ μου, του 'πε, μπορεί ο Διάβολος να γίνηκε καπέλο και κάθισε στο κεφάλι σου· έχε το νου σου μη σε ρίξει στον κατήφορο· από το καπέλο μπορείς να κατρακυλήσεις στο ράσο, να πεις: δεν το θέλω! Από το ράσο στους αδερφούς, να πεις: δεν τους θέλω! Από τους αδερφούς στην αγάπη, να πεις: δεν τη θέλω! Κι από την αγάπη στο Θεό, να πεις: δεν Τον θέλω!

Σώπασε ο Φραγκίσκος, έπεσε σε λογισμούς· και σε λίγο:

— Ο ανήφορος, αδερφέ μου, είπε, έχει μιαν κορφή, το Θεό· ο κατήφορος ένα βυθό, την Κόλαση· μπορεί το καπέλο αυτό, παιδί μου, να σε γκρεμίσει στην Κόλαση.

Κοίταξε βαθιά στα μάτια τον Καπέλα, κι ο νεοφώτιστος δε βάσταξε, ξέσπασε σε λυγμούς.

— Αν δε μου δώσεις την άδεια που σου ζητώ, είπε, είμαι χαμένος, θα φύγω.

Ο Φραγκίσκος τον λυπήθηκε· απίθωσε την απαλάμη στον ώμο του:

— Μείνε, είπε· έχω τα θάρρη μου στο Θεό.

 

Πόσες ψυχές στον κόσμο λαχταρούν τη σωτηρία, και μόλις ακούσουν μια φωνή να τις καλνάει, πώς τρέχουν! Αγαθοί νοικοκυραίοι ή ξαδιάντροποι αλήτες, μια νύχτα, μέσα στη σιωπή, ακούν κάποιον να τους φωνάζει· αναστατωμένοι, πετιούνται απάνω· μεμιάς αλάκερη η ζωή τους ως τώρα τους φαίνεται μάταιη, χαμένη, πιασμένη στα ξόβεργα του Πονηρού- και πέφτουν στα πόδια εκείνου που τους φωνάζει:

— Πάρε με, του λεν, σώσε με, εσένα περίμενα!

Δεν περνούσε μέρα χωρίς κάποιος να ξεπροβάλλει ανάμεσα από τα δέντρα της Πορτσιούνκολας και να πέφτει στα πόδια του Φραγκίσκου:

— Πάρε με, σώσε με, εσένα περίμενα! του λεν, πετούν τα ρούχα που φορούν, βάζουν το ράσο.

Ήρθε μια μέρα ένας αγαθός χωριάτης καλοθρεμμένος, ανοιχτόκαρδος, ως τριάντα χρονών κρατούσε ένα λαγήνι κι απάνω στο λαγήνι είχε ζωγραφίσει τις εφτά θανάσιμες αμαρτίες κι από κάτω τα ονόματά τους: Αλαζονεία, Φιλαργυρία, Φθόνος, Πορνεία, Λαιμαργία, Οργή, Τεμπελιά. Έπεσε στα πόδια του Φραγκίσκου:

Αδερφέ μου, είπε, πατέρα μου, άκουσε με: ήμουν ήσυχος στο χωριό μου, έσκαβα, κλάδευα, τρυγούσα το αμπέλι μου, ζούσα· γυναίκα δεν είχα, μήτε παιδιά, μήτε σκοτούρες· έτσι θαρρούσα· μα όταν άκουσα τη φωνή σου, κατάλαβα πως ήμουν δυστυχισμένος· κοίταξα την καρδιά μου, που τη θαρρούσα αθώα, κι είδα μέσα της — κι οι εφτά θανάσιμες αμαρτίες. Πήρα λοιπόν το λαγήνι ετούτο, τις ζωγράφισα απάνω, έβαλα και τ’ όνομά τους, και τώρα, να, το συντρίβω ομπρός στα πόδια σου· κι ας πάνε στο ανάθεμα κι οι εφτά!

Του 'δωκε μια στις πέτρες, γίνηκε κομμάτια.

— Όμοια να σπάσει κι η καρδιά μου και να χυθούν στις πέτρες οι θανάσιμες αμαρτίες!

Ο Φραγκίσκος του χάδεψε τρυφερά το κεφάλι:

— Πώς σε λένε, αδερφέ μου;

— Κέδρο.

— Ο Θεός να δώσει, Κέδρο μου, απάνω στα κλώνια σου να χτίσουν φωλιές χιλιάδες ψυχές!

 

VII

 

Κάθουνται ο Αδάμ κι η Εύα στην παράδεισο και κουβεντιάζουν: «Ν' ανοίγαμε την πόρτα να φύγουμε! — Πού να πάμε, αγαπημένη; — Ν' ανοίγαμε την πόρτα να φύγουμε! — Έξω είναι η αρρώστια, ο πόνος, ο θάνατος! — Ν’ ανοίγαμε την πόρτα να φύγουμε!»

Μέσα μου, συχώρεσε με, Θεέ μου, ένιωθα τις δυο ετούτες φωνές. Άκουγα το Φραγκίσκο, κι η ψυχή μου ήταν στην Παράδεισο· ξεχνούσα την πείνα, τη γύμνια, τον κόσμο· και ξάφνου, μια αντάρτισσα φωνή: «Φεύγα!»

Μια μέρα, με πρόφτασε ο Φραγκίσκος να κλαίω. Έσκυψε:

— Φράτε Λεόνε, είπε και με κούνησε από τον ώμο, φράτε Λεόνε, γιατί κλαις;

— Θυμήθηκα, αδερφέ Φραγκίσκο, θυμήθηκα.

— Τι θυμήθηκες;

— Ένα πρωί που σήκωσα το χέρι στη συκιά μου κι έκοψα ένα σύκο…

— Τίποτ' άλλο;

— Τίποτ' άλλο, αδερφέ Φραγκίσκο· και γι' αυτό κλαίω.

— Ο Φραγκίσκος κάθισε κατάχαμα δίπλα μου, μου 'πιασε το χέρι.

— Φράτε Λεόνε, άκου ένα λόγο που θα σου πω· μα μην τον πεις κανενός.

— Ακούω, αδερφέ Φραγκίσκο, είπε — κι όπως μου κρατούσε το χέρι νογούσα τη ζεστασιά του κορμιού του, όχι του κορμιού του, της ψυχής του, να ζεσταίνει την ψυχή μου.

Κι ως τον έβλεπα να σωπαίνει:

— Ακούω, αδερφέ Φραγκίσκο, ξανάπα.

Άφηκε το χέρι μου, σηκώθηκε· η φωνή του ξαφνικά βγήκε από το λαρύγγι του πνιμένη:

— Κάθεται η Αρετή, φράτε Λεόνε, ολομόναχη στην κορφή ενός έρημου βράχου· κάθεται, και περνούν από το νου της όλες οι απαγορεμένες χαρές που δε γεύτηκε, και κλαίει.

Είπε, και τράβηξε σκυφτός και χάθηκε μέσα στα δέντρα.

 

Έχουν να πουν, αν κάπου πέσει μια στάλα μέλι, την οσμίζουνται στον αέρα και τρέχουν ολούθε οι μέλισσες να τη γευτούν όμοια οσμίστηκαν οι ψυχές τη στάλα το μέλι, την ψυχή του Φραγκίσκου, κι άρχισαν να κυκλώνουν την Πορτσιούνκολα. Και να, την ώρα που βασίλευε ο ήλιος, καταφτάνει σήμερα ο παλιός μας φίλος ο Ρουφίνος, που μας πρωτόδωκε το ράσο που φορούμε. «Έρχεται χειμώνας, μας είπε τότε και γέλασε, έρχεται χειμώνας, δε φτάνει ο Θεός να σας ζεστάνει, χρειάζεται και ρούχο ζεστό!» και μας έδωκε, του Φραγκίσκου και μένα, το εργατικό ράσο που φοράμε και σαντάλια κι ένα ραβδί.

Τον είδε τώρα ο Φραγκίσκος και γέλασε:

— Ε παλιέ φίλε, του φώναξε, καθώς βλέπω, δε φτάνει το ρούχο το ζεστό, χρειάζεται κι ο Θεός.

Ο Ρουφίνος χαμήλωσε τα μάτια:

— Συχώρεσε με, αδερφέ Φραγκίσκο, ήμουν τότε τυφλός· τι θα πει τυφλός; έβλεπα μονάχα τον κόσμο τον ορατό· τι κρύβουνταν πίσω, δεν το έβλεπα. Μα όταν κόπιασες και στάθηκες μια στιγμή στο σπίτι μου, ο αγέρας του σπιτιού μου άλλαξε· γέμισε μαυλιστικές φωνές και καλέσματα και χέρια που μ' έσπρωχναν να φύγω· και μια μέρα, δεν μπόρεσα πια ν' αντισταθώ, αφήκα ανοιχτή την πόρτα του σπιτιού μου, πέταξα τα κλειδιά στο ποτάμι κι ήρθα.

— Δύσκολη η ζωή μας, δύσκολη πολύ, φίλε ακριβέ, πώς θα τη βαστάξεις; Αλίμονο σε όποιον συνήθισε το καλό φαΐ, το μαλακό ρούχο, τη ζεστασιά της γυναίκας!

— Μα και τρισαλίμονο, αδερφέ Φραγκίσκο, σε όποιον δεν μπόρεσε να ξεσυνηθίσει το καλό φαΐ, το μαλακό ρούχο και τη ζεστασιά της γυναίκας· μη με καταφρονάς, αδερφέ Φραγκίσκο, πάρε με!

— Κι ύστερα είναι και τούτο, φίλε μου Ρουφίνο· πήγες, θαρρώ, κι ελόγου σου στη σοφή Μπολόνια, γέμισε το μυαλό σου ρωτήματα. Εμείς εδώ δε ρωτούμε, μπήκαμε πια στη βεβαιότητα. Μπορείς να βαστάξεις την πείνα, τη γύμνια, την αγνότητα· μα μπορεί ο νους σου, χωρίς να σηκώσει αντάρτισσα παντιγέρα, να βαστάξει τη βεβαιότητα τη δικιά μας; Αυτός είναι ο πιο μεγάλος πειρασμός για τον άμοιρο, που κάθισε κάτω από το δέντρο της μάθησης κι ήρθε το Φίδι και του άγλειψε τ' αυτιά, τα μάτια και το στόμα. Ο Ρουφίνος σώπαινε.

— Λοιπόν; ρώτησε ο Φραγκίσκος που κοίταζε το φίλο του με συμπόνια.  Μπορείς;

— Αδερφέ Φραγκίσκο, είπε σιγά, απελπισμένα, αδερφέ Φραγκίσκο, δεν μπορώ!

Ο Φραγκίσκος πετάχτηκε απάνω, τον άρπαξε στην αγκαλιά του:

— Μπορείς! Μπορείς! Είχες το κουράγιο κι είπες: «Δεν μπορώ!», το λοιπόν θα μπορέσεις. Πιο κοντά στο Θεό είναι η καρδιά, λοιπόν παράτα το νου, αυτήν ακλούθα· αυτή μονάχα κατέχει το δρόμο της Παράδεισος. Και τώρα γδύσου, βάλε το ράσο· θυμάμαι το μαντύα που μας έδωκες, του βοσκού σου; Στ' αχνάρια του κόψαμε τα ράσα μας· έχουν το χρώμα του χωμάτου· αδερφέ Ρουφίνο, ντύσου το χώμα!

 

Μιαν άλλη μέρα είδε ο Φραγκίσκος σ' ένα χωριό ένα ομορφονιό με σπαθί, με σπιρούνια, με φτερά στο κεφάλι, ντυμένο στο βελούδο· νιολουσμένα τα κατσαρά του μαλλιά μύριζαν μοσκοσάπουνο.

— Ε, ε, φώναξε ο Φραγκίσκος, δε βαρέθηκες, ομορφονιέ μου, να στολίζεσαι και να στρίβεις το μουστάκι; Καιρός σου να ζωστείς το σκοινί, να βάλεις κουκούλα στο κεφάλι και να περπατάς ξυπόλυτος στις λάσπες· έλα μαζί μου και θα σε χειροτονήσω εγώ ιππότη του Θεού.

Ο ομορφονιός χάδεψε το μουστάκι του, κοίταξε τον κουρελή που του μιλούσε και γέλασε.

— Περίμενε να μου στρίψει το μυαλό, αποκρίθηκε, και τότε θα 'ρθω.

Δεν πέρασαν τρεις μέρες, και να τος στην Πουρτσιούνκολα· ζαλισμένος σαν το πουλί που το μαυλίζει το φίδι, ήρθε ο Άγγελος Ταγκρέδι κι έπεσε στα δίχτυα του Θεού.

— Ήρθα, είπε.

Γονάτισε, φίλησε το χέρι του Φραγκίσκου.

— Ήρθα· βαρέθηκα να ντύνουμαι, να στολίζουμαι και να στρίβω το μουστάκι μου· πάρε με!

Μα το τρανό δαγκανιάρικο σκυλόψαρο, που έπεσε στα δίχτυα του Θεού, ξεπρόβαλε ύστερα από κάμποσες μέρες. Καθόμασταν, ο Φραγκίσκος κι εγώ, στο κατώφλι της Πορτσιούνκολας, δεν είχε ακόμα βασιλέψει ο ήλιος κι οι αδερφοί δεν είχαν γυρίσει από τη ζητιανιά· ο Βερνάρδος μονάχα είχε απομείνει· σε λίγο πρόβαλε κι αυτός, έπεσε στα πόδια του Φραγκίσκου και του ζήτησε συχώρεση, έτσι έκανε κάθε που πήγαινε να προσευχηθεί, γιατί δεν ήξερε αν θα βγει από την προσευκή ζωντανός.

Ο Φραγκίσκος, βυθισμένος στους στοχασμούς του, δε μιλούσε· κοίταζε τα χέρια του, τα πόδια του, αναστέναξε.

— Φράτε Λεόνε, μου 'πε ύστερα από μεγάλη σιωπή, όταν συλλογίζουμαι τα Πάθη του Χριστού, τα καύκαλα των ποδιών μου πονούν να τρυπήσουν, οι φούχτες των χεριών μου πονούν να τρυπήσουν… Μα πού 'ναι τα καρφιά; πού τα αίματα; πού ο σταυρός; Θυμούμαι μια Μεγάλη Παρασκευή, στην αυλή του Άι·Ρουφίνου, οι θεατρίνοι που γύριζαν τις μέρες εκείνες και παίζαν τα Πάθη είχαν έρθει και στην Ασίζη· αυτός, που παρίστανε το Χριστό, κουβάλησε το σταυρό αγκομαχώντας κι έκαναν πως τον σταύρωναν και του 'χυσαν κόκκινες μπογιές στα πόδια και τα χέρια, τάχα πως ήταν αίματα κι έτρεχαν. Κι έσυρε σπαραχτικιά φωνή, που με πήραν τα κλάματα: «Ηλί Ηλί, λαμά σαβαχθανί;» Μούγκρισε ο λαός, σκλήριξαν οι γυναίκες και σήκωσαν θρήνο, τέλεψε η παράσταση. Ο θεατρίνος ήρθε σπίτι μας, όπου του 'χε στρώσει τραπέζι η μάνα μου, και χωράτευε και γελούσε και του 'φεραν χλιό νερό να πλύνει τις μπογιές. Εγώ 'μουν μικρός, δεν καταλάβαινα. «Δε σταυρώθηκες;» τον ρώτησα. Κι αυτός γέλασε: «Όχι, παιδάκι μου· όλα αυτά ήταν παράσταση, κατάλαβες; Παιχνίδι· έκαμα πως σταυρώθηκα.» Κατακοκκίνισα από το θυμό μου: «Είσαι ψεύτης, το λοιπόν;» του φώναξα. Μα η μάνα μου με πήρε στα γόνατα της. «Σώπα, παιδί μου, είσαι μικρός ακόμα, δεν καταλαβαίνεις.» Μα τώρα μεγάλωσα, μεγάλωσα, φράτε Λεόνε, μεγάλωσα και καταλαβαίνω· δε σταυρώνουμαι, συλλογιέμαι τη σταύρωση· μπας κι είμαστε κι εμείς, φράτε Λεόνε, θεατρίνοι;

Αναστέναξε:

— Κοίτα τα χέρια μου, είπε, κοίτα τα πόδια μου, που 'ναι τα καρφιά; παιχνίδι είναι, το λοιπόν, όλη ετούτη η αγωνία;

Τη στιγμή εκείνη πρόβαλε μέσα από τα δέντρα ένας θεόρατος άντρακλας, ως τριάντα χρονών, γεροδεμένος, με μακριά λιονταρίσια χαίτη, με θολωτό μέτωπο, ξεσκούφωτος, βαριοπατώντας τη γης. Στάθηκε μπροστά από το Φραγκίσκο, έβαλε το χέρι στην καρδιά, χαιρέτησε:

— Ζητώ το Φραγκίσκο από την Ασίζη, που μαζεύει αδερφούς για να κάνει τάγμα. Είμαι ο Ηλίας Μπομπαρόνε από την Κορτόνα· τέλεψα το Πανεπιστήμιο της Μπολόνιας, μα δε με χωρούν τα βιβλία, θέλω να καταπιαστώ με μια μεγάλη πράξη.

— Εγώ 'μαι αυτός που ζητάς, φίλε μου, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος· δε μαζεύω αδερφούς για να κάμω τάγμα, παρά για ν' αγωνιστούμε όλοι μαζί να σώσουμε την ψυχή μας. Είμαστε αγράμματοι, απλοί, τι γυρεύεις ανάμεσα μας, εσύ ο γραμματισμένος;

— Θέλω κι εγώ, αδερφέ Φραγκίσκο, να σώσω την ψυχή μου, με τα γράμματα δε σώζεται· έμαθα πολλά για τη ζωή σου και μου άρεσαν· καμιά φορά ο απλός κι αγράμματος βρίσκει, ακολουθώντας την καρδιά του, ό,τι ο νους δε θα μπορούσε ποτέ του να βρει. Όμως χρειάζεται κι ο νους, αδερφέ Φραγκίσκο, δώρο κι αυτός του Θεού, και το χάρισε στο πιο αγαπημένο Του πλάσμα, στον άνθρωπο. Ποιος είναι ο τέλειος άνθρωπος; Αυτός που σμίγει αρμονικά την καρδιά και το νου· ποιο 'ναι το τέλειο τάγμα; αυτό που βάζει θεμέλιο του την καρδιά κι αφήνει το νου απάνω της να χτίσει.

— Περίσσια όμορφα μιλάς, φίλε ξαφνικέ, περίσσια πιτήδεια κλώθει το μυαλό σου, σε φοβούμαι· παρακαλώ σε, ζήτησε άλλου τη σωτηρία.

— Δεν έχεις το δικαίωμα, αδερφέ Φραγκίσκο, να διώξεις μιαν ψυχή που θέλει να μπει κι αυτή στο δρόμο της σωτηρίας που άνοιξες. Για ποιους τον άνοιξες; για τους αγράμματους μονάχα; Μα οι γραμματισμένοι, το λες και μονάχος σου, έχουν μεγαλύτερη ανάγκη να σωθούνε· τους γραμματισμένους τους παραστρατίζει ο νους, που πολλά θέλει, πολλούς δρόμους ανοίγει και δεν ξέρει ποιόν να πάρει. Έχω εμπιστοσύνη, αδερφέ Φραγκίσκο, στο δρόμο που άνοιξες.

Ο Φραγκίσκος σκάλιζε με το πόδι του τη γης, σώπαινε· ο Ηλίας, χωρίς να του ζητήσει την άδεια, κάθισε δίπλα του στο κατώφλι.

— Τι μοναξιά, μουρμούρισε, τι γαλήνη!

Ο ήλιος βασίλευε, ρόδισαν οι κορμοί των δέντρων τα πουλιά γύριζαν στις φωλιές τους, οι αδερφοί γύριζαν από τη ζητιανιά, ο Κέδρος κουκούβισε στο τζάκι κι άναψε φωτιά να μαγερέψει· από τη μέρα που ήρθε, αυτός ήταν ο μάγεράς μας. Ο Βερνάρδος ξεπρόβαλε κι αυτός από τα δέντρα, βγήκε και σήμερα ζωντανός από την προσευκή, μα τα μάτια του είχαν βουλιάξει· περπατούσε σαν τυφλός· μας κοίταζε, δε μας είδε, μπήκε μέσα.

— Τι μοναξιά, τι γαλήνη! μουρμούρισε πάλι ο Ηλίας κοιτάζοντας τον ήλιο να βασιλεύει.

Ο Φραγκίσκος στράφηκε και κοίταξε τον καινούριο μουσαφίρη· ένιωθα, μέγα πάλεμα γίνουνταν μέσα του, λες και ψυχανεμίζουνταν πως ο βαρύς ετούτος άντρακλας θ' αναστάτωνε το ήσυχο αδερφάτο.

Πολλή ώρα σιωπή· άξαφνα ο Κέδρος ανασηκώθηκε από τη φωτιά· χτύπησε τα παλαμάκια:

— Αδερφοί, φώναξε, οι φακές έβρασαν, κοπιάστε να φάμε· στ' όνομα του Θεού!

Ο Φραγκίσκος σηκώθηκε· έδωκε το χέρι του στο νιοφερμένο.

— Αδερφέ Ηλία, είπε, καλώς μας ήρθες. Τον πήρε από το χέρι, τον έμπασε μέσα.

— Αδερφοί, είπε, καινούρια δύναμη μάς έπεψε ο Θεός, καινούριο αδερφό — τον Ηλία Μπομπαρόνε, από την Κορτόνα· σηκωθείτε, χαιρετήστε τον.

Μπήκαμε μέσα, διπλογονατίσαμε όλοι χάμω, ο Φραγκίσκος πλάι στο τζάκι. Έφερε ο Κέδρος, μοίρασε το φαΐ, αρχίσαμε και τρώγαμε με όρεξη· πεινούσαμε· άξαφνα ο Φραγκίσκος παράτησε το κουτάλι του:

— Αδερφοί μου, είπε, περίσσια νόστιμες είναι ετούτες οι φακές, περίσσια χαίρεται η σάρκα, αμαρτία μεγάλη· θα ρίξω μέσα μια φούχτα στάχτη.

Είπε, πήρε μια φούχτα στάχτη από το τζάκι, την έριξε στο πιάτο του κι άρχισε πάλι να τρώει.

— Με συμπαθάτε, αδερφοί μου, είπε, δεν είμαι καλύτερος από σας, όχι· μα η σάρκα μου είναι πιο αμαρτωλή, δεν πρέπει να την αφήσω να σηκώσει κεφάλι.

— Γιατί να φοβούμαστε τόσο τη σάρκα, αδερφέ Φραγκίσκο; ρώτησε ο Ηλίας· δεν έχουμε το λοιπόν εμπιστοσύνη στη δύναμή μας;

— Όχι, δεν έχουμε, αδερφέ Ηλία! αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος κι έριξε ακόμα μια φούχτα στάχτη στις φακές του.

— Πληθαίνουν τα στόματα που κηρύχνουν το λόγο του Θεού, μου 'πε την άλλη μέρα ο Φραγκίσκος χαρούμενος.

— Πληθαίνουν τα στόματα που θέλουν να φάνε, αδερφέ Φραγκίσκο, του αποκρίθηκα· πώς θα τα θρέψεις;

Κι αλήθεια, ο λαός της Ασίζης είχε αρχίσει να μουρμουρίζει· βαριέστησε να θρέφει τόσους ζητιάνους του Θεού· ένα πρωί ο Δεσπότης μήνυσε του Φραγκίσκου να πάει, λέει, να του μιλήσει. Έκαμε ο Φραγκίσκος το σταυρό του, είμαι στους ορισμούς του, αποκρίθηκε, και στράφηκε σε μένα:

— Φράτε Λεόνε, είπε, ψυχανεμίζουμαι πως ο Δεσπότης θέλει να με μαλώσει· έλα μαζί μου.

Ο Δεσπότης κάθουνταν στην πολυθρόνα του, ξεκούκιζε το μαύρο κομπολόι του κι ήταν βυθισμένος στις έγνοιες της γης και τ' ουρανού. Χρέος του να μοιράζει την ψυχή του σε δύο: ήταν βοσκός ανθρώπων κι ανάγκη να 'χει το μάτι στυλωμένο στα πρόβατα που του μπιστεύτηκε ο Θεός· η ψώρα είναι κολλητικιά κι έπρεπε να 'χει το νου του, αν αρρωστήσει ένα πρόβατο να μην κολλήσουν όλα τ' άλλα· μα και συνάμα έπρεπε να νοιάζεται και την ψυχή του· ήταν μαθές κι αυτός ένα από τα πρόβατα του Θεού κι είχε χρέος ν' ακολουθάει το Μεγάλο Βοσκό.

Ως είδε το Φραγκίσκο, έκαμε να κατσουφιάσει μα δεν μπόρεσε· αγαπούσε πολύ τον άγιο αυτόν αντάρτη που παράτησε ό,τι ο άνθρωπος στον κόσμο ετούτον αγαπάει κι αγκάλιασε ό,τι ο άνθρωπος στον κόσμο ετούτον μισεί και φοβάται — την ερημιά και τη φτώχεια· νίκησε ακόμα και την καταφρόνεση των ανθρώπων και γύριζε ξυπόλυτος κηρύχνοντας την αγάπη.

Άπλωσε το παχουλό δεσποτικό του χέρι κι ο Φραγκίσκος γονάτισε και το φίλησε· κι ύστερα στάθηκε, σταυρό τα χέρια, και περίμενε.

— Έχω να σε μαλώσω, γιε μου Φραγκίσκο, είπε ο Δεσπότης και πολέμησε να κάμει αυστηρή τη φωνή του· ακούω πολλά για σένα, όλα καλά, ένα μονάχα δε μου αρέσει.

— Να το ακούσω, Δέσποτα μου, κι αν είναι από Θεού να γίνει το θέλημα σου, θα γίνει· ακριβή θυγατέρα του Θεού είναι η άγια Υπακοή.

Ο Δεσπότης έβηξε, κοντοκρατήθηκε να κλώσει μέσα του τι να πει, πώς να το πει, να μην αγριέψει το Φραγκίσκο.

— Πληθαίνουν οι πιστοί που σε ακολουθούν, Φραγκίσκο, είπε τέλος, μαθαίνω, κάθε μέρα, και ξεχύνουνται στην πόλη ετούτη και στα χωριά, χτυπούν τις πόρτες και ζητιανεύουν.

Δεν είναι αυτό σωστό! Φτωχοί άνθρωποι είναι όλοι εδώ, ως πότε θα τους περισσεύει ένα κομμάτι ψωμί να σας το δίνουν;

Ο Φραγκίσκος χαμήλωσε το κεφάλι, δεν αποκρίθηκε· ο Δεσπότης άπλωσε το χέρι, το απίθωσε βαριά απάνω στο Βαγγέλιο που ήταν δίπλα του ανοιχτό.

— Κι έπειτα ξεχνάς, είπε με θυμωμένη τώρα φωνή, τι λέει το Βαγγέλιο; Όποιος δεν εργάζεται, δεν πρέπει και να τρώει.

— Προσευχόμαστε, κηρύχνουμε, δουλειά είναι κι αυτή, μουρμούρισε ο Φραγκίσκος, μα ο Δεσπότης δεν άκουσε — εξακολούθησε:

— Έχω, το λοιπόν, σα Δεσπότης και σαν πατέρας που σε αγαπάει, δυο χάρες να σου ζητήσω: Να βάζεις όλους, όσους έρχουνται μαζί σου, να δουλεύουν, να μην περιμένουν να ζουν από τον ίδρωτα των άλλων κι ύστερα, ετούτο: να κρατάτε μιαν υστερνή· να 'χετε ένα μικρό βιος, ένα χωράφι, ένα αμπέλι, ένα λιόφυτο, να δουλεύετε και να σοδειάζετε ό,τι ο Θεός την πάσα χρονιά χαρίζει στους ξωμάχους. Δε λέω να δουλεύετε για να πλουτίσετε, Θεός φυλάξοι! μα να δουλεύετε για να μην είστε βάρος στους αδερφούς που έχουν σπίτια και παιδιά και δεν τους περισσεύει, και να θεν, να ελεούν τους ζητιάνους. Η απόλυτη φτώχεια, παιδί μου, είναι ενάντια στο Θεό και στους ανθρώπους. Αυτά ήθελα να σου πω, γι' αυτό σε φώναξα· και τώρα ζύγιασε καλά τα όσα άκουσες κι αποκρίσου.

Έκλεισε τα μάτια ο Δεσπότης, ακούμπησε αναγερτό το κεφάλι στην πολυθρόνα, κουράστηκε να μιλάει, το κομπολόι γλίστρηξε από τα χέρια του, έσκυψα και του το 'δωκα. Τα χέρια του ήταν άσπρα, μαλακά και μύριζαν μοσκολίβανο.

Σήκωσε ο Φραγκίσκος το κεφάλι:

— Δέσποτα μου, με την άδεια σου, θα μιλήσω.

— Σε ακούω, γιε μου Φραγκίσκο, μίλα λεύτερα.

— Μια νύχτα που έκλαιγα και παρακαλούσα το Θεό να φωτίσει το νου μου να πάρω μιαν απόφαση: να 'χουμε, να μην έχουμε κι εμείς ένα χωραφάκι, ένα σπιτάκι, ένα πουγγί με λιγοστή μονέδα, για ώρα ανάγκης, ένα πράμα που να του λέμε: «Είσαι δικό μου!», ο Θεός μου αποκρίθηκε: «Φραγκίσκο, Φραγκίσκο, όποιος έχει σπίτι, γίνεται πόρτα και παράθυρο, όποιος έχει χωράφι, γίνεται χώμα, κι όποιος έχει ένα χρυσό δαχτυλιδακι, το δαχτυλιδάκι γίνεται θελιά, τον αρπάχνει από το λαιμό και τον πνίγει!» Αυτά μου 'πε ο Θεός, Δέσποτα μου!

Ο Δεσπότης κοκκίνισε· έκαμε ν' αποκριθεί, μα τα λόγια μπερδεύτηκαν στο φαφούτικο στόμα του, οι φλέβες του λαιμού του φούσκωσαν· ένα παπαδόπουλο, που στέκουνταν με σταυρωμένα τα χέρια στη γωνιά, έτρεξε και του 'φερε ένα ποτήρι νερό. Συνήφερε ο Δεσπότης, στράφηκε στο Φραγκίσκο:

— Ποιος σε βεβαιώνει πως ήταν ο Θεός που σου μίλησε; Συχνά, όταν προσευχόμαστε, ακούμε τη φωνή μας και θαρρούμε πως είναι η φωνή του Θεού· συχνά ο πειρασμός παίρνει το πρόσωπο και τη φωνή του Θεού κι έρχεται και παραστρατίζει τις ψυχές μας. Μπορείς να μου πεις, με το χέρι στο Βαγγέλιο, ποια από τα λόγια που ακούς στην προσευκή σου είναι του Φραγκίσκου και ποια του Θεού;

Ο Φραγκίσκος χλώμιασε· τα χείλια του άρχισαν να τρέμουν.

— Όχι» δεν μπορώ… μουρμούρισε.

Τα γόνατα του λύγισαν κι ήσυχα σωριάστηκε χάμω.

— Δέσποτα μου, με την άδεια σου, άφησε με ν' αρχίσω το θρήνο… Τα λόγια σου μαχαίρια και μπήκαν στην καρδιά μου· πώς το λοιπόν πια να ξεχωρίσω το Θεό από το Φραγκίσκο, το Φραγκίσκο από το Σατανά;

Έκρυψε το πρόσωπο του με τις απαλάμες, ξέσπασε σε θρήνο.

Ο Δεσπότης τον λυπήθηκε, έσκυψε από την πολυθρόνα του, τον πήρε από τις αμασκάλες, τον ανασήκωσε:

— Παιδί μου, είπε στο παπαδόπουλο, φέρε ένα ποτήρι κρασί στο μουσαφίρη μας· φέρε τρία ποτήρια κρασί, να πιούμε όλοι στην υγειά του.

Ο Φραγκίσκος είχε σωριαστεί τώρα σ' ένα σκαμνί και σκούπιζε τα δάκρυα από τα μάγουλα του κι από τα γένια.

— Συμπάθα με, Δέσποτά μου, είπε, δεν αντέχω.

Έφερε το παπαδόπουλο σ' ένα ξύλινο δίσκο τα τρία ποτηράκια το κρασί. Σήκωσε ο Δεσπότης το ποτήρι του.

— Ιερό ποτό 'ναι το κρασί, παιδιά μου, είπε· μπορεί να γίνει, με την ευλογία του ιερέα, αίμα του Χριστού· πίνω στην υγειά σου, Φραγκίσκο, πήγαινε στην ευκή του Θεού· δε θέλω να μου δώσεις τώρα ευτύς απόκριση· στοχάσου τα λόγια που είπαμε, στοχάσου τα καλά κι έρχεσαι και μου λες τι απόφαση πήρες. Καλή 'ναι η φτώχεια, μα ως ένα σύνορο· καλός ο πλούτος, μα ως ένα σύνορο· όλα, όλα με το μέτρο· κι η καλοσύνη ακόμα, κι η ευλάβεια, κι η καταφρόνεση για τ' αγαθά του κόσμου. Όσα ξεπερνούν το μέτρο, παιδί μου, κίντυνος εωσφορικός, έχε το νου σου! Άε στο καλό!

Ο Φραγκίσκος έκανε να σκύψει, να φιλήσει πάλι το χέρι του Δεσπότη και να φύγει, μα ανακρατήθηκε· μια φωνή μέσα του σηκώθηκε: «Μη φύγεις! Μην τον φοβάσαι, δώσ' του απόκριση!»

— Δέσποτα μου, είπε, μια φωνή σηκώθηκε μέσα μου, δε με αφήνει να φύγω.

— Μια φωνή, παιδί μου; Μπας κι είναι του αντάρτη του Σατανά; Τι λέει;

— Χαίρεται ο διάβολος όταν βλέπει τους ανθρώπους να φοβούνται τη φτώχεια· να μην έχεις τίποτα, τίποτα, να ο δρόμος να φτάσεις στο Θεό· δρόμο άλλο δεν έχει.

Ο Δεσπότης τώρα αγρίεψε· χτύπησε τη γροθιά του στο Βαγγέλιο:

— Χαίρεται ο διάβολος όταν σε βλέπει, Φραγκίσκο, να μου αντιστέκεσαι· μη μιλάς άλλο, φεύγα· κι ο Θεός να σε λυπηθεί και ν' απλώσει απάνω σου το χέρι Του, να γιάνεις· είσαι άρρωστος.

Γονάτισε ο Φραγκίσκος, φίλησε το χέρι του Δεσπότη, φύγαμε.

 

Βγήκαμε από την Ασίζη, περάσαμε από τον Άι-Δαμιανό, ζυγώναμε στην Πορτσιούνκολα· σε όλο το δρόμο δε βγάλαμε άχνα· σ' ένα δισταύρι, ο Φραγκίσκος στάθηκε.

— Βαριά τα λόγια του Δεσπότη, είπε· θέλω να μείνω μοναχός, φράτε Λεόνε· θα πάρω ζερβά, κατά τον όχτο του ποταμού, ως το μικρό χωριουδάκι μέσα στο δάσο.

— Είναι αγριάνθρωποι εκεί, φοβούμαι, αδερφέ Φραγκίσκο, θα σε χτυπήσουν.

— Μα ίσια ίσια γι' αυτό πάω, αρνάκι του Θεού· δεν μπορώ πια να βαστάξω την καλοπέραση.

Γύρισα μονάχος στην Πορτσιούνκολα· δεν είχα όρεξη πια να βγω στη ζητιανιά· βαριά μου φαίνουνταν και μένα τα λόγια του Δεσπότη, βαριά, κι ο Θεός να με συχωρέσει, και σωστά. Ναι, όποιος δε δουλεύει, δεν πρέπει και να τρώει· πρέπει κι εμείς να ζευτούμε στη δουλειά και να τρώμε το ψωμί μας, κατά που το παραγγέλνει κι ο Θεός, με τον ίδρωτα του προσώπου μας.

Σωριάστηκα στο κατώφλι της Πορτσιούνκολας στενοχωρημένος. Περίμενα να βραδιάσει, να γυρίσουν οι αδερφοί, να γυρίσει κι ο Φραγκίσκος. Η καρδιά μου ήταν ανήσυχη· δεν έπρεπε να τον αφήσω μονάχο· αγριάνθρωποι ζουν στο χωριουδάκι όπου πήγαινε, αρνητές του Χριστού, μπορεί να τον χτυπήσουν.

Πετάχτηκα απάνω· δεν είχε ακόμα γείρει ο ήλιος, πήρα τον όχτο του ποταμού, έτρεχα· έφτασα στο αγριοχώρι, μπήκα, κανένας στους δρόμους· άκουγα μονάχα τα σκυλιά που γάβγιζαν, και μια χλαλοή, γέλια και φωνές· έτρεξα κατά τη βουή, και τι να δω; Άντρες, γυναίκες και παιδιά είχαν στριμώξει το Φραγκίσκο στο αφρόχειλο ενός πηγαδιού και τον είχαν στρώσει στις πέτρες· κι αυτός είχε σταυρό τα χέρια, έτρεχαν τα αίματα από το κεφάλι του και κάπου κάπου άνοιγε τα μπράτσα και μουρμούριζε:

— Ευχαριστώ, παιδιά μου, να 'στε καλά…

Και ξανάδενε σταυρό τα χέρια στο στήθος.

Τη στιγμή που χιμούσα να σταθώ μπροστά του να τον διαφεντέψω, ακούστηκε πίσω από το Φραγκίσκο άγριο βρουχητό κι όλοι στράφηκαν: ένας άντρακλας είχε αναμερίσει το τσούρμο κι είχε σηκώσει στις αγκάλες του σα μωρό το Φραγκίσκο. Έσκυψε απάνω του:

— Πού θες να σε πάω, κακόμοιρε Φραγκίσκο;

— Ποιος είσαι;

— Με λεν Μασέο, είμαι αγωγιάτης, όλος ο κόσμος με γνωρίζει· πού θες να σε πάω;

— Στην Πορτσιούνκολα, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος· κι εγώ 'μαι αγωγιάτης, αδερφέ Μασέο· παίρνω τους ανθρώπους από τη γης και τους πάω στον ουρανό.

Πήρε δρόμο ο Μασέο με το Φραγκίσκο στην αγκαλιά του· έτρεχα κι εγώ ξοπίσω τους· φτάσαμε, βασιλεμένος ο ήλιος, στην Πορτσιούνκολα. Κατέβασε ο Μασέο από τα μπράτσα του το Φραγκίσκο, κάθισαν κι οι δυο μαζί στο κατώφλι· σε μια γωνιά ο Βερνάρδος προσεύχουνταν, γύριζαν ο Κάπελας κι ο Άγγελος από τη ζητιανιά· γύριζαν ένας ένας οι αδερφοί, ξυπόλυτοι, πεινασμένοι, ζωσμένοι το κομποσκοίνι, κι έλαμπε το πρόσωπό τους ευτυχισμένο. Σιγά σιγά έπεφταν οι ίσκιοι, ησυχία, γλύκα, κελαηδούσαν τα πουλιά, αποχαιρετούσαν το φως, ο Αποσπερίτης σπαρταρούσε στον ουρανό. Ο Αιγίδιος, αμίλητος, κοίταζε· εγώ είχα πάρει νερό κι έπλενα τις πληγές του Φραγκίσκου· ο αδερφός Κέδρος έστηνε ξυλαράκια ανάμεσα σε δυο πέτρες κι άναβε φωτιά· κι ο σιορ Πέτρος μαζί με το Ρουφίνο είχαν μαζέψει στην ακροποταμιά δάφνες και στόλιζαν μέσα στην εκκλησιά το κόνισμα της Παναγίας των Αγγέλων.

— Απόψε έχουμε γάμο, είπε ξαφνικά ο Φραγκίσκος, θες να μπεις κουμπάρος, Μασέο;

Όλοι στραφήκαμε ξαφνιασμένοι· ο Κάπελας πετάχτηκε χαρούμενος· κρατούσε στα χέρια του το πράσινο βελουδένιο καπέλο και το ξεσκόνιζε.

— Γάμο, αδερφέ Φραγκίσκο; έκαμε· τι γάμο;

— Βρήκα στο δρόμο μια χήρα, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος χαμογελώντας, χρόνια τώρα γυρίζει ξυπόλυτη, κουρελού, πεινασμένη, και κανένας δεν της ανοίγει την πόρτα να την ελεήσει· εμείς θα της ανοίξουμε την πόρτα, αδερφοί μου.

— Για όνομα του Θεού, αδερφέ Φραγκίσκο, μίλα καλά· ποια χήρα; φώναξαν οι αδερφοί.

— Τη χήρα του Χριστού, αδερφοί μου· μη γουρλώνετε τα μάτια· τη χήρα του Χριστού, τη Φτώχεια. Για το χατίρι του πρώτου άντρός της, εγώ θα την πάρω γυναίκα.

Σηκώθηκε, κοιτάχτηκε:

— Είμαι ντυμένος γαμπρός, είπε· δεν έχω ν' αλλάξω τίποτα: το μπαλωμένο ράσο, το χοντρό κομποσκοίνι, τα λασπωμένα πόδια, η αδειανή κοιλιά, τίποτα δε μου λείπει. Τίποτα δε λείπει και στη νύφη· πάμε· έλα, κουμπάρε, να μας στεφανώσεις!

Μπήκε μπροστά ο Φραγκίσκος, πίσω του ο Μασέο, πίσω εμείς όλοι, γεμίσαμε την εκκλησία.

— Πού 'ναι ο παπα-Σίλβεστρος; έκαμε ο Φραγκίσκος και στράφηκε να τον βρει· να κοπιάσει να βλογήσει το γάμο.

— Πού 'ναι η νύφη; έκαμα εγώ· δεν τη βλέπω.

— Δεν τη βλέπεις, φράτε Λεόνε, μου αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος, δεν τη βλέπεις, γιατί έχεις τα μάτια σου ανοιχτά· κλείσε τα μάτια και θα τη δεις.

Γονάτισε ομπρός από την Αγία Τράπεζα, στράφηκε δεξά του:

— Αδερφή Φτώχεια, είπε με συγκινημένη φωνή, αδερφή Φτώχεια, ακριβή, σεβαστή, πολυαγαπημένη συντρόφισσα του Χριστού μας, που σε όλη Του τη ζωή στάθηκες πιστή Του, γενναία συναθλητίνα και συνοδοιπόρισσα ως τα πόδια του σταυρού Του, ως τον τάφο, απλώνω το χέρι, σε περμαζώνω από τους δρόμους, σε παίρνω γυναίκα μου. Δώσ' μου, κυρά μου, το χέρι σου!

Είπε κι άπλωσε το χέρι στον αέρα, δεξά του.

Όλοι είχαμε πέσει στα γόνατα, μπρος από την Αγία Τράπεζα, και κοιτάζαμε ξαφνιασμένοι κι ακούγαμε τον αλλόκοτο γαμπρό να μιλάει και ν' απλώνει το χέρι στην αόρατη νύφη.

Κι εγώ έκλεισα τα μάτια κι είδα πλάι στο Φραγκίσκο, δεξά του, μια χλωμή γυναίκα, θλιμμένη, ντυμένη με μαύρα κουρέλια, τρισεύγενη, σα χηρεμένη βασίλισσα. Κι έστεκε μπροστά του ο Μασέο κι απίθωνε στα κεφάλια τους δυο αγκάθινα στεφάνια. Κι ο παπα-Σίλβεστρος κρατούσε ένα κερί αναμμένο κι έψελνε τα θριαμβευτικά τροπάρια του γάμου.

Άνοιξα τα μάτια, είδα, έλαμπαν όλα τα πρόσωπα των αδερφών, τα μάτια τους πετούσαν άγιες φλόγες. Κι ολομεμιάς τιναχτήκαμε απάνω, πιάσαμε τα χέρια κι αρχίσαμε γύρα από το Φραγκίσκο και την αόρατη νύφη, αλλοπαρμένοι, να τραγουδούμε και να χορεύουμε. Τον αδερφό Βερνάρδο τον είχαν πάρει τα κλάματα, κι ο αδερφός Κάπελας είχε βγάλει το ξακουστό καπέλο του και το κουνούσε στον αέρα, κι ο Αιγίδιος δίπλα του χτυπούσε τα παλαμάκια. Ξεθαρρεύτηκε τότε κι ο Μασέο, έβγαλε από τον κόρφο του τη φλογέρα που έπαιζε τις νύχτες σαν οδοιπορούσε ολομόναχος, διπλογονάτισε μπροστά από το Φραγκίσκο κι άρχισε να παίζει εύθυμους τσοπανάκους σκοπούς. Σα μαντρί, όπου παντρεύεται ο βοσκός, αντιλαλούσε το ταπεινό ξωκλήσι. Κι η Παναγιά των Αγγέλων, ξαφνιασμένη κι αυτή, κοίταζε από το κονισμά της τον παράξενο γάμο και χαμογελούσε στο γιο της, θαρρείς και του 'λεγε: «Τρελάθηκαν οι φίλοι σου, παιδί μου, από την πολλή αγάπη· κοίτα τους: μεθούν χωρίς κρασί, γίνουνται γαμπροί χωρίς νύφη, χορταίνουν με την πείνα, πλουταίνουν με τη φτώχεια· περνούν τα σύνορα, παιδί μου, περνούν τα σύνορα του ανθρώπου· λίγο ακόμα και θα γίνουν άγγελοι. Και τούτος στη μέση, τον βλέπεις; είναι ο φίλος μας ο Φραγκίσκος, ο αγαπημένος καραγκιόζης του Θεού.»

Όταν βγήκαμε από την εκκλησιά, ο ουρανός ήταν γεμάτος άστρα· προχώρεσε ο Φραγκίσκος μέσα στο σκοτάδι, γύρευε ν' απομείνει μοναχός. Εμείς ξαπλώσαμε όλοι κάτω κι αφουκραζόμαστε τη νύχτα.

Δε μιλούσαμε· φέρναμε όλοι, ξαναφέρναμε στο νου τον παράξενο γάμο· στην αρχή, μερικοί αδερφοί παρά λίγο να τους πάρουν τα γέλια· μα σιγά σιγά μπαίναμε στο μυστικό νόημα· σιγά σιγά τα γέλια γίνηκαν κλάμα και το κλάμα ευδαιμονία. Έτσι θα κλαίνε στην Παράδεισο, συλλογίζουμουν, έτσι θα γελούν στην Παράδεισο, τέτοια θα 'ναι κι εκεί απάνω η ευδαιμονία. Για μια στιγμή είχε λυτρωθεί η ψυχή μας από το μυαλό κι από τη σάρκα και δεν είχε πια ανάγκη από ταπεινές χειροπιαστές αλήθειες· μια γλαροπούλα είχε γίνει η ψυχή μας, ακουμπούσε απάνω στο πέλαγο του Θεού κι ανέβαινε, κατέβαινε, ακολουθώντας το έλεος του.

Τη νύχτα εκείνη δε γύρισε ο Φραγκίσκος· ούτε την άλλη μέρα· η καρδιά μας ήταν ανήσυχη, μα δε μιλούσαμε· έπεσε το βράδυ, καθίσαμε όλοι έξω από την Πορτσιούνκολα, άπλωνε καθένας ομπρός σε όλους ό,τι είχε μαζέψει τη μέρα, να φάμε· έβαλα μιαν μπουκιά ψωμί στο στόμα μου μα ο λαιμός μου ήταν φραμένος· σηκώθηκα:

— Θα πάω να βρω τον αδερφό Φραγκίσκο, είπα κι έφυγα. Πήρα κατά την Ασίζη, ανέβηκα στο Σουμπάσιο, ψυχανεμίζουμουν θα τον έβρισκα μέσα στις σπηλιές που αγαπούσε· εκεί θα προσεύχουνταν. Το 'βλεπα, περνούσε πάλι μια δύσκολη στιγμή, καινούρια αγωνία θα του 'σκιζε το σπλάχνο· κι είχε ξεμοναχιάσει με το Θεό, να του ζητήσει βοήθεια κι έλεος.

Μεσάνυχτα έφτασα, μπήκα σε δυο τρεις σπηλιές, δεν ήταν μέσα· άξαφνα άκουσα κλάματα, ήσυχα, όλο παράπονο, σα μωρού παιδιού· ζύγωσα στη σπηλιά άπ' όπου έβγαινε ο θρήνος· μέσα στο σκοτάδι διέκρινα ένα πρόσωπο χλωμό και δυο χέρια σηκωμένα να σαλεύουν κράτησα την αναπνοή μου, αφουκράστηκα· μου φάνηκε, κάποιος μιλούσε· με κάποιον ο Φραγκίσκος μιλούσε.

— Θέλω ό,τι θες, φώναζε ο Φραγκίσκος, θέλω ό,τι θες, μα δεν μπορώ!

Κι ύστερα σιωπή· γρικούσα τ' αναφιλητά του Φραγκίσκου και τα χέρια του που χτυπούσαν το στήθος του· και πάλι η φωνή του Φραγκίσκου:

— Πώς μπορώ να σώσω άλλους, εγώ ο κολασμένος; Κανένας δεν ξέρει, μονάχα εσύ, Κύριε, τι κόλαση, τι σκοτάδι και λάσπη στα σωθικά μου!

Πάλι σιωπή· λες κι αφουκράζουνταν ο Φραγκίσκος την απόκριση.

Έκαμα να τραβηχτώ, να μην ακούω· μιλούσαν οι δυο τους, χωριατιά μεγάλη να παρακατσεύεις και να κρυφακούς τα μυστικά τους. Μα το 'πα, το ξαναλέω, είμαι χωριάτης· έπεσα πίστομα χάμω κι αφουκράζουμουν.

Ακούστηκε πάλι η φωνή του Φραγκίσκου, γιομάτη τώρα αγωνία.

— Μου συχωρνάς τις αμαρτίες μου; αυτό σε ρωτώ· μου συχωρνάς τις αμαρτίες μου; Αλλιώς, Κύριε, πώς να ξεκινήσω; Δεν έχω εμπιστοσύνη στη λάσπη που τη λεν Φραγκίσκο.

Ώρα πολλή δεν άκουγα τίποτα· μήτε φωνή μήτε κλάμα· μήτε ξέκρινα πια μέσα στο σκοτάδι τα χέρια να σαλεύουν.

Μα άξαφνα μια σπαραχτικιά φωνή του Φραγκίσκου:

— Πότε θα πεις: φτάνει; πότε; πότε;

Τινάχτηκε απάνω· ξημέρωνε· χλωμό, αβέβαιο φως σουρνουνταν κι άγλειφε το βράχο της σπηλιάς. Έκαμε ένα βήμα ο Φραγκίσκος, παραπάτησε, σκούντηξε το κεφάλι του στο βράχο, ξέκρινα τα αίματα που τινάχτηκαν από το κούτελο του. Έσυρα φωνή, πετάχτηκα απάνω:

— Αδερφέ Φραγκίσκο, μην τρομάξεις· εγώ 'μαι, ο φράτε Λεόνε!

Σήκωσε τα μάτια, με κοίταξε· έκαμε κάμποση ώρα να με δει· τέλος με είδε, με γνώρισε.

— Πάλευα, είπε σιγά, ξεπνεμένα, πάλευα· φράτε Λεόνε, κουράστηκα.

Βγήκαμε από τη σπηλιά· τον κρατούσα από το μπράτσο, να μην πέσει.

Το φως τώρα είχε πιάσει την κορφή του βουνού, κατέβαινε· ο κόσμος ξυπνούσε.   Ο Φραγκίσκος στάθηκε:

— Πού πάμε; είπε, πού με πας; Καλά είμαι εδώ. Κουράστηκα, κουράστηκα, φράτε Λεόνε.

Κοίταξε την κορφή του βουνού· το φως όλο κι έπιανε τις πλαγιές, κι οι πέτρες, τ' αγκάθια, τα χώματα ξυπνούσαν μια πέρδικα βροντοχτύπησε τα φτερά της, πέρασε από μπροστά μας και κακάρισε· ο Αυγερινός χόρευε στην ανατολή και γελούσε.

— Καλά είμαστε εδώ, είπε πάλι, πέρασε η νύχτα, πέρασε, δόξα σοι ο Θεός.

Αναστέναξε, κουκούβισε σε μιαν πέτρα, άπλωσε τα χέρια του στον ήλιο να ζεσταθούν.

Σήκωσε το κεφάλι, μου 'γνεψε να καθίσω δίπλα του· κοίταξε γύρα του, σα να φοβόταν μην ήταν κανένας και μας ακούσει.  Έβαλε το χέρι στο γόνατο μου.

— Φράτε Λεόνε, μου 'πε σιγά, το λαμπρότερο πρόσωπο της Ελπίδας είναι ο Θεός· το λαμπρότερο πρόσωπο της Απελπισίας είναι ο Θεός· ανάμεσα σε δυο γκρεμούς πετάει και σκουντουφλάει η ψυχή μας.

Δε μίλησα. Τι να πω; Ένιωθα πως ο Φραγκίσκος έρχουνταν από πολύ μακριά, κατέβηκε από πολύ άγριες κορφές, έφερνε από κει απάνω βαριά μηνύματα.

Και σε λίγο:

— Έχεις σιδερένια σαντάλια, φράτε Λεόνε; μου κάνει· αυτά πρέπει, πιστέ μου σύντροφε, να βάλεις· έχουμε πολύ, τραχύ δρόμο μπροστά μας, δυστυχισμένε!

— Έχω τα πόδια μου, αποκρίθηκα· πιο σιδερένια κι από το σίδερο· όπου με πας, θα με πάνε!

Ο Φραγκίσκος χαμογέλασε:

— Μην περσοκαυκιέσαι, φράτε Λεόνε, έρχουμαι από πολύ μακριά, είδα κι άκουσα πράματα φοβερά, άκουσε με: Αν ο τρόμος, φράτε Λεόνε, πουλιόταν στο παζάρι, αυτόν έπρεπε να πουλήσουμε ό,τι έχουμε και δεν έχουμε και να τον αγοράσουμε.

— Δεν καταλαβαίνω, μουρμούρισα.

— Καλύτερα, είπε ο Φραγκίσκος και σώπασε πάλι.

 

Το βουνό τώρα είχε ξεχειλίσει φως· μια τούφα αγριόσπαρτα μπροστά μας είχαν ανθίσει και μύριζαν· ένα συννεφάκι τριανταφυλλένιο αρμένιζε ήσυχα στον ουρανό κι αγάλια αγάλια έλιωνε κι αυτό μέσα στον ήλιο και χάνουνταν. Ένα μικρό πουλί, μ' ένα κόκκινο σκουφί στο κεφάλι, ήρθε και κάθισε αντίκρα μας σε μιαν πέτρα· κούνησε την ουρά του, γύρισε ολούθε το κεφάλι ανήσυχο, μας κοίταξε· κι ως μας είδε, θαρρείς και μας γνώρισε, πήρε κουράγιο, κίνησε, στην αρχή σιγά, περγελαχτά, να σφυρίζει, κι ύστερα σήκωσε αψηλά το λαιμό κι άρχισε να κελαηδάει. Κοίταζε τον ουρανό, το φως, τον ήλιο, φούσκωσε ο λαιμός του, μέθυσε· όλα αφανίστηκαν, αυτό μονάχα κι ο Θεός, ένα ραμφί που κελαηδούσε κι ο Θεός, είχαν απομείνει στον κόσμο.

Ο Φραγκίσκος έκλεισε τα μάτια κι αφουκράζουνταν στο πρόσωπό του είχε χυθεί άφραστη ταραχή κι αναγάλλιαση· το κατωχείλι του, κρεμάμενο, έτρεμε.

Άξαφνα το πουλί σώπασε, άνοιξε τις φτερούγες, αφανίστηκε. Ο Φραγκίσκος άνοιξε τα μάτια:

—Συχώρεσε με, Θεέ μου, μουρμούρισε· μια στιγμή ξεχάστηκα.

Σηκώθηκε ταραγμένος:

— Φράτε Λεόνε, πάμε! Πήραμε το δρόμο, Κατεβαίναμε:

— Αν η καρδιά σου, είπε, είναι ήσυχη κι αποφασισμένη, κι ακούσεις ένα μικρό πουλί να κελαηδάει, χάθηκες!

Στρίψαμε, να μην πέσουμε μέσα στην Ασίζη, φτάσαμε στην Πορτσιούνκολα.

Κανένας. Οι αδερφοί είχαν κατασκορπίσει, θα γύριζαν μονάχα το βράδυ.

— Φράτε Λεόνε, μου 'πε ο Φραγκίσκος, φέρε το καλαμάρι και το φτερό, γράφε.

Έφερα τα σύνεργα της γραφής, διπλογονάτισα αντίκρα του.

— Γράφε! με πρόσταξε ο Φραγκίσκος απλώνοντας το μπράτσο.

Σώπασε κάμποση ώρα, εγώ, με το φτερό στο χέρι, περίμενα.

— Γράφε: «Φτάνει πια· βαριέστησα! Βαριέστησα να περπατώ κάτω από ανθισμένα δέντρα· βαριέστησα να 'ρχουνται τα θεριά και να με αγλείφουν ν' ανοίγουν οι ποταμοί να περάσω· να διαβαίνω τις φλόγες και να μην καίγουμαι! Βαριέστησα. Εδώ να μείνω ακόμα, θα σαπίσω από σιγουράδα, τεμπελιά και καλοπέραση. Άνοιξε την πόρτα να φύγω! — Αδάμ, Αδάμ, πήλινο πλάσμα, μην αυθαδιάζεις! — Δεν είμαι άγγελος, δεν είμαι μαϊμού, είμαι άνθρωπος. Άνθρωπος, πάει να πει πολεμιστής, εργάτης, αντάρτης. Έξω ψυχανεμίζουμαι θεριά που δαγκάνουν, ποτάμια που πνίγουν, φωτιές που καίνε· θα βγω να πολεμήσω! Άνοιξε την πόρτα να φύγω!»

Σφούγγιξε ο Φραγκίσκος από το μέτωπό του τον ίδρωτα· κοίταξε γύρα του, μπας κι ήταν κανείς να τον ακούσει.

— Το 'γραψες;

— Το 'γραψα, αδερφέ Φραγκίσκο· μα συμπάθα με, δεν καταλαβαίνω τι θες να πεις.

— Δεν πειράζει· πάρε άλλο χαρτί, γράφε: «Έχει δίκιο ο Δεσπότης, πρέπει να τρώμε κι εμείς το ψωμί μας με τον ίδρωτα του προσώπου μας· να δουλεύουμε· αυτό 'ναι το θέλημα του Θεού· μα τη Φτώχεια την παντρευτήκαμε, δεν την παρατάμε, και να μας συμπαθάς, Δέσποτα μου.» Γράφε: «Κάθε αδερφός που ξέρει μιαν τέχνη πρέπει να δουλεύει, φτάνει η τέχνη αυτή να μην είναι ατιμωτική κι εμπόδιο για τη σωτηρία της ψυχής του. Για πλερωμή οι αδερφοί πρέπει να παίρνουν ό,τι τους είναι απαραίτητο για να ζήσουν, ποτέ χρήματα· πέτρες και σκύβαλα γι' αυτούς τα χρήματα· και αν δε φτάνει η τέχνη τους να τους θρέψει, να μην ντρέπουνται μα να χτυπούν τις πόρτες να ζητιανεύουν γιατί η ελεημοσύνη είναι νόμιμη υποχρέωση μας για τους φτωχούς· κι ο ίδιος ο Χριστός δεν ντράπηκε να 'ναι φτωχός και ξένος και να ζει από ελεημοσύνες.

»Το νου σας, αδερφοί, μη χάσουμε το μερίδιό μας από τον ουρανό για πράματα τόσο πρόσκαιρα κι ασήμαντα, όπως είναι τα γήινα αγαθά. Πρέπει να 'στε ταπεινοί και καλόκαρδοι και να χαίρεστε όταν βρίσκεστε ανάμεσα σε ανθρώπους ταπεινούς και καταφρονεμένους, σε φτωχούς, άρρωστους, λεπρούς και ζητιάνους.» Γράφε, φράτε Λεόνε: «Η Φτώχεια, η Υπακοή, η Παρθενιά, κι απάνω άπ' όλα η Αγάπη, οι μεγάλες μας συνοδοιπόρισσες· κι ένας πρέπει μέρα νύχτα να οδεύει μπροστά μας, και να 'χουμε τα μάτια μας καρφωμένα απάνω του, ο Χριστός. Πείνασε; να πεινάσουμε κι εμείς· πόνεσε; να πονέσουμε κι εμείς· σταυρώθηκε; να σταυρωθούμε κι εμείς· αναστήθηκε; θ' αναστηθούμε κι εμείς μια μέρα.»

Έγραφα, έγραφα, το χαρτί γέμισε, πήρε ο Φραγκίσκος το φτερό, έβαλε με χοντροκομμένα γράμματα στο τέλος τ' όνομά του: Φραγκίσκος, ο Φτωχούλης του Θεού.

— Αυτός είναι ο Κάνονάς μας, είπε· γράψε τώρα απανωχάρτι:  «Στον άγιο πατέρα, τον πάπα Ιννοκέντιο.»

Κοίταξα το Φραγκίσκο ξαφνιασμένος:

— Θα το πέψουμε στον πάπα, αδερφέ Φραγκίσκο;

— Όχι, φράτε Λεόνε· θα το πάμε εμείς οι δυο· τα πόδια σου δεν είναι σιδερένια; σιδερένια και μένα· θα πάμε λοιπόν στην άγια πόλη πεζοί, σα φτωχοί προσκυνητές, θα το δώσουμε με τα χέρια μας στον πάπα· κι αν θέλει, θα βάλει από κάτω τη βούλα του· αν δε θέλει, ο Θεός μου 'χει δώσει το λόγο του, θα βάλει Αυτός τη βούλα Του.

— Πότε φεύγουμε;

— Απόψε.

— Τόσο γρήγορα, αδερφέ Φραγκίσκο;

— Ο Θεός, φράτε Λεόνε, πόσες φορές θα σου το πω; ο Θεός δεν μπορεί να περιμένει.

Απάνω εκεί που μιλούσαμε, έφταναν ένας ένας οι αδερφοί· σωριάστηκαν όλοι χάμω, κατακουρασμένοι.

— Χάνουμε τον καιρό μας, πάει να πει την ψυχή μας, να γυρίζουμε ολημέρα και να κουρταλούμε τις πόρτες· αντίς, ακίνητοι, γονατιστοί, να προσευχόμαστε, είπε σιγά ο αδερφός Βερνάρδος στο διπλανό μου· ως πότε, αδερφέ Πέτρο, ως πότε;

— Ωσότου έχουμε στόμα, αγαπητέ Βερνάρδο, κάνε υπομονή, αποκρίθηκε ο σιορ Πέτρος.

Όλοι, τη στιγμή εκείνη, στράφηκαν στο Φραγκίσκο, που 'χε σηκωθεί κι άνοιγε το στόμα να μιλήσει.

Ο Φραγκίσκος κάμποση ώρα κοίταζε τους αδερφούς έναν ένα· τα μάτια του ήταν γεμάτα ανησυχία και θλίψη· ήξερε πως παμπόνηρος ο Πειρασμός, ευκολόπιστη η καρδιά του ανθρώπου, κι η σάρκα γλυκιά και παντοδύναμη.

— Αδερφοί μου, είπε, πήρα μήνυμα από το Θεό, για λίγο καιρό ανάγκη να φύγω. Πληθύναμε, γενήκαμε ολάκερο τάγμα, πρέπει να βάλουμε τάξη. Πάω να πέσω στα πόδια του ίσκιου του Χριστού απάνω στη γης, να μας δώσει την ευλογία του. Μη θλίβεστε· δε θα μείνετε μόνοι· θα βρίσκουμαι μέρα νύχτα ανάμεσά σας, αόρατος· ο αόρατος βλέπει πιο καλά, ακούει πιο καλά, αναγνώθει πιο καλά τους στοχασμούς των ανθρώπων έχετε το νου σας! Ό,τι είπαμε στα άγια μας νυχτέρια, μην το ξεχνάτε· υπακοή, αγνότητα, φτώχεια· κι απάνω άπ' όλα, αγάπη! Κι ακόμα, στερνή εντολή, παιδιά μου, σας αφήνω ετούτη: μη ζητιανεύετε πια· καθένας θα πιάσει δουλειά — ποιος θα δουλεύει στα σπιτάλια, ποιος θα κόβει στο δάσο ξύλα και θα τα πουλάει· ή θα κάνει το βαστάζο ή θα πλέκει καλάθια, θα φτιάνει σαντάλια, θα σκάβει, θα θερίζει, θα τρυγάει, ό,τι πέψει ο Θεός. Όμως μην ξεχνάτε, παντρευτήκαμε τη Φτώχεια, κανένας δε θα της κάμει απιστίες· μεροδούλι μεροφάι, τα παραπέρα είναι του διαβόλου. Υπακοή, φτώχεια, παρθενιά, αγάπη, παιδιά μου! Κι όσοι από σας έχουν το χάρισμα να μιλούν στο λαό, ας κάμουν το σταυρό τους, ας κινήσουν. Να πηγαίνετε δυο δυο, ο ένας να παρηγοράει τον άλλο· να στέκεστε όπου θωράτε ανθρώπους, να διαλαλάτε την αγάπη, ακέραιη την αγάπη, στους οχτρούς και στους φίλους, στους φτωχούς και στους πλούσιους, στους κακούς και στους καλούς, όλοι τέκνα του Θεού, όλοι αδέρφια μας.

»Αφήνω τον παπα-Σίλβεστρο στο πόδι μου όσο θα λείπω· υπακούετε σε αυτόν είναι ιερέας του Θεού, λειτουργεί ομπρός στην Αγία Τράπεζα, κάνει το κρασί αίμα του Χριστού, το ψωμί σώμα του Χριστού, βρίσκεται πιο κοντά άπ' όλους μας στο Θεό.

»Παπα-Σίλβεστρε, σου παραδίνω τους αδερφούς, έχε την έγνοια τους· αν ένα πρόβατο αρρωστήσει, φταίει κι ο βοσκός· αν ένα πρόβατο πηδήξει το φράχτη και φύγει από τη μάντρα, φταίει κι ο βοσκός· έχε το νου σου, παπα-Σίλβεστρε!

Άνοιξε την αγκαλιά του, αγκάλιασε έναν ένα τους αδερφούς.

— Αδερφοί μου, έχετε γεια· παίρνω μαζί μου το αρνί ετούτο του Θεού, το φράτε Λεόνε. Φεγγάρι είναι απόψε, φέγγει ο δρόμος κάτασπρος που πάει στη Ρώμη, ξεκινούμε. Κάμε το σταυρό σου, φράτε Λεόνε, στ' όνομα του Θεού!

Ο Αιγίδιος, ο Μασέο, ο Βερνάρδος ξέσπασαν σε κλάματα, οι άλλοι φίλησαν το χέρι του Φραγκίσκου αμίλητοι. Ο Ρουφίνος ζύγωσε και κάτι είπε στο αυτί του Φραγκίσκου· μα αυτός κούνησε το κεφάλι.

— Όχι, όχι, αδερφέ Ρουφίνο, είπε· ούτε ραβδί, ούτε σαντάλια, ούτε ψωμί· ραβδί μας και σαντάλια μας και ψωμί μας ο Θεός· παιδιά μου, έχετε γεια!

Προχώρεσε λίγο, στράφηκε· τα μάτια του είχαν βουρκώσει.

— Εσείς είστε ο πατέρας κι η μάνα μου και τ' αδέρφια μου· σήκωσε παντιγέρα ο Σατανάς, σούρνει φωνή ο Θεός: «Όσοι πιστοί!» Ακούστε τη φωνή του! «Ερχόμαστε, φωνάχτε, ερχόμαστε, Κύριε!» Κουράγιο, αδερφοί μου, παλεύουν το καλό και το κακό, το καλό θα νικήσει· φόβος δεν υπάρχει, αδερφοί μου, μήτε πείνα, μήτε δίψα, μήτε αρρώστια, μήτε θάνατος· υπάρχει μονάχα Θεός.

Μού 'πιασε το μπράτσο:

— Πάμε, είπε και βιάζουνταν.

 

Πόσα χρόνια πέρασαν από τη νύχτα εκείνη που κάμαμε το σταυρό μας και μπήκαμε στο δρόμο! Κάθουμαι τώρα στο κελί μου, σφαλνώ τα μάτια και συλλογούμαι: Πόσα φεγγάρια, πόσα καλοκαίρια και χινόπωρα, πόσα κλάματα! Ο Φραγκίσκος θα κάθεται τώρα στα πόδια του Θεού, θα σκύβει και θα κοιτάζει τη γης, θα ψάχνει να βρει την Πορτσιούνκολα και δε θα τη βρίσκει· μια γιγάντια εκκλησιά κάθεται από πάνω της και την πλακώνει, με πύργους και καμπαναριά, με αγάλματα, με πολυκάντηλα και χρυσάφι! Κι οι αδερφοί δεν οδεύουν πια ξυπόλυτοι, φορούν σαντάλια και ράσα ζεστά και μερικοί, ήμαρτον Θεέ μου! κομποσκοίνια από μετάξι.

Μια στιγμή, μέσα στο φεγγάρι, εκεί που πηγαίναμε, θυμούμαι, γύρισε άξαφνα ο Φραγκίσκος πίσω του το κεφάλι, τρομαγμένος — σα ν' άκουσε, λέει, καμπάνες κι είδε μιαν εκκλησιά τρεις πατωσιές, θεόρατη· έσυρε φωνή, έκαμε το σταυρό του, κι η εκκλησιά, μέσα στο φεγγαρόφωτο, αφανίστηκε.

— Δόξα σοι ο Θεός, μουρμούρισε, δεν ήταν αλήθεια!

Αλίμονο, ήταν αλήθεια, πάτερ Φραγκίσκο μου, ήταν αλήθεια· μα πώς μπορεί να βάλει κανείς χαλινό στη φαντασία και στην αλαζονεία των ανθρώπων; Πώς μπορεί η Αγνότητα να περπατάει στη γης χωρίς να λασπωθούν τα πόδια της;

Μέρες και νύχτες πολλές βάσταξε η οδοιπορία· αν δεν ψέλναμε στο δρόμο, αν δε μιλούσαμε για το Θεό, αν δε νιώθαμε να οδεύει μπροστά μας ο Χριστός και κάπου κάπου να στρέφεται και να μας χαμογελάει, θαρρώ δε θα μπορούσαμε να βαστάξουμε τόση κούραση, τόση πείνα και τόσο κρύο τη νύχτα!

Μπαίναμε στα χωριά, πεινούσαμε, χτυπούσαμε τις πόρτες, ζητιανεύαμε· πότε μας έδιναν μιαν μπουκιά ψωμί, πότε μας έβαζαν στο χέρι μιαν πέτρα ή ένα ψόφιο ποντίκι και σκούσαν στα γέλια· κι εμείς φεύγαμε, βλογώντας το σπίτι που μας αδίκησε.

Ήταν άνοιξη, χαρά Θεού· τα δέντρα πήραν ν' ανθίζουν, τ' αμπέλια καβουρομάτιαζαν, άνοιγαν τα πρώτα τους τρυφερά φυλλαράκια οι συκιές.

— Τέτοια θα 'ναι η Δευτέρα Παρουσία, φράτε Λεόνε, μου 'λεγε ο Φραγκίσκος· μια άνοιξη· και θα πεταχτούν οι πεθαμένοι στο φως σα φύτρα.

Βράδυ πια φτάσαμε σ' ένα κεφαλοχώρι· οι ανύπαντροι άγουροι κι οι κοπέλες είχαν απόψε μεγάλη γιορτή· θα 'καιγαν το γερο-Χειμώνα. Φτάσαμε στην πλατεία του χωριού, είδαμε στημένο καταμεσίς, μπροστά στην εκκλησιά, το Χειμώνα, καμωμένο από κλαριά κι άχερα, με μακριά γένια από μπαμπάκι· οι ανύπαντροι άγουροι κι οι κοπέλες κρατούσαν αναμμένα δαδιά και χόρευαν τριγύρω του και τραγουδούσαν ξετσίπωτα τραγούδια της άνοιξης· ήταν όλοι ξαναμμένοι, ήταν νέοι, έβραζε το αίμα τους, είχαν πιει και κρασί κι ήταν ανύπαντροι, κι η άνοιξη φούσκωνε τα στήθια τους και τα νεφρά τους. Οι παντρεμένοι κι οι γέροι, όρθιοι γύρα τους, κοίταζαν και γελούσαν.

Ο Φραγκίσκος είχε ακουμπήσει σ' ένα δέντρο της πλατείας και κοίταζε· περίμενα να θυμώσει, να με αρπάξει από το χέρι να φύγουμε, μα αυτός άνοιγε τα μάτια αχόρταγα και κοίταζε.

— Ακατάλυτο το γένος του ανθρώπου, φράτε Λεόνε, μου 'λεγε, κοίτα τους νέους αυτούς και τις κοπέλες· πώς έχουν ανάψει τα πρόσωπά τους, πώς λάμπουν τα μάτια τους, πώς κοιτάζουν ο ένας τον άλλον, σα να λεν: «Έγνοια σου, κι εμείς οι δυο ν’ απομείνουμε μονάχα στη γης, θα την ξαναγεμίσουμε με γιους και θυγατέρες!» Ακολουθούν κι αυτοί το δρόμο τους, φράτε Λεόνε, για να φτάσουν στο Θεό· εμείς από τη φτώχεια και την παρθενιά, αυτοί από το μπόλικο φαΐ και το αγκάλιασμα.

Εκεί που μιλούσε, ένας νέος, ο πρωτοχορευτής, πετάχτηκε, σφήνωσε μέσα στην κοιλιά του Χειμώνα τον αναμμένο δαυλό, και μονομιάς ο αχερένιος γέρος πήρε φωτιά, λαμπάδιασε, ανέβηκε, κατέβηκε η φλόγα, τον έκαμε στάχτη. Έσυραν άγρια φωνή οι νέοι κι οι νέες, πέταξαν τα δαδιά, πήραν δρόμο μουγκρίζοντας, σκληρίζοντας κι άρχισαν να κυνηγιούνται ξαγριεμένοι μέσα στα σκοτάδια· γέμισε το χωριό γέλια και λαχανιάσματα.

Με πήρε από το χέρι ο Φραγκίσκος, περάσαμε αντίκρα στην εκκλησιά, κουκουβίσαμε κάτω από τη δοξαρωτή πόρτα.

— Καλή 'ταν η μέρα ετούτη, φράτε Λεόνε, είπε ο Φραγκίσκος κι ακούμπησε στον παραστάτη της πόρτας να περάσει τη νύχτα· είδαμε και το άλλο πρόσωπο του αγωνιζόμενου άνθρωπου· ας είναι κι αυτό ευλογημένο!

 

Πρωί πρωί μπήκαμε πάλι στο δρόμο.

— Τι ελευτερία είναι ετούτη, φράτε Λεόνε! μου 'λεγε χαρούμενος ο Φραγκίσκος· είμαστε οι πιο ελεύτεροι άνθρωποι του κόσμου, γιατί είμαστε οι πιο φτωχοί· φτώχεια, απλότητα, ελευτερία είναι ένα.

Πήραμε πάλι να ψέλνουμε, για να ξεχνούμε την κούραση και την πείνα.

Μα η καρδιά του Φραγκίσκου γέμιζε κάθε μέρα φαρμάκι· σε όποιο χωριό κι αν μπαίναμε, σε όποια πολιτεία, ο Σατανάς είχε στήσει τα λημέρια του· οι άνθρωποι βλαστημούσαν, μάλωναν, μαχαιρώνουνταν, δεν πατούσαν στην εκκλησιά, δεν έκαναν το σταυρό τους.

— Σήκωσε κεφάλι η ψυχή του ανθρώπου, φράτε Λεόνε, μου 'λεγε ο Φραγκίσκος, δε φοβάται το Θεό, στέκεται ο Σατανάς στο σταυροδρόμι, παίρνει ό,τι πρόσωπο θέλει και πειράζει τους ανθρώπους· πότε καλόγερος, πότε όμορφο παλικάρι, πότε γυναίκα.

Μια μέρα, ζυγώναμε πια στην άγια πολιτεία, θα 'ταν μεσημέρι, ξαπλώσαμε κάτω από ένα κυπαρίσσι ν' ανασάνουμε· από τα πόδια μας έτρεχαν τα αίματα, ο κουρνιαχτός είχε ανέβει ως τα γόνατα μας κι ως τα μαλλιά, μιλούσαμε από το πρωί για τα πάθη του Χριστού, κλαίγαμε, και τα μάτια μας ήταν πρησμένα και κατακόκκινα. Κι εκεί που μεσοκλειούσαμε τα βλέφαρα μας, μπας και μας λυπηθεί ο ύπνος και μας πάρει, να σου και προβαίνει μέσα στα κυπαρίσσια ένας γελαστός παχύς καλόγερος με κόκκινα σαντάλια, με κόκκινο φαρδύ καπέλο, ξουρισμένος, μυρισμένος, ομορφάνθρωπος. Για μπας και μας πήρε ο ύπνος και μας φάνηκε έτσι;

Ζύγωσε, χαιρέτησε αρχοντικά, άπλωσε σε μιαν πέτρα ένα μεταξωτό μαντίλι, κάθισε.

—Αδερφοί μου, αν κρίνω από τα τρύπια ράσα που φοράτε κι από τα γυμνά ποδάρια σας, θα 'στε κανένα καινούριο τάγμα, πολύ σκληρό, πολύ αυστηρό, και πάτε στη Ρώμη να προσκυνήσετε.

— Είμαστε φτωχοί αδερφοί, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος, αμαρτωλοί, αγράμματοι, σκύβαλα των ανθρώπων, και πάμε να πέσουμε στα πόδια του πάπα να του ζητήσουμε ένα προνόμιο.

— Τι προνόμιο;

— Το προνόμιο της τέλειας φτώχειας· να μην έχουμε τίποτα, τίποτα, τίποτα!

Ο παχύς καλόγερος γέλασε:

— Από τις τρύπες του ράσου σας, είπε, ξεκρίνω την αλαζονεία· το τίποτα και τα πάντα είναι ένα· κι όποιος ζητάει το τίποτα, ζητάει τα πάντα. Και το ξέρετε καλά, παμπόνηροι, μα καμώνεστε τους μισοκακόμοιρους, για ν' αρπάξετε χωρίς αντίσταση τα πάντα και χωρίς κανένας να το καταλάβει· μήτε ο Θεός.

Ο Φραγκίσκος τινάχτηκε, ανακάθισε κάτω από το κυπαρίσσι τρομαγμένος.

— Τα πάντα; έκαμε και τα χείλια του έτρεμαν.

— Τα πάντα. Κιόλα, υποκριτή, έχεις τα πάντα· είσαι ο πιο πλούσιος του κόσμου.

— Εγώ;

— Εσύ! Γιατί έχεις την ελπίδα σου στο Θεό· εγώ σε θέλω να γίνεις τόσο φτωχός, που ν' απαρνηθείς και την ελπίδα ακόμα πως μια μέρα θα δεις το Θεό. Μπορείς; Μπορείς; Αυτό θα πει τέλεια φτώχεια. Αυτό θα πει τέλειος ασκητής. Αυτό 'ναι η ανώτατη αγιοσύνη. Μπορείς;

— Ποιος είσαι; Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά! φώναξε ο Φραγκίσκος κι έκαμε το σημάδι του σταυρού στον αέρα.

Ολομεμιάς ο καλόγερος έλιωσε μέσα στον ήλιο και δεν ακούσαμε παρά ένα γέλιο σουριχτό, περιπαιχτικό, ν' αλαργαίνει και να χάνεται μέσα από τα κυπαρίσσια· και μυρωδιά από θειάφι και πίσσα στον αέρα.

Ο Φραγκίσκος πετάχτηκε απάνω.

— Πάμε, είπε· βαρύς ο ίσκιος του κυπαρισσιού· είδες, φράτε Λεόνε, άκουσες;

— Είδα, αδερφέ Φραγκίσκο, άκουσα· πάμε.

Πήραμε πάλι το δρόμο, μα η καρδιά και των δυο μας ήταν ανάστατη· ως το βράδυ ο Φραγκίσκος δεν έβγαλε άχνα· πήγαινε μπροστά, έτρεχε, τον άκουγα κάθε τόσο ν' αναστενάζει· κατά το βράδυ στράφηκε και τον είδα· το πρόσωπο του ήταν λιωμένο.

— Λες να 'χει δίκιο, μουρμούρισε, λες να 'χει δίκιο ο τρισκατάρατος;   Μα αν χάσω και την ελπίδα αυτή, χάθηκα.

Πολέμησα να τον παρηγορήσω· λόγια είναι σατανικά, παγίδα του Πειρασμού· μην πέσεις μέσα, Φραγκίσκο! Μα αυτός κουνούσε το κεφάλι απελπισμένος.

— Συχνά τα λόγια του Πειρασμού και τα λόγια του Θεού, φράτε Λεόνε, είναι ένα· κάποτε πέμπει ο Θεός τον Πειρασμό να μας μηνύσει το θέλημά του.

Σώπασε, και σε λίγο:

— Έχει δίκιο! βόγκηξε· έχει δίκιο· η φτώχεια η δικιά μας είναι πάμπλουτη, γιατί κρύβει, βαθιά στην κασέλα της, την Παράδεισο· μα φτώχεια αληθινή, φράτε Λεόνε, θα πει: να 'ναι ολαδειανή η κασέλα της, ως τον πάτο — μήτε Παράδεισο, μήτε Αθανασία.  Τίποτα, τίποτα, τίποτα!

Συλλογίστηκε μια στιγμή, αναστέναξε· ήθελε ακόμα κάτι να πει, μα πνίγουνταν τέλος ο φοβερός λόγος μπόρεσε και βγήκε:

— Θεέ μου, μουρμούρισε, δώσ' μου τη δύναμη μια μέρα ν’ απαρνηθώ και την ελπίδα· την ελπίδα, Θεέ μου, να Σε δω! Ποιος ξέρει, αυτό, μονάχα αυτό, θα πει τέλεια Φτώχεια.

Τα κλάματα του 'πνιξαν τη φωνή· τρέκλισε, τον έπιασα να μην πέσει.

— Αδερφέ Φραγκίσκο, μην το λες· αυτό ξεπερνάει τη δύναμη του ανθρώπου.

— Ναι, ναι, κακόμοιρε φράτε Λεόνε· ξεπερνάει τη δύναμη του ανθρώπου· μα ίσια ίσια γι' αυτό κι ο Θεός το ζητάει από τον άνθρωπο· γι' αυτό, δεν το κατάλαβες ακόμα, δυστυχισμένε μου συνοδοιπόρε;

Δεν το κατάλαβα, ούτε και θα το καταλάβω ποτέ μου. Δεν έχει σύνορα ο άνθρωπος; ο Θεός δεν έβαλε τα σύνορα αυτά; γιατί λοιπόν ζητάει να πάμε πιο πέρα; Αφού δε μας έδωκε φτερά, γιατί μας σπρώχνει να πετάξουμε; Ας μας έδινε φτερά!

Βρήκαμε ένα πυκνοφούντωτο καλυβωτό πεύκο· ολημέρα το 'δερνε ο ήλιος, έτρεχε από τον κορμό του η ρετσίνα, μοσχομύριζε. Σωριαστήκαμε χάμω κι οι δυο μας να περάσουμε τη νύχτα· μας έμειναν ακόμα λίγα ξεροκόμματα, μα δεν είχαμε όρεξη να βάλουμε μπουκιά στο στόμα· σωπαίναμε.

Εγώ έκλεισα τα μάτια· δε νύσταζα, μα δεν μπορούσα πια να βλέπω το πρόσωπο του Φραγκίσκου· ποτέ μου δεν είχα δει απάνω στο πρόσωπο αυτό μιαν τέτοια αγωνία· δάγκανε τα χείλια, μα άκουγα από το στήθος του ν' ανεβαίνει μουγκρητό λαβωμένου θεριού.

Βγήκαν τ' άστρα, σηκώθηκαν οι νυχτερινές φωνές της γης, ένιωθα τη γλύκα της νύχτας να μπαίνει αγάλια αγάλια μέσα μου, να τυλίγει πονετικά το σπλάχνο μου. Ένα άστρο χύθηκε στον ουρανό:

— Είδες, φράτε Λεόνε, μου φώναξε ο Φραγκίσκος δείχνοντάς μου τον ουρανό· ένα δάκρυο κύλησε στο μάγουλο του Θεού. Κλαις το λοιπόν και Συ, Κύριε; Πονάς και Συ σαν και μένα, Πατέρα;

Σώπασε· ακούμπησε στον κορμό του πεύκου εξαντλημένος. Κι εγώ έκλεισα τα μάτια κι έμπαινα κιόλα γαληνεμένος στον ύπνο· μα η φωνή του Φραγκίσκου ακούστηκε μονομιάς βραχνή, πνιχτή, δεν τη γνώρισα:

— Φράτε Λεόνε, παρακαλώ σε, μη με αφήνεις μονάχο, μην κοιμηθείς! Ένας φοβερός στοχασμός ανεβαίνει από το σπλάχνο μου, δε θέλω ν' απομείνω μαζί του ολομόναχος!

Άνοιξα τα μάτια· τρόμαξα, ν' ακούσω τέτοια σπαραχτικιά τη φωνή του.

— Ποιος στοχασμός, αδερφέ Φραγκίσκο; μπας κι είναι ακόμα ο Πειρασμός;  Πες μου τον, ν' αλαφρώσεις.

Με ζύγωσε ο Φραγκίσκος, ακούμπησε την απαλάμη του στο γόνατό μου.

— Από ένα χορταράκι, το ξέρεις, φράτε Λεόνε, από ένα χορταράκι πιάνεται ο άνθρωπος· άγγελοι και δαιμόνοι τον τραβούν να τον ξεκολλήσουν από το χορταράκι· πεινάει, διψάει, τρέχει κρουνός ο ίδρωτας του, τρέχουν τα αίματα του, κλαίει και βλαστημάει, μα δεν το παρατάει· δε θέλει ν' αφήσει το χορταράκι αυτό, τη γης, από το χέρι του. Φράτε Λεόνε, ένα χορταράκι κι ο ουρανός!

Σώπασε· ένιωσα όλο του το σώμα να τρέμει.

— Δε μιλάει ο Φραγκίσκος, φώναξα ανατριχιάζοντας, δε μιλάει ο Φραγκίσκος, μιλάει ο Πειρασμός.

— Δε μιλάει ο Φραγκίσκος, αποκρίθηκε, δε μιλάει ο Πειρασμός, δε μιλάει ο Θεός· μιλάει, φράτε Λεόνε, μέσα μου ένα λαβωμένο θεριό.

Άνοιγα το στόμα, μα ο Φραγκίσκος άπλωσε την απαλάμη, το 'φραξε:

— Μη μιλάς άλλο, βρουχήθηκε, μη μιλάς άλλο· κοιμήσου! Το πρωί, όταν ξύπνησα, είχε πια ψηλώσει ο ήλιος, δε βρήκα πλάι μου το Φραγκίσκο· έκαμα ένα γύρο, πήγα από πεύκο σε πεύκο, φωνάζοντας τ' όνομά του· κι άξαφνα σήκωσα τα μάτια κι είδα το Φραγκίσκο σκαρφαλωμένο σ' ένα αψηλό κλαρί να παρακατσεύει, ανάμεσα από τα φύλλα, δυο χελιδόνια που πηγαινόρχουνταν τιτυβίζοντας και κουβαλούσαν στο ραμφί τους πότε ένα άχυρο, πότε μια τρίχα άλογου που 'χε πέσει στη στράτα, πότε ένα κόμπο λάσπη κι έχτιζαν τη φωλιά τους.

— Αδερφέ Φραγκίσκο, φώναξα, κατέβα, ψήλωσε ο ήλιος, πάμε!

— Καλά 'μαι εδώ, αποκρίθηκε αυτός, πού να πάμε; Εδώ 'ναι η Ρώμη, εδώ 'ναι ο πάπας, από δω θα πάρω την άδεια να κηρύχνω.

Δε μίλησα· κάποτε μ' έπιανε τρόμος, μπας και σάλεψε το μυαλό του δασκάλου μου· κουκούβισα στη ρίζα του πεύκου και περίμενα. Ακούστηκε πάλι η φωνή:

— Δεν πάω πουθενά· πήρα την άδεια από τα χελιδόνια, δεν έχουμε πια την ανάγκη του πάπα!

Δε μίλησα πάλι· περίμενα να κατακάτσει μέσα του η φλόγα του Θεού.

Κάμποση ώρα μέναμε έτσι αμίλητοι· ακούστηκε, για τρίτη φορά, η φωνή:

— Γιατί δε μιλάς, φράτε Λεόνε;

Ήσυχη ήταν τώρα η φωνή, γεμάτη συμπόνια.

— Περιμένω να κατακάτσει μέσα σου η φλόγα του Θεού, αδερφέ Φραγκίσκο, αποκρίθηκα.

Ακούστηκε ανάμεσα από τα κλαριά το γέλιο του· χαρούμενο, δροσερό, παιδιάτικο.

— Πού να περιμένεις, φράτε Λεόνε! Όσο έχω κρέας και κόκαλα, η φλόγα αυτή δε θα ησυχάσει· θα φάει τα κόκαλα και το κρέας· κι ύστερα θα φάει και την ψυχή, και τότε θα κατακάτσει. Πού να περιμένεις το λοιπόν, φράτε Λεόνε! Να, κατεβαίνω!

Αναμέρισε τα κλαδιά, κατέβηκε· το πρόσωπό του ήταν γαληνεμένο, έλαμπε.

— Μου φαίνεται, είπε, πως από σήμερα το πρωί άρχισα να καταλαβαίνω τη γλώσσα των πουλιών άκουσες; μιλούν κι αυτά για την αγάπη του Θεού.

— Ποια, αδερφέ Φραγκίσκο;

— Τα χελιδόνια.

Έκαμα να γελάσω, μα ευτύς ανανογήθηκα πως εμείς όλοι έχουμε μονάχα απέξω αυτιά και μάτια· ο Φραγκίσκος έχει αυτιά και μάτια κι από μέσα· εμείς, όταν κελαηδούν τα πουλιά, ακούμε μονάχα τον αχό· αυτός γρικάει και τα λόγια.

Γονατίσαμε κάτω από το πεύκο. προσευχηθήκαμε, μπήκαμε πάλι στο δρόμο.

 

Η καρδιά μου σκιρτούσε σα νιογέννητο κατσικάκι· χρόνια λαχτάριζα να μπω στην άγια πόλη, να προσκυνήσω κι εγώ τους τάφους των Αποστόλων να σταθώ σε μια κολόνα της εκκλησιάς και να δω την τρισάγια όψη του αντιπρόσωπου του Θεού απάνω στη γης· λένε πως άνθρωπος δεν μπορεί να την αντικρίσει χωρίς να βάλει αντήλιο την απαλάμη του.

Ζυγώναμε πια· όσο προχωρούσαμε, ακούγαμε το δυνατό μουγκρητό της άγιας πολιτείας· σα να 'ταν αγελάδα που γεννούσε· σα να 'ταν θεριό που πεινούσε. Κάπου κάπου ξεπετιόνταν ανθρώπινες φωνές, λαλούσαν τρουμπέτες, βαρούσαν καμπάνες, διάβαιναν από τη μεγάλη στράτα σιδερόφραχτοι αρχόντοι και πλούσιες κυράδες καβάλα σε άσπρα και μαύρα αλόγατα. Κουρνιαχτός σηκώνουνταν, ζέστη βαριά, βρωμοκοπούσε ο αγέρας από αλογίσιες, βοδίσιες κι ανθρώπινες βρώμες.

— Φράτε Λεόνε, μου 'πε ο Φραγκίσκος, μπαίνουμε στο σπίτι του Αποστόλου Πέτρου· ό,τι κι αν δεις τώρα, ό,τι κι αν ακούσεις, έχει ένα νόημα μυστικό, έχε το νου σου! Είδες τις αρχόντισσες που περνούσαν μπροστά μας, καβάλα σε άσπρα και μαύρα αλόγατα; Τέτοιες εδώ, μεγάλες αρχόντισσες, σεριανούν οι αρετές κι οι αμαρτίες.

— Κι οι αμαρτίες, αδερφέ Φραγκίσκο! έκαμα· εδώ, στο σπίτι του Απόστολου Πέτρου;

Ο Φραγκίσκος γέλασε:

— Πόσο είσαι αγαθός, άπραγος και μου αρέσεις, φράτε Λεόνε! Πού άλλου θες να βρίσκουνται οι αμαρτίες; εδώ, σίγουρα, στην άγια πόλη. Εδώ μαθές κιντυνεύει ο Σατανάς και μαζεύει όλα του τα στρατέματα· κάμε το σταυρό σου και δρασκέλισε το κατώφλι· φτάσαμε.

Μπήκαμε σ' ένα φαρδύ δρόμο· άμαθοι όπως ήμασταν, μας ξεκούφαιναν οι φωνές, οι βουές, τα γαβγίσματα, τα χλιμιντρίσματα της μεγάλης πολιτείας — πραματευτάδες ξελαρυγγίζουνταν να διαλαλούν τις πραμάτειες τους, δεσποτάδες περνούσαν μέσα σε μεταξωτά φορεία κι οι παρατρεχάμενοι τους πήγαιναν μπροστά κι άνοιγαν δρόμο· γυναίκες βαμμένες περνούσαν, και μύριζε όλη η στράτα μόσκο και γιασεμί… «Τούτες είναι οι αμαρτίες» μουρμούριζα και χαμήλωνα τα μάτια.

Άξαφνα ο Φραγκίσκος κι εγώ σύραμε φωνή· από την άκρα του δρόμου φάνηκε μια αλλόκοτη λιτανεία: Μπροστά πήγαιναν πέντ' έξι μαυροφορεμένοι καβαλάρηδες και φυσούσαν μακριές προύντζινες τρουμπέτες· κάθε τόσο σταματούσαν, κι ένας διαλάλης, καβάλα σε καμήλα, βροντοφώναζε: «Χριστιανοί, ε χριστιανοί, ο Άγιος Τάφος περνάει, κοιτάχτε τον, ντραπείτε! Ως πότε θα τον πατάει και θα τον μαγαρίζει ο άπιστος; Στ' όνομα του Χριστού, αδερφοί, αρματωθείτε, όλοι μαζί να λευτερώσουμε τον Άγιο Τάφο!» Σώπαινε κι άρχιζαν πάλι οι τρουμπέτες. Πίσω προχωρούσε αργά μια βοδάμαξα, ζεμένη με τέσσερα μαύρα βόδια, κι απάνω στη βοδάμαξα, καμωμένο με ξύλα και σίδερο και πολύχρωμα πανιά, τ' ομοίωμα του Άγιου Τάφου· κι από πάνω ένα ξύλινο άλογο μ' ένα σκιάχτρο σαρακηνό καβάλα, που κρατούσε και κουνούσε στον αέρα ένα πράσινο μπαϊράκι με μισοφέγγαρο· και το άλογο είχε σηκωμένη την ουρά του κι αμολούσε απάνω στον Άγιο Τάφο βρώμες. Και πίσω ένα μπουλούκι μαυροφόρες, που χτυπούσαν τα στήθια τους, είχαν λυμένα τα μαλλιά τους και μοιρολογιούνταν.

Πέρασε η πομπή, έστριψε τη γωνιά, χάθηκε· όμως είχε απομείνει μέσα στα μάτια μας και περνούσε, περνούσε, και δεν είχε περασμό… Έτρεχαν τα δάκρυα μας, θόλωσε η πολιτεία, δε βλέπαμε πια παρά τον Άγιο Τάφο, το μολεμένο, παρά την ψυχή μας, τη μολεμένη.

— Φράτε Λεόνε, έχουμε ακόμα πολλή δουλειά, στράφηκε και μου 'πε ο Φραγκίσκος σκουπίζοντας τα κλάματα του· λίγη η ζωή, θα προφτάσουμε;  Τι λες και συ, αδερφέ μου;

— Να λοιπόν που έχει αξία κι η επίγεια ζωή, είπα εγώ· γιατί λοιπόν να λιποταχτήσουμε;

Ο Φραγκίσκος σώπαινε συλλογισμένος· χάρηκα που τον έριξα σε λογισμούς· αγαπούσα μαθές τη ζωή, το χορταράκι αυτό, και δεν ήθελα να το παρατήσω.

 

Βράδιαζε· κατακουρασμένοι κοντοστέκαμε στα στενά δρομάκια και ψάχναμε που να κοιμηθούμε. Ένα γεροντάκι ξυπόλυτο, με άσπρο σφηνωτό γενάκι, μας ακολουθούσε από κάμποση ώρα, τέλος μας ζύγωσε.

— Με συμπαθάτε, είπε, φαίνεστε ξένοι και φτωχοί, σαν και μένα· δεν έχετε και σεις, σαν το Χριστό, που να κλίνετε το κεφάλι· ελάτε μαζί μου.

— Ο Θεός σε στέλνει, έκαμε ο Φραγκίσκος, οδήγα. Μπήκαμε σε στενά βρώμικα δρομάκια, μερμήγκιαζε η φτωχολογιά, γυμνά παιδιά κυλιόντανε στις λάσπες, οι γυναίκες έπλεναν, μαγέρευαν στη μέση του δρόμου, οι άντρες κουκουβιστοί έπαιζαν ζάρια… Πήγαινε μπροστά το γεροντάκι βιαστικό, κι εμείς αμίλητοι πίσω του.

Μια στιγμή έσκυψε ο Φραγκίσκος στο αυτί μου:

— Ποιος να 'ναι; έκαμε· μπορεί να 'ναι κι ο Χριστός και μας λυπήθηκε.

— Μπορεί να 'ναι κι ο Πειρασμός, αποκρίθηκα· ας έχουμε το νου μας.

Φτάσαμε σ' ένα μεσογκρεμισμένο χάνι, με μια φαρδιάν αυλή κι ένα πηγάδι στη μέση· τριγύρα στην αυλή μαυρολογούσαν ρημαγμένες κάμαρες χωρίς πόρτες, σα σπηλιές.

Το γεροντάκι στάθηκε· κοίταξε γύρα, μας έμπασε σε μιαν κάμαρα· άναψε το  λυχνάρι.

— Εδώ, αδερφοί μου, είπε, θα περάσετε σε ασφάλεια τη νύχτα· κολασμένη η πολιτεία ετούτη, επικίντυνη τη νύχτα· ο Θεός σας λυπήθηκε.

— Ποιος είσαι, αδερφέ μου; ρώτησε ο Φραγκίσκος κοιτάζοντας με προσοχή το γεροντάκι.

— Βρίσκουνται εδώ δυο σκαμνιά κι ένα λαγήνι νερό, εξακολούθησε το γεροντάκι· τώρα θα σας φέρω και ψωμί κι ελιές, και τα λέμε. Φαίνεστε φτωχοί άνθρωποι και θεοφοβούμενοι· φτωχός κι εγώ και θεοφοβούμενος· έχουμε το λοιπόν πολλά να πούμε. Τώρα θα γυρίσω… είπε και χάθηκε στο σκοτάδι της αυλής.

Κοίταξα το Φραγκίσκο:

— Δε μου αρέσει ο γέρος αυτός, είπα. Κάποιο κρυφό σκοπό έχει η καλοσύνη του.

— Το μάτι του είναι καθαρό, έκαμε ο Φραγκίσκος· ας έχουμε εμπιστοσύνη στον άνθρωπο, φράτε Λεόνε!

Δυο ψάθες ήταν απλωμένες χάμω, από ένα σταυρωτό φεγγίτη αψηλά έμπαιναν λίγα αστέρια· είχε πια για καλά νυχτώσει.

Το γεροντάκι γύρισε με το ψωμί και τις ελιές· κρατούσε και δυο ρόδια.

— Αδερφοί, είπε, στον τόπο μου εμείς λέμε: Λίγο πράμα και πολλή αγάπη! Καλώς ορίσατε!

Κάμαμε το σταυρό μας, αρχίσαμε να τρώμε· το γεροντάκι διπλογονάτισε στη γωνιά και μας κοίταζε.

Άμα 'ποφάγαμε κι ευχαριστήσαμε το Θεό, ο Φραγκίσκος, προτού να τον ρωτήσει το γεροντάκι, άρχισε να μιλάει:

— Είμαστε δυο φτωχοί αδερφοί, έχουμε κι άλλους αδερφούς, ζούμε δοξολογώντας το Θεό και ζητιανεύοντας. Δε θέμε να 'χουμε τίποτα· κι ήρθαμε εδώ, στην άγια πόλη, να ζητήσουμε από τον αντιπρόσωπο του Θεού ένα μεγάλο προνόμιο· το προνόμιο της τέλειας φτώχειας. Τώρα τα ξέρεις όλα, γέροντα μου· ξομολογηθήκαμε· η σειρά σου!

Το γεροντάκι έβηξε, φούχτωσε τα γένια του· κάμποση ώρα σώπαινε· τέλος άνοιξε το στόμα:

— Ξομολογηθήκατε, είπε, θα ξομολογηθώ κι εγώ· μάρτυς μου ο Θεός, θα πω την πάσα αλήθεια. Εγώ 'μαι Προβηγκιανός, από τους αληθινούς χριστιανούς, τους Καθαρούς, θα 'χετε ακουστά· αγαπάτε εσείς τη φτώχεια, κι εμείς την αγαπούμε· μα απάνω άπ' όλα, αγαπούμε την αγνότητα, την παρθενιά, την καθαρότητα, γι' αυτό και μας λένε Καθαρούς. Μισούμε την ύλη, την ηδονή, τη γυναίκα· στο σκαμνί όπου κάθισε γυναίκα, εμείς δεν καθίζουμε· το ψωμί που το ζύμωσε γυναίκα, εμείς δεν το τρώμε. Δεν παντρευόμαστε, δε γεννούμε, δεν τρώμε κρέας, γιατί αρσενικό με θηλυκό έσμιξαν και το γέννησαν. Δεν πίνουμε κρασί, δε χύνουμε αίμα, δε σκοτώνουμε, δεν πάμε στον πόλεμο. Δε θέμε τον κόσμο· άτιμος, ψεύτης, πόρνος, παγίδα του Πονηρού. Πώς είναι δυνατό να τον έπλασε ο Θεός; Όχι, δεν είναι αυτός έργο του Θεού, είναι έργο του Διαβόλου· ο Θεός έπλασε μονάχα τον κόσμο τον πνεματικό· ο Διάβολος, τον κόσμο τον υλικό, όπου γκρεμίστηκε η ψυχή μας και πνίγεται… Να φύγουμε το λοιπόν από τον κόσμο ετούτον να γλιτώσουμε· πως; ας είναι καλά ο αρχάγγελος ο Λυτρωτής, ο Θάνατος.

Ο γύρος του προσώπου του γέροντα φεγγοβολούσε· συσήλιζε γύρα στο κεφάλι του ο αέρας. Ο Φραγκίσκος είχε κρύψει μέσα στις απαλάμες του το πρόσωπο κι άκουγε.

— Τι 'ναι ο Θάνατος; εξακολούθησε το γεροντάκι συνεπαρμένο· αρχάγγελος θυροκράτης· ο Θάνατος ανοίγει την πόρτα και μπαίνουμε στην αθανασία.

Ο Φραγκίσκος σήκωσε το κεφάλι· μια στιγμή το πρόσωπό του σκοτείνιασε, σα να πέρασε από πάνω η φτερούγα του θανάτου.

— Γέροντα, είπε, συμπάθα με, μα, θαρρώ, πολλά καταφρονάς τον κόσμο. Ο κόσμος είναι παλαίστρα· ήρθαμε να παλέψουμε, να κάμουμε τη σάρκα πνέμα· και μονάχα σαν όλη γίνει πνέμα, ο κόσμος ετούτος πια δε μας χρειάζεται, κι ας έρθει τότε ο θάνατος· όχι πρωτύτερα. Θεέ μου, πρέπει να παρακαλούμε το Θεό, Θεέ μου, δώσ' μας καιρό να εξαφανίσουμε τη σάρκα!

— Ο θάνατος μονάχα μπορεί να την εξαφανίσει, αντιμίλησε το γεροντάκι πεισματωμένο.

— Ποια τότε η αξία του ανθρώπου; έκαμε ο Φραγκίσκος· εμείς, εμείς, όχι ο θάνατος!

Σηκώθηκε· ξεκρέμασε από τον τοίχο το λυχνάρι, το ζύγωσε στο πρόσωπο του γέρου.

— Ποιος είσαι; ρώτησε με αγωνία· τα λόγια σου μαυλιστικά, επικίντυνα· έτσι μιλάει ο Πειρασμός· θα σηκωθώ να φύγω.

Στάφηκε, μου ‘γνέψε:

— Σήκω, φράτε Λεόνε, να φύγουμε! Πού να πάμε; νύσταζα· δεν κούνησα.

— Αδερφέ Φραγκίσκο, είπα, αυτό θα πει παλικαριά, να φεύγουμε; Ας μείνουμε· τι τον φοβάσαι, άσ' τον να λέει το δρόμο που πήρε κι αυτός να πάει στο Θεό. Πολλοί 'ναι οι δρόμοι.

Ο Φραγκίσκος, όρθιος στο κατώφλι, κοίταζε έξω τη νύχτα· η βουή της πολιτείας είχε γαληνέψει, τ' άστρα κρέμουνταν απάνω από τη γης κι έτρεμαν μια κουκουβάγια στέναξε απαλά μέσα στα χαλάσματα.

Γύρισε, ανακάθισε στην ψάθα, ακούμπησε στον τοίχο.

— Πολλοί'ναι οι δρόμοι, μουρμούρισε, πολλοί…

Και σώπασε.

Ο γέρος σηκώθηκε:

— Τα λόγια μου, είπε, μπήκαν από τ' αυτιά σας, θέτε δε θέτε θα οδοιπορήσουν μέσα σας, αργά, σίγουρα, ως να φτάσουν στην καρδιά σας·. είπα το λόγο μου, έριξα το σπόρο μου, τα παραπέρα του Θεού!

Είπε, κι αφανίστηκε μέσα στο σκοτάδι της αυλής.

Μείναμε μόνοι, σβήσαμε το λυχνάρι· κάμποση ώρα δε μιλούσαμε· εγώ έκλεισα τα μάτια να κοιμηθώ· μα ακούστηκε η φωνή του Φραγκίσκου, ήσυχη, γλυκιά, θλιμμένη:

— Φράτε Λεόνε, έχω εμπιστοσύνη στην καρδιά σου· μίλα!

— Καλή 'ναι η γης, αδερφέ Φραγκίσκο, αποκρίθηκα, μην ακούς το γερο-Πειρασμό· θα 'θελα εγώ να ζέψω σε μια χελώνα το κορμί μου, να περάσω, όσο μπορώ πιο αργά, τη γης ετούτη, γιατί μου αρέσει. Συχώρεσε με, Θεέ μου, καλή, περίκαλη η Παράδεισο, μα η μυρωδιά της μυγδαλιάς την άνοιξη!…

— Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά! έκαμε ο Φραγκίσκος και μετακουνήθηκε· ανάμεσα σε δυο πειρασμούς έπεσε απόψε η ψυχή μου· κοιμήσου!

Άλλο που δεν ήθελα· έκλεισα τα μάτια και με άρπαξε ο ύπνος· το πρωί που ξύπνησα, είδα το Φραγκίσκο, γονατιστό απάνω στο κατώφλι, ν' αφουκράζεται, εκστατικός, τον κόσμο που ξυπνούσε.

 

VIII

 

Ακόμα και τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια, όταν ανανογιέμαι την άγια πόλη, ζαλίζουμαι. Βλέπω ακόμα το Φραγκίσκο να κάθεται σ' ένα χαμηλό σκαμνί, στην αντικάμαρα του πάπα, να περιμένει ν' ανοίξει η πόρτα να μπει. Μια μέρα, δυο, τρεις· από το πρωί ως το βράδυ, κι οι δυο μαζί, κουρασμένοι, πεινασμένοι, ξυπόλυτοι. Δεσποτάδες μπαινόβγαιναν, λαμπροφορεμένοι καρδινάλιοι, αρχόντισσες μεγάλες· κι ο Φραγκίσκος, στο ταπεινό σκαμνάκι του, προσεύχουνταν και περίμενε.

— Το Χριστό θα τον βλέπαμε πιο εύκολα, του 'πα την τρίτη μέρα αγαναχτισμένος.

— Μακριά πολύ, μου αποκρίθηκε, ψηλά πολύ το πρόσωπο του πάπα· τρεις μέρες ανηφορίζουμε· αύριο θα τον αντικρίσουμε· είδα όνειρο· υπομονή, φράτε Λεόνε!

Κι αλήθεια, την τέταρτη μέρα, το παπαδόπουλο ο πορτάρης μάς έγνεψε, η φαρδιά πόρτα άνοιξε· ο Φραγκίσκος έκαμε το σταυρό του, κοντοκρατήθηκε μια στιγμή, κουφογονάτισε.

— Κουράγιο, αδερφέ Φραγκίσκο, του 'πα σιγά· μην ξεχνάς, ο Χριστός σε στέλνει· μην τρέμεις.

— Δεν τρέμω, φράτε Λεόνε, μουρμούρισε και δρασκέλισε αποφασιστικά το κατώφλι.

Χρυσοστόλιστη στενόμακρη σάλα, στους τοίχους ζωγραφισμένα τα πάθη του Χριστού, δεξά και ζερβά αγάλματα, οι δώδεκα Απόστολοι· στο βάθος, σε αψηλό θρόνο, ένας βαρύς γέροντας, κι είχε το κεφάλι ακουμπισμένο στην απαλάμη, με σφαλιχτά τα μάτια, συλλογισμένος.  Δε θα μας άκουσε που μπήκαμε, δεν κουνήθηκε. Εγώ στάθηκα πλάι στην πόρτα, δεν προχώρεσα· ο Φραγκίσκος προχώρησε τρέμοντας, ζύγωσε στο θρόνο, γονάτισε κι ακούμπησε το μέτωπο του χάμω.

Κάμποση ώρα σιωπή· ακούγαμε την ανάσα του γέροντα βαριά, αγκουσεμένη, σα να στέναζε· κοιμόταν, προσεύχουνταν για κι είχε μεσόκλειστα τα μάτια και μας κρυφοκοιτούσε; Σαν ένα επικίντυνο θεριό μου φάνηκε, που έκανε πως κοιμόταν και ξάφνου θα χιμούσε απάνω μας.

— Πάτερ άγιε… ακούστηκε τότε σιγαλινή, παρακαλεστικιά η φωνή του Φραγκίσκου.   Πάτερ άγιε…

Ο πάπας ανασήκωσε αγάλια το κεφάλι, κοίταξε χάμω, τον είδε· έπαιξαν τα ρουθούνια του.

— Τι βρώμα είναι ετούτη, έκαμε και τα φρύδια του ανεβοκατέβηκαν όλο θυμό· τι κουρέλια; τι ξυπολυσιά;  Ποιος είσαι;

Ο Φραγκίσκος με το πρόσωπο κατάχαμα:

— Ένας ταπεινός δούλος του Θεού από την Ασίζη, πάτερ άγιε, αποκρίθηκε.

— Από ποιο χοιροστάσι βγήκες; τέτοια θαρρείς πως είναι η μυρωδιά της Παράδεισος; Δεν πλύθηκες, δεν ντύθηκες, να παρουσιαστείς, μπροστά μου;  Τι θες;

Ο Φραγκίσκος είχε καταγράψει στο νου του, όλες ετούτες τις νύχτες που δεν μπορούσε να κοιμηθεί, τι να πει στον πάπα· όλο το λόγο που θα 'βγαζε τον είχε αρμολογήσει μέσα του με πολλή τέχνη, αρχή, μέση, τέλος· μην μπας και θαρρέψει ο πάπας πως δεν ξέρει τι του γίνεται· μα τώρα που βρέθηκε μπροστά στον ίσκιο του Θεού, τα 'χασε· άνοιξε δυο τρεις φορές το στόμα του, δεν μπόρεσε να βγάλει ανθρώπινη λαλιά, μπεμπέρισε σαν αρνί.

Ο πάπας μάζεψε τα φρύδια:

— Δεν μπορείς να μιλήσεις; μίλα, τι θέλεις;

— Ήρθα να πέσω στα πόδια σου, πάτερ άγιε, και να σου ζητήσω μια χάρη.

— Τι χάρη;

— Ένα προνόμιο.

— Προνόμιο, εσύ;  Τι προνόμιο;

— Το προνόμιο της τέλειας φτώχειας, πάτερ άγιε.

— Πολλά ζητάς!

— Θέλουμε μερικοί αδερφοί να παντρευτούμε τη φτώχεια· κι ήρθαμε να βλογήσεις το γάμο μας, πάτερ άγιε· και να μας δώσεις την άδεια να κηρύχνουμε.

— Να κηρύχνετε τι;

— Την τέλεια Φτώχεια, την τέλεια Υπακοή, την τέλεια Αγάπη.

— Δεν έχουμε την ανάγκη σας· αυτά τα κηρύχνουμε κι εμείς· πήγαινε στην ευκή του Θεού!

Ο Φραγκίσκος ξεκόλλησε το πρόσωπό του από τη γης, πετάχτηκε απάνω:

— Πάτερ άγιε, είπε τώρα με σταθερή φωνή, συμπάθα με, δε φεύγω· με πρόσταξε ο Θεός να 'ρθω να σου μιλήσω, ήρθα· παρακαλώ σε, άκουσε με: Είμαστε φτωχοί, κουρελήδες, αγράμματοι· περνούμε στους δρόμους και μας ρίχνουν πέτρες και λεμονόκουπες· κι ο λαός πετιέται από τα σπίτια του κι από τ' αργαστήρια και μας γιουχαΐζει· να πώς, δόξα να 'χει ο Θεός, άρχισε η πορεία μας· όμοια δεν ξεκινάει πάντα απάνω στη γης κάθε μεγάλη Ελπίδα; Έχουμε τα θάρρη μας στη φτώχεια μας και στην αγραμματοσύνη και στην καρδιά μας που πήρε φωτιά. Όταν κίνησα να σε βρω, πάτερ άγιε, είχα καθαρά καταστρώσει στο νου μου τι και τι θα σου αραδιάσω, για να σε κάμω να πεις το ναι και να πατήσεις τη βούλα σου· μα τώρα όλα τα ξέχασα· σε κοιτάζω και πίσω σου βλέπω το Σταυρωμένο και πίσω από το Σταυρωμένο την Ανάσταση του Χριστού και πίσω από την Ανάσταση του Χριστού την ανάσταση και του έρημου, παντέρμου κόσμου. Τι χαρά είναι ετούτη, πάτερ άγιε; Πώς να μην τα σαστίσει ο νους του ανθρώπου; Τα σάστισα· δεν ξέρω από που ν' αρχίσω, ποια η αρχή, ποια η μέση, ποιο το τέλος. Όλα είναι ένα, ένας στεναγμός είναι όλα πάτερ άγιε, ένας χορός, μια μεγάλη ανέλπιδη, πανέλπιδη κραυγή. Αχ, να με άφηνες, πάτερ άγιε, να τραγουδήσω, για να μπορέσω να σου πω τι ζητώ από σένα!

Από τη γωνιά που στέκουμουν, θωρούσα κι άκουγα το Φραγκίσκο κι έτρεμα· τα πόδια του σάλευαν ανυπόμονα, τρικυμισμένα, ρίχνουνταν ένα βήμα δεξά, ρίχνουνταν ένα βήμα ζερβά, πότε αργά, πότε βίαια, σαν τους καλούς χορευτάδες που σιγοχορεύουν μυστικά προτού να ριχτούν αλάκεροι στην άγια ζάλη του χορού. Σίγουρα το πνέμα του Θεού τον στριφογύριζε· τώρα θα χτυπούσε τα παλαμάκια και θα 'πιανε το χορό, κι ο πάπας θα μας έδιωχνε.

Και να, εκεί που το στοχάζουμουν, ο Φραγκίσκος σήκωσε τα χέρια:

— Μου 'ρχεται, πάτερ άγιε, και μη προς κακοφανισμό σου, να σύρω μια σπαραχτικιά φωνή, να χτυπήσω τα παλαμάκια και ν' αρχίσω να χορεύω. Από πάνω μου, από κάτω μου, δεξά, ζερβά μου, φυσάει ο Θεός, και σαν το ξερό πλατανόφυλλο με στρουφίζει! Ζύγωσα σιγά:

— Φραγκίσκο, αδερφέ μου, μουρμούρισα, βρίσκεσαι ομπρός στον πάπα· δεν έχεις σέβας;

— Βρίσκουμαι ομπρός στο Θεό, αποκρίθηκε αυτός δυνατά, πως αλλιώς θες να τον ζυγώσω παρά χορεύοντας και τραγουδώντας;  Κάμε τόπο· θα χορέψω!

Ανάγυρε το κεφάλι, τέντωσε τα μπράτσα του δεξά ζερβά, πρόβαλε το ένα πόδι, ύστερα το άλλο, λύγισε τα γόνατα, τινάχτηκε απάνω, τα ξαναλύγισε, κουκούβισε ως χάμω, κι ευτύς ως άγγιξε τη γης, πήρε φόρα και πήδηξε στον αέρα, με ανοιχτά δεξό-ζερβα τα μπράτσα, κι ήταν θαρρείς ένας σταυρωμένος που χόρευε.

Έπεσα στα πόδια του πάπα:

— Πάτερ άγιε, συχώρεσε τον μέθυσε από Θεό και δεν ξέρει που βρίσκεται· πάντα του χορεύει, όταν προσεύχεται.

Ο πάπας τινάχτηκε από το θρόνο του, με βιας ανακρατώντας τη μάνητα· τον έπιασε από τον ώμο:

— Φτάνει! του φώναξε· ο Θεός δεν είναι κρασί να μεθάς, άε στις ταβέρνες να χορεύεις.

Ο Φραγκίσκος σταμάτησε, ακούμπησε στον τοίχο λαχανιασμένος· κοίταξε γύρα του, συνήφερε.

— Φεύγα! πρόσταξε ο πάπας κι άπλωσε το χέρι να χτυπήσει το καμπανάκι να 'ρθει ο θυροκράτης.

Μα ο Φραγκίσκος, γαληνεμένος πια, ξεκόρμισε από τον τοίχο.

— Κάμε υπομονή, άγιε πάτερ· θέλω, μα δεν πρέπει να φύγω· έχω ακόμα ένα λόγο να σου πω· χτες τη νύχτα είδα όνειρο…

— Όνειρο; "Έχω μεγάλες έγνοιες, καλόγερε, κρατώ στους ώμους μου την οικουμένη, δεν έχω καιρό ν' ακούω ονείρατα.

— Προσκυνώ την αγιότητά σου, πάτερ άγιε, τ' όνειρο ετούτο μπορεί να 'ναι μήνυμα τ' ουρανού· μεγάλη μαντατοφόρα του Θεού είναι η νύχτα· καταδέξου να το ακούσεις.

— Μεγάλη μαντατοφόρα του Θεού είναι η νύχτα· λέγε, είπε ο πάπας και κάθισε πάλι στο θρόνο του συλλογισμένος.

— Μου φάνηκε, πάτερ άγιε, πως στέκουμουν σ' ένα αψηλό έρημο βράχο και κοίταζα την εκκλησιά του Λατερανού, που 'ναι μάνα όλων των εκκλησιών κι εκεί που την κοίταζα, την είδα ξάφνου να τρεκλίζει, το καμπαναριό της να γέρνει κι οι τοίχοι να ραΐζουν κι άκουσα φωνή στον αέρα: «Φραγκίσκο, βόηθα!»

Ο πάπας αρπάχτηκε από τα βραχιόνια του θρόνου, έγειρε με ορμή το απανωκόρμι, σα να 'θελε να χιμήξει στο Φραγκίσκο· η φωνή του ακούστηκε τραχιά, λαχανιασμένη:

— Κι ύστερα; ύστερα;  Μη σταματάς!

— Δεν είδα τίποτ' άλλο, πάτερ άγιε· έφυγε τ' όνειρο, ξύπνησα.

Ο πάπας μ' ένα σάλτο κατέβηκε από το θρόνο, έσκυψε, άρπαξε το Φραγκίσκο από το σβέρκο:

— Μην κρύβεις το πρόσωπο! πρόσταξε· σήκωσε το πρόσωπο να σε δω!

— Ντρέπουμαι, πάτερ άγιε, είμαι ένα σκουλήκι.

— Βγάλε την κουκούλα, σήκωσε το πρόσωπο να σε δω! πρόσταξε πάλι.

— Να με, πάτερ άγιε, έκαμε ο Φραγκίσκος και κατέβασε την κουκούλα και φάνηκε το πρόσωπο του.

Μια αχτίδα ήλιου μπήκε από το παράθυρο κι έπεσε απάνω στο πρόσωπο του Φραγκίσκου· φωτίστηκαν τα μαραμένα μάγουλά του, το μαραμένο στόμα, τα βουρκωμένα μεγάλα μάτια.

Ο πάπας έσυρε φωνή:

— Εσύ;! φώναξε, εσύ;! Όχι, όχι, δεν το δέχουμαι! Πότε είδες τ' όνειρο;

— Τα ξημερώματα.

Κι εγώ, βρουχήθηκε ο πάπας, κι εγώ τα ξημερώματα.

Πήγε στο παράθυρο, το άνοιξε, πλαντούσε· χίμηξε μέσα η βουή της πολιτείας· το 'κλεισε πάλι.

Γύρισε γοργοπατώντας στο Φραγκίσκο, τον τίναξε από τον ώμο.

— Είδες ποτέ σου εσύ το Θεό; τον ρώτησε με θυμό και καταφρόνια.

— Συχώρεσε με, πάτερ άγιε, ναι, χτες τη νύχτα.

— Σου μίλησε;

— Όλη τη νύχτα μείναμε μαζί και δε μιλούσαμε. Κάπου κάπου μονάχα, Του 'λεγα: «Πατέρα!» κι Αυτός μου αποκρινόταν: «Παιδί μου!» Τίποτ' άλλο! Τα ξημερώματα είδα τ' όνειρο.

Ο πάπας, σκυμμένος, ερευνούσε αχόρταγα, με ταραχή, το πρόσωπο του Φραγκίσκου.

— Άβυσσος οι βουλές του Υψίστου, άβυσσος… Σήμερα τα ξημερώματα, όταν έφυγε τ' όνειρο από σένα, καλόγερε, ήρθε και με βρήκε. Είδα κι εγώ την εκκλησιά να γέρνει να γκρεμιστεί… Μα είδα ακόμα κι άλλα, που εσύ, καλόγερε, δεν τα 'δες. Ένας καλόγερος κουρελής, ασκημομούρης…

Αγκομαχούσε, σώπασε.

— Όχι, όχι! βρουχήθηκε σε λίγο, ντροπή μεγάλη! Δε φτάνει λοιπόν ο πάπας; Δεν είμαι εγώ που κρατώ τα δυο κλειδιά που ανοίγουν τον ουρανό και τη γης; Κύριε, γιατί με αδικείς; Δεν είμαι εγώ που εξόντωσα τους άνομους, άγριους αιρετικούς, τους Καθαρούς, και ξαναστύλωσα την πίστη στην Προβηγκία; Δεν ξεπάτωσα την κολασμένη σφηκοφωλιά, την πόλη του Κωσταντίνου, και δεν κουβάλησα τ' αμύθητα πλούτη της — χρυσάφι, δαλματικές, κονίσματα, χερόγραφα, σκλάβους και σκλάβες — στην αυλή Σου; Δεν κάρφωσα το σταυρό σε όλα τα κάστρα της Ιταλίας; Δε μάχουμαι να ξεσηκώσω τη χριστιανοσύνη να λευτερώσει τον άγιο τάφο Σου; Γιατί λοιπόν δε μ' έκραξες έμενα; μόνο ήρθε ένας κουρελής, ασκημομούρης καλόγερος, έβαλε τη ράχη του στους τοίχους της εκκλησιάς που έγερναν να γκρεμιστούν και τη στύλωσε;

Φούχτωσε πάλι από το σβέρκο το Φραγκίσκο, τον βωλόσυρε ως το παράθυρο, στο φως· του αναποδογύρισε το κεφάλι, έσκυψε απάνω του, αλαφιασμένος.

— Μπας κι είσαι εσύ; έκαμε· έμοιαζε του κουρελή καλόγερου το πρόσωπο με το πρόσωπο σου! Εσύ το λοιπόν θα σώσεις την Εκκλησιά; Δεν το δέχουμαι! Κύριε, είμαι ο ίσκιος Σου απάνω στη γης, μη με ντροπιάσεις!

Τίναξε βίαια το κεφάλι του Φραγκίσκου, άπλωσε το μπράτσο κατά την πόρτα:

— Φεύγα!

— Πάτερ άγιε, έκαμε ο Φραγκίσκος, μια φωνή μέσα μου σηκώνεται:  «Μη φύγεις!»

— Είναι η φωνή του Σατανά, αντάρτη!

— Είναι η φωνή του Χριστού, πάτερ άγιε, τη γνωρίζω. «Μη φύγεις! με προστάζει· άνοιξε την καρδιά σου στον αντιπρόσωπό μου απάνω στη γης· είναι το σπλάχνο του γεμάτο έλεος, θα σ' ελεήσει.»

Ο πάπας έσκυψε το κεφάλι, γύρισε αργοπατώντας και κάθισε στο θρόνο του· απάνω από το βαρύ κεφάλι του έλαμπαν, ζωγραφισμένα αψηλά στο θρόνο, δυο γιγάντια κλειδιά, το ένα χρυσό, το άλλο ασημένιο.

— Λέγε, είπε κι είχε μαλακώσει τώρα η φωνή του, δεν μπορώ ακόμα να βγάλω κρίση· τι θέλεις; σε ακούω.

— Δεν ξέρω τι να πω, πάτερ άγιε, από που ν' αρχίσω, πώς ν' απιθώσω την καρδιά μου κάτω από τις άγιες σου πατούσες. Είμαι ο καραγκιόζης του Θεού, πηδώ και χορεύω και τραγουδώ για να κάμω μια στιγμή το αχείλι Του να γελάσει. Τίποτ' άλλο δεν είμαι, τίποτ' άλλο δεν είμαι άξιος να κάμω· δώσ' μου την άδεια, πάτερ άγιε, να τραγουδώ σε χώρες και χωριά και να χορεύω. Και να 'μαι κουρελής και ξυπόλυτος και να μην έχω να φάω.

— Γιατί η τόση σου λαχτάρα να κηρύχνεις;

— Γιατί, πάτερ άγιε, νιώθω φτάσαμε στην άκρα της αβύσσου· δώσ' μου την άδεια να φωνάζω: Γκρεμιζόμαστε! Τίποτ' άλλο δε ζητώ· να φωνάζω:  Γκρεμιζόμαστε!

— Με την κραυγή αυτή, καλόγερε, θαρρείς θα σώσεις την Εκκλησία;

— Κύριε ελέησον! Τι 'μαι εγώ, να σώσω την Εκκλησία; Δεν είναι ο πάπας, δεν είναι οι καρδινάλιοι κι οι δεσποτάδες, δεν είναι ο Χριστός να τη διαφεντέψουν; Εγώ, το ξέρεις, ένα μονάχα ζητώ: να φωνάζω:   Γκρεμιζόμαστε!

Έβγαλε από τον κόρφο του τον Κάνονα, που μου'χε ύπα·γορέψει κι έγραψα· σούρθηκε στα πόδια του θρόνου:

— Στα πόδια του θρόνου σου, πάτερ άγιε, απιθώνω τον Κάνονα τούτον, που θα κυβερνάει τους αδερφούς μου και μένα· καταδέξου να πατήσεις απάνω του την άγια σου βούλα.

Ο πάπας κάρφωσε τα μάτια του στο Φραγκίσκο.

— Φραγκίσκο της Ασίζης, είπε αργά, βαριά, σα να τον ξόρκιζε, Φραγκίσκο της Ασίζης, ξεκρίνω γύρα από το πρόσωπο σου φλόγες· είναι οι φλόγες της Κόλασης, είναι οι φλόγες της Παράδεισος; Δεν έχω εμπιστοσύνη στους αλαφροΐσκιωτους που ζητούν τ' αδύνατα, την τέλεια αγάπη, την τέλεια παρθενιά, την τέλεια φτώχεια. Γιατί ζητάς να ξεπεράσεις τον άνθρωπο; Γιατί τολμάς να θες να φτάσεις όπου μονάχα ο Χριστός έφτασε και στέκεται ολομόναχος; Μεγάλη αναίδεια! το νου σου, Φραγκίσκο της Ασίζης· το αληθινό πρόσωπο του Σατανά είναι η αλαζονεία. Ποιος σου λέει πως δεν είναι ο Σατανάς που σε σπρώχνει να μπεις μπροστά άπ' όλους και να κηρύχνεις τ' αδύνατα;

Ο Φραγκίσκος χαμήλωσε το κεφάλι με ταπεινοσύνη:

— Πάτερ άγιε, είπε, δώσ' μου την άδεια να μιλήσω με παραβολές.

— Αναίδεια και τούτη! βρουχήθηκε ο πάπας· έτσι μιλούσε ο Χριστός.

— Συχώρεσε με, πάτερ άγιε, δεν μπορώ αλλιώς· χωρίς να το θέλω, ο στοχασμός, κι όχι μονάχα ο στοχασμός, παρά κι η πιο μεγάλη ελπίδα, κι η πιο μεγάλη απελπισία, όταν απομείνει πολύν καιρό μέσα μου, γίνεται παραμύθι. Αν σκίσεις την καρδιά μου, πάτερ άγιε, δε θα βρεις παρά το χορό και το παραμύθι· τίποτ' άλλο.

Σταύρωσε τα χέρια του, σώπασε· ο πάπας τον κοίταζε αμίλητος.

Περίμενε ο Φραγκίσκος τη φωνή· μα αυτός σώπαινε. Σήκωσε ο Φραγκίσκος το κεφάλι του:

— Να μιλήσω, πάτερ άγιε;

— Σε ακούω.

— Όταν, στην καρδιά του χειμώνα, η μυγδαλιά σκεπάστηκε από άνθους, όλα τα δέντρα γύρα πήραν να την προγκούν «τι φαντασμένη, έλεγαν, τι αναίδεια! θαρρεί πως έτσι θα φέρει την άνοιξη!» Κι η μυγδαλιά ντράπηκε, κοκκίνισαν τ' άνθη της. «Συμπαθάτε με, αδερφές μου, είπε, ορκίζουμαι δεν το 'θελα· μα ξαφνικά ένιωσα ένα ζεστό ανοιξιάτικο αεράκι στην καρδιά μου.»

Ο πάπας τώρα δεν κρατήθηκε, πετάχτηκε απάνω.

— Φτάνει! φώναξε· δεν έχει όρια η αλαζονεία σου κι η ταπεινοσύνη· μέσα σου ο Θεός κι ο Σατανάς παλεύουν, και το ξέρεις.

— Το ξέρω, πάτερ άγιε, γι' αυτό κι ήρθα να σου ζητήσω σωτηρία· άπλωσε το χέρι σου, βόηθα! Δεν είσαι η κεφαλή της χριστιανοσύνης; Δεν είμαι μια ψυχή που κιντυνεύει; Βόηθα!

— Θα μιλήσω με το Θεό και θα πάρω απόφαση· άε στο καλό! Έπεσε μπρούμυτα ο Φραγκίσκος, προσκύνησε· και πίσω δρομώντας βγήκε από την πόρτα κι εγώ ξοπίσω του.

 

Πήραμε τους δρόμους, περπατούσαμε ανάερα, σα μεθυσμένοι. Άνοιγαν και μάζευαν οι δρόμοι σα φυσαρμόνικες, τα σπίτια κουνιούνταν, έγερναν τα καμπαναριά, ο αγέρας γέμισε άσπρες φτερούγες· απλώναμε τα μπράτσα, σα να κολυμπούσαμε, για να περάσουμε. Κάθε τόσο μας φαίνουνταν πως κάποιος μάς έκραζε με τ' όνομά μας· στρεφόμαστε να δούμε, κανένας. Οι κυράδες περνούσαν από μπρος μας, φρεγάδες με κάργα τα πανιά, και φυσούσε άνεμος πρίμος· ακούγαμε πίσω μας μια θάλασσα από ανθρώπους, από ταβέρνες, από αλόγατα που χλιμιντρούσαν. Κρέμουνταν στα παράθυρα μεγάλα μαύρα σταφύλια, μια χιλιόχρονη κληματαριά ήταν η γριά εκκλησιά του Λατερανού, έριχνε τους απλοκαμούς της, αγκάλιαζε πόρτες, παράθυρα, μπαλκόνια, αλάκερη την πολιτεία και χάνουνταν κατάκαρπη στον ουρανό.

Φτάσαμε στον ποταμό, κατεβήκαμε στον όχτο, βουτήξαμε τα πρόσωπά μας στο νερό, δροσιστήκαμε· στερεώθηκε το μυαλό μας, στερεώθηκε ο κόσμος· αφανίστηκαν τα σταφύλια. Στράφηκε ο Φραγκίσκος και με κοίταξε ξαφνιασμένος, σα να μ' έβλεπε για πρώτη φορά.

— Ποιος είσαι; μου κάνει ανήσυχος.

Μα ευτύς συνήφερε, έπεσε στην αγκαλιά μου:

— Συχώρεσε με, φράτε Λεόνε, βλέπω τα πάντα για πρώτη φορά· τι 'ναι ετούτη η βουή που μας περιτριγυρίζει; Ετούτη η βουή είναι η πολιτεία; η Ρώμη; Που 'ναι οι Απόστολοι, που 'ναι ο Χριστός;  Πάμε να φύγουμε!

Κοίταξε γύρα, χαμήλωσε τη φωνή του.

— Τον άκουσες; ήσουν εκεί, τον άκουσες· τι φρόνιμα που μιλούσε, τι νοικοκυρίστικα, τι σίγουρα! Όποιος τον ακλουθάει, ποτέ δε θα χαθεί μήτε και ποτέ θα πηδήξει απάνω από τη λάσπη του ανθρώπου· κι εμείς, φράτε Λεόνε, ποιος είναι ο σκοπός μας; να πηδήξουμε απάνω από τη λάσπη του ανθρώπου!

— Μπορούμε; αποκότησα να ρωτήσω — μα ευτύς μετάνιωσα.

— Τι είπες; έκαμε ο Φραγκίσκος και στάθηκε.

Ζάρωσα.

— Τίποτα, αδερφέ Φραγκίσκο· δε μίλησα εγώ· μίλησε μέσα μου ο Πειρασμός.

Ο Φραγκίσκος χαμογέλασε με πίκρα:

— Ως πότε, φράτε Λεόνε, θα μιλάει μέσα σου ο Πειρασμός;

— Ως να πεθάνω, αδερφέ Φραγκίσκο· θα πεθάνει κι αυτός μαζί μου.

— Έχε εμπιστοσύνη στην ψυχή του ανθρώπου, φράτε Λεόνε, και μην ακούς τους φρόνιμους· μην ακούς τους φρόνιμους, φράτε Λεόνε· η ψυχή μπορεί τ' αδύνατα.

Περπατούσε γρήγορα τον όχτον όχτο, τα πόδια του τσαλαβουτούσαν στη λάσπη του ποταμού. Απότομα στάθηκε, με περίμενε. Απίθωσε βαριά το χέρι του στον ώμο μου.

— Φράτε Λεόνε, άνοιξε το μυαλό σου, χάραξε στο μυαλό σου το λόγο που θα σου πω: Το κορμί του ανθρώπου είναι το τόξο, ο Θεός είναι ο τοξότης κι η ψυχή η σαΐτα. Κατάλαβες;

— Κατάλαβα και δεν κατάλαβα, αδερφέ Φραγκίσκο· τι θες να πεις; Χαμήλωσε το στοχασμό σου, να μπορέσει ο νους μου να τον φτάσει.

— Ετούτο θέλω να πω, φράτε Λεόνε: Τριών λογιών είναι η προσευκή:

» Η πρώτη: Θεέ μου, τέντωσε με, αλλιώς θα σαπίσω.

» Η δεύτερη: Θεέ μου, μη με παρατεντώσεις, θα σπάσω.

» Η τρίτη:   Παρατέντωσέ με, κι ας σπάσω!

» Παρατέντωσέ με κι ας σπάσω! να η προσευκή η δικιά μας, φράτε Λεόνε! Τριών λογιών είναι οι προσευκές, τριών λογιών κι οι άνθρωποι. Βάλτ' το καλά στο νου σου και μην τρέμεις· πόσες φορές σου το 'χω πει; σου το ξαναλέω: και τώρα ακόμα έχεις καιρό να φύγεις, να γλιτώσεις, να μη σπάσεις!

Έσκυψα, άρπαξα το χέρι του Φραγκίσκου, το φίλησα:

Παρατέντωσέ με, αδερφέ Φραγκίσκο, είπα, κι ας σπάσω!

Κάμποση ώρα προχωρούσαμε αμίλητοι· πατούσα το πόδι μου απάνω στ' αχνάρια του Φραγκίσκου και χαίρουμουν μα συνάμα κι έτρεμα που ακολουθούσα, εγώ ο ανάξιος, τον άνθρωπο ετούτον, το χλωμό, τον επικίντυνο, που παρακαλούσε το Θεό να τον παρατεντώσει κι ας σπάσει· τι να κάμω; τον παρακαλούσα κι εγώ· μα ο Φραγκίσκος αγάλλουνταν κι εγώ έτρεμα. Μου λέει να φύγω· πώς να φύγω; πολύ γλυκός είναι ο άρτος των αγγέλων που με ταΐζει· θυμούμαι ένα βράδυ που οι αδερφοί μουρμούριζαν γιατί πεινούσαν, ο Φραγκίσκος μάζεψε τα φρύδια του, θύμωσε: «Πεινάτε, είπε, γιατί μπροστά σας είναι, μεγάλος σα μυλόπετρα, ο άρτος των αγγέλων και δεν τον βλέπετε· δεν τον βλέπετε και δεν απλώνετε το χέρι να κόψετε μια φέτα να φάτε και να μην πεινάσετε πια στον αιώνα!»      Άξαφνα, πίσω μας, μια γνώριμη φωνή:

— Αδερφέ Φραγκίσκο!  Αδερφέ Φραγκίσκο! Στραφήκαμε· ένας καλόγερος έτρεχε αγκομαχώντας να μας φτάσει.

— Ο παπα-Σίλβεστρος! ξεφώνισε ο Φραγκίσκος κι έδραμε να τον καλωσορίσει. Τι γυρεύεις εδώ; γιατί παράτησες τα πρόβατά μου;

Τον έσφιγγε στην αγκαλιά του και τον ρωτούσε· κι αυτός, λαχανιασμένος, άρχισε να μιλάει κοντανασαίνοντας και να κλαίει:

— Κακά μαντάτα, αδερφέ Φραγκίσκο! Όσο βρίσκουσουν μαζί μας, ο Πειρασμός περιτριγύριζε το μαντρί μας, έτριζε τα δόντια του, ούρλιαζε μα δεν τολμούσε να πηδήξει το φράχτη και να μπει· οσμίζουνταν το χνώτο σου, αδερφέ Φραγκίσκο, κι έτρεμε· τώρα που έφυγες…

— Πήδηξε το φράχτη, μπήκε;

— Πήδηξε το φράχτη, αδερφέ Φραγκίσκο, μπήκε· έσκυψε στο αυτί του Σαμπατίνο, του Άγγελου, του Ρουφίνου, έπεφτε απάνω σε άλλους αδερφούς, εκεί που κοιμούνταν κι ήταν αφρούρητη η ψυχή τους, και τους μιλούσε για τα μαλακά κρεβάτια, για τα φαγιά, για τις γυναίκες… Και το πρωί ξυπνούσαν οι αδερφοί αγκουσεμένοι, κατσούφηδες, και δίχως αιτία κι αφορμή αγουρομιλούσαν ο ένας στον άλλο και καβγάδιζαν. Πολλές φορές πιάνουνταν και στα χέρια, κι εγώ του κάκου έμπαινα στη μέση και φώναζα: «Ομόνοια, αδερφοί, ομόνοια! Δε φοβάστε το Θεό; Δεν ντρέπεστε το Φραγκίσκο; Ανάμεσά μας βρίσκεται και μας θωράει και μας ακούει!» Μα που να με ακούσουν! «Πεινούμε! φώναζε ο Σαμπατίνο· νηστικό αρκούδι δε χορεύει, έτσι να του πεις, θέμε να φάμε! να φάμε!» Τους είχε γραπώσει ο Πειρασμός από την κοιλιά και τους τραβούσε στην Κόλαση.

— Κι ο Βερνάρδος κι ο Πέτρος; ρώτησε ο Φραγκίσκος με αγωνία.

— Αυτοί, ξεμοναχεμένοι, πάντα μαζί, προσεύχουνται.

— Κι ο Ηλίας;

— Αυτός θέλει ν' αλλάξει τον Κάνονά σου, αδερφέ Φραγκίσκο· πολλά αυστηρός του φαίνεται, πολλά απάνθρωπος, βαριά 'ναι, λέει, η τέλεια Φτώχεια, δεν μπορεί, λέει, να φτάσει η φύση του ανθρώπου την τέλεια Αγάπη μήτε την τέλεια Αγνότητα· πάει κι έρχεται, μιλάει, κρυφομιλάει, τη νύχτα έχει γραμματικό του τον Αντώνιο και γράφει τον καινούριο Κάνονα. Έχει τρανούς σκοπούς στο νου του, θα χτίσει, λέει, εκκλησιές, μοναστήρια, πανεπιστήμια, θα πέψει ιεραπόστολους ως τα πέρατα της γης, να κυριέψουνε τον κόσμο· πρέπει, λέει, ο κόσμος να βάλει κουκούλα κι έτσι να παρουσιαστεί στο Θεό!

Ο Φραγκίσκος αναστέναξε:

— Τι έχεις ακόμα να πεις, αδερφέ Σίλβεστρο; Μη με λυπάσαι, λέγε.

— Ο Κάπελας σήκωσε κι αυτός δικό του λάβαρο· πολλά μαλακό βρίσκει αυτός τον Κάνονά σου· και θέλει να 'ρθει κι αυτός εδώ στη Ρώμη, να πάρει την άδεια από τον πάπα να κάμει δικό του τάγμα. Μια φορά, λέει, το χρόνο να τρώμε κρέας, το Πάσχα· όλο τον άλλο χρόνο, νερό μονάχα και πίτουρα· και μόνο την Κυριακή να ρίχνουμε μέσα και λίγο αλάτι. Κι έπειτα να μη μιλούμε, λέει, αναμεταξύ μας, γιατί κι η κουβέντα είναι πολυτέλεια· να μιλούμε μονάχα στο Θεό. Πέταξε το πράσινο καπέλο του με την κόκκινη κορδέλα· το λαχπάτησε με λύσσα. «Όχι, φώναξε, καπέλο, μήτε κουκούλα· να περπατούμε χειμώνα καλοκαίρι ξεσκούφωτοι.»

— Λέγε ακόμα, λέγε ακόμα, αδερφέ Σίλβεστρο, έκαμε ο Φραγκίσκος· ετούτες είναι οι μεγαλύτερες πληγές, χτύπα!

— Καινούριοι αδερφοί ολοένα καταφτάνουν, αδερφέ Φραγκίσκο, γραμματισμένοι, έξυπνοι, κρατούν χοντρές περγαμηνές, γράφουν, διαβάζουν, βγάζουν λόγους στην εκκλησιά, φορούν αμπάλωτα ράσα και πέτσινα σαντάλια, μας κοιτάζουν και γελούν. Κι εμείς οι παλιοί αδερφοί σου, πού να σηκώσουμε κεφάλι! Δεν έχουμε δύναμη, αδερφέ Φραγκίσκο, μας λείπεις και συ, πώς ν' αντισταθούμε; Σκορπίσαμε. Δυο από τους νέους αδερφούς, μια βραδιά, ξενοκοιμήθηκαν. «Πού γυρίζατε τη νύχτα;» τους ρώτησα το πρωί που ήρθαν κατακουρασμένοι, ξεπνεμένοι. Δεν ήθελαν ν' αποκριθούν, μα έβγαζαν μιαν παράξενη δριμιά μυρωδιά κι ο αδερφός Βερνάρδος λιποθύμησε.

Ο Φραγκίσκος ακούμπησε απάνω μου να μην πέσει.

— Έκανα υπομονή, εξακολούθησε ο αδερφός Σίλβεστρος, έλεγα, γρήγορα θα γυρίσεις, αδερφέ Φραγκίσκο, να διώξεις τον Πειρασμό, να βάλεις τάξη· μα τότε έγινε ένα πράμα φοβερό, αδερφέ Φραγκίσκο. Μεγάλη Παρασκευή, είχαμε μαζωχτεί όλοι οι αδερφοί το βράδυ, δεν είχαμε τίποτα να φάμε, μας είχαν βαρεθεί μαθές οι χριστιανοί και δε μας ελεούσαν, κι εγώ τους μιλούσα για τα πάθη του Χριστού και δόξαζα το Θεό που σήμερα, τη μέρα του σταυρωμού Του, την περάσαμε με τέλεια νηστεία και προσευκή. Η φορτωμένη κοιλιά, τους έλεγα, βαραίνει την προσευκή, γίνεται μολύβι και δεν την αφήνει ν' ανέβει στον ουρανό. Χαίρεται ο διάβολος, τους έλεγα, όταν βλέπει τον άνθρωπο να φοβάται την πείνα. Όπου, εκεί που τους μιλούσα, ένας μαύρος καλοθρεμμένος τράγος στρουφοκέρατος πρόβαλε στο κατώφλι· τρόμαξα· τα μάτια του γυάλιζαν στο σκοτάδι καταπράσινα κι από το σφηνωτό γενάκι του χύνουνταν φλόγες. Πέντ' έξι αδερφοί, ως τον είδαν, έσυραν χαρούμενη φωνή και πετάχτηκαν απάνω· ένας κρατούσε ένα μακρύ μαχαίρι, οι άλλοι ξεζώστηκαν τα κομποσκοίνια τους, τα 'καμαν θελιά και χίμηξαν να τον θελιάσουν από το λαιμό. Τινάχτηκε ο τράγος ορθός στα πισινά του, μια στιγμή χόρεψε κι ύστερα έδωκε μια και χύθηκε κατά το δάσο· χύθηκαν κι οι αδερφοί ξοπίσω του· έτρεχα κι εγώ και τους φώναζα: «Σταθείτε, αδερφοί, ανοίχτε τα μάτια σας, δεν είναι τράγος, είναι ο Πειρασμός· αμαρτία μεγάλη!» Μα που να με ακούσουν είχαν φρενιάσει από την πείνα, πετούσαν θελιά τα κομποσκοίνια τους, κι ο αδερφός με το λάζο, σκυμμένος, παρακάτσευε κι ανεβοκατέβαζε το αρματωμένο χέρι, θαρρούσε στον τράγο μα μαχαίρωνε μονάχα τον αέρα· ο τράγος όλο και τους ξέφευγε, στρέφουνταν και τους κοίταζε και τα μάτια του γέμιζαν φλόγες στο σκοτάδι.   «Είναι ο Πειρασμός, φώναξα, δε βλέπετε τις φωτιές, σας ξορκίζω στο Χριστό το σταυρωμένο, σταθείτε!» Μερικοί από τους αδερφούς τρόμαξαν, κοντοκρατήθηκαν και τότε, θαρρείς φοβήθηκε ο τράγος μη φύγουν οι αδερφοί, στάθηκε· κι ευτύς ο αδερφός με το μαχαίρι έπεσε κατάστηθα απάνω του· κάμποση ώρα τους είδα να παλεύουν κι άξαφνα μπήχτηκε το μαχαίρι στην κοιλιά του τράγου και το μαύρο ζο σωριάστηκε χάμω βελάζοντας χαρούμενα. Χύθηκαν τότε κι οι επίλοιποι αδερφοί, έτρεξαν κι άλλοι, μοναστραπίς ο τράγος γίνηκε κομμάτια και στο κάθε στόμα αδερφού βρέθηκε μια μπουκιά κρέας κι έσταζε αίμα. Μασούσαν βιαστικά, κατάπιναν, άρπαξαν καινούρια μπουκιά· και σα να μέθυσαν, άρχισαν να χορεύουν γύρα από το κομμένο κεφάλι του τράγου και τα στρουφιχτά του κέρατα. Αίματα και φωτιές έσταζαν από τα στόματα τους. Κι εγώ χτυπούσα τα στήθη μου κι έκλαιγα· βαριά μυρωδιά θειάφι πλαντούσε τον αέρα. Κι άξαφνα, μέγας είσαι Κύριε, είδα, είδα με τα μάτια μου, το κεφάλι του τράγου κουνήθηκε, σηκώθηκε ανάερα, ήρθε το σώμα του και κόλλησε στο σφαμένο λαιμό, ακούμπησε στη γης τα τέσσερα πόδια του, ακούστηκε γοργό, περιπαιχτικό μπεμπέρισμα, κι ολοζώντανος ο τράγος χάθηκε μέσα στη νύχτα. Μα οι αδερφοί ανέγνοιοι έτρωγαν και χόρευαν, τα μάτια τους τα 'χε μαγέψει ο Πειρασμός, δεν είδαν τίποτα. Δε γύρισα πίσω, έβαλα το δρόμο μπροστά μου κι ήρθα, αδερφέ Φραγκίσκο, να πέσω στα πόδια σου και να σου κράξω: κιντυνεύει η αδερφότητα, κιντυνεύει η ψυχή μας, έλα!

— Δύσκολη, δύσκολη η δουλειά του βοσκού, μουρμούρισε ο Φραγκίσκος κοιτάζοντας τα θολωμένα νερά του ποταμού που κυλούσαν ήσυχα, πηχτά, κατά τη θάλασσα. Εγώ φταίω· καινούριες με πλάκωσαν έγνοιες στο προσκύνημα μου ετούτο, μια στιγμή ξεχάστηκε η ψυχή μου, έπαψε να σκύβει από πάνω τους, απόμειναν ολομόναχοι και σκόρπισαν. Εγώ φταίω! Έρχουμαι, παπα-Σίλβεστρο· μάζεψέ τους, ξόρκισε τους να κάμουν υπομονή, έρχουμαι· άε στο καλό!

Έσκυψε ο παπα·Σίλβεστρος, φίλησε το χέρι του Φραγκίσκου.

— Καλήν αντάμωση, είπε και δρόμωσε κατά βορρά. Στράφηκε ο Φραγκίσκος σε μένα:

— Εγώ φταίω, ξανάπε στενάζοντας, εγώ αμάρτησα, εγώ πεθύμησα γυναίκα, φαγιά και μαλακό κρεβάτι και γέμισα το στόμα μου με το κρέας του τράγου. Εγώ, εγώ…

Χτυπούσε τα στήθια του και στέναζε.

Τον πήρα από τη μέση, προχωρήσαμε· σωριαστήκαμε κάτω από μια πυκνοφούντωτη λεύκα στην ακροποταμιά. Ο Φραγκίσκος έκλεισε τα μάτια, κατακουρασμένος. Δεν έβγαιναν από το νου του οι αδερφοί, γιατί κάθε τόσο στέναζε. Τέλος άνοιξε τα μάτια:

— Τα ονείρατα, είπε, είναι τα νυχτοπούλια του Θεού· φέρνουν μηνύματα· και πριν κινήσουμε για την άγια ετούτη πόλη, είδα όνειρο: μια μαύρη κλώσα, τόσο αχαμνή, τόσο μικρές οι φτερούγες της που, όσο κι αν τις άπλωνε, δεν μπορούσαν να σκεπάσουν όλα της τα κλωσόπουλα. Έβρεχε· και πολλά, αφτέρουγα ακόμα, έμειναν απέξω και βρέχουνταν. Έπρεπε, έπρεπε να καταλάβω το μήνυμα και να μη φύγω…

Εκεί που μιλούσε, ένας παράξενος καλόγερος, ντυμένος κάτασπρο ράσο, μας είδε και στάθηκε· φορούσε πέτσινη ζώνη, χοντρά σαντάλια από χοιροπέτσι, κι ένα μαύρο καλπάκι στο ξουρισμένο του κεφάλι. Τραχύ το πρόσωπό του, άγριο, και τα μάτια του δυο κάρβουνα αναμμένα. Στράφηκε, είδε το Φραγκίσκο και στάθηκε ξαφνιασμένος· τον κοίταξε με ταραχή, με αναγάλλιαση, τέλος άνοιξε την αγκάλη:

— Αδερφέ μου, φώναξε, ποιος είσαι;

— Γιατί με κοιτάς με τόση επιμονή; έκαμε ο Φραγκίσκος· μπας και μ' έχεις κάπου ξαναδεί;

— Ναι, ναι, χτες τη νύχτα στ' όνειρό μου. Μου παρουσιάστηκε στον ύπνο μου ο Χριστός θυμωμένος, κι είχε σηκώσει το χέρι Του, να συντρίψει τον κόσμο· κι άξαφνα η Παναγιά πρόβαλε, έσυρε φωνή: «Γιε μου, λυπήσου τον κόσμο! Να δυο δούλοι πιστοί σου, κάνε υπομονή, αυτοί θ' αναστυλώσουν τον κόσμο.» Κι ο ένας ήμουν εγώ, ο ανάξιος, κι ο άλλος… ο άλλος θαρρώ πως ήσουν εσύ, αδερφέ μου· το πρόσωπό σου, το παράστημά σου, το ράσο που φοράς, η κουκούλα, απαράλλαχτα! Ποιος είσαι, αδερφέ μου; ο Θεός μας έσμιξε.

— Με λένε Φραγκίσκο από την Ασίζη· με λένε και Φτωχούλη και Καραγκιόζη του Θεού, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος κι έκαμε τόπο στον ξένο να καθίσει πλάι του· κι η ευγενεία σου;

— Είμαι καλόγερος από την Ισπανία· κι ήρθα από την άκρα του κόσμου να ζητήσω την άδεια από τον πάπα να ιδρύσω τάγμα να πολεμάει τους αιρετικούς και τους άπιστους. Με λένε Δομένικο.

— Ζήτησα κι εγώ από τον πάπα να ιδρύσω τάγμα και να κηρύχνω…

— Να κηρύχνεις τι, αδερφέ Φραγκίσκο;

— Την τέλεια φτώχεια και την τέλεια αγάπη, αδερφέ Δομένικο.

— Και δε θ' ανάψεις πυρές στη μέση κάθε χωριού να κάψεις τους αιρετικούς, τους αμαρτωλούς, τους αλλόπιστους;

Ο Φραγκίσκος ανατρίχιασε:

— Όχι, όχι, διαμαρτυρήθηκε· δε θα σκοτώσω την αμαρτία σκοτώνοντας τους αμαρτωλούς· δε θα κινήσω πόλεμο στους κακούς και στους αλλόπιστους· θα κηρύχνω την αγάπη και θ' αγαπώ· την ομόνοια, και θ' αδερφώνουμαι με όλον τον κόσμο. Αυτός είναι ο δρόμος ο δικός μου, συμπάθα με, αδερφέ Δομένικο.

— Κακή 'ναι η ρίζα του ανθρώπου, έκαμε ο ασπρορασοφόρος με θυμό, κακή, πονηρή, του δαιμόνου· δε φτάνει η γλύκα που λες, χρειάζεται η βία· κι αν αμποδάει το σώμα, να το εξαφανίσεις, για να λυτρωθεί η ψυχή. Θ' ανάψω πυρές στην Ισπανία και θ' ανεβαίνουν οι ψυχές στην Παράδεισο, παρατώντας κάτω στη γης, στάχτη, το κορμί τους. Ceniza y nada! Ceniza y nada! άρχισε να φωνάζει ο καλόγερος σφίγγοντας τη γροθιά του. Στάχτη και τίποτα! Πόλεμος!

— Αγάπη!

— Βία!

— Έλεος!

— Η ζωή δεν είναι σεριάνι, αδερφέ Φραγκίσκο, να περπατούν δυο δυο αγκαλιά, να τραγουδούν τραγούδια της αγάπης· η ζωή 'ναι πόλεμος, μόχτος, βία! Ξύπνησε ο ήλιος; ξύπνα· χτύπησε πηγάδι, αν θες να πιεις νερό· βάρα κατακέφαλα τους κακούς, αν θες να σκοτώσεις το κακό· πάρε μαζί σου, σαν πεθάνεις, έναν μπαλτά, να σπάσεις την πόρτα της Παράδεισος, αν θες να μπεις· κλειδί δεν έχει η Παράδεισο, μήτε αντικλείδι, μήτε θυροκράτη· το κλειδί της είναι ο μπαλτάς. Μη με κοιτάς με τρόμο, φτωχούλη καλόγερε· το λεν οι ίδιες οι Γραφές: Βιαστών η βασιλεία των ουρανών!

Ο Φραγκίσκος αναστέναξε:

— Δεν ήξερα, είπε, πως από Θεού κι η βία· πλάτυνες το νου μου, μα η καρδιά μου αντιστέκεται, φωνάζει: Αγάπη! Αγάπη! Όμως, ποιος ξέρει, αδερφέ μου, μπορεί ξάφνου να συναντηθούμε από δρόμους αντίδρομους στο ανηφόρισμά μας στο Θεό.

— Ο Θεός να δώσει, αποκρίθηκε ο ξένος· όμως φοβούμαι πως είσαι αρνί κι έπεσες μέσα στους ανθρώπους, τους λύκους· θα σε φάνε πρι να φτάσεις στην κορφή του ανήφορου. Συμπάθα με να σου πω ξάστερα το στοχασμό μου: Ξέρεις την αγάπη, μα δε φτάνει· πρέπει να μάθεις πως από Θεού και το μίσος· είναι κι αυτό στη δούλεψη του Θεού. Και στα χρόνια ετούτα που ζούμε, τέτοιος που κατάντησε ο κόσμος, πιο πολύ από την αγάπη δουλεύει το Θεό το μίσος.

— Δε μισώ παρά το Διάβολο, αδερφέ Δομένικο, είπε ο Φραγκίσκος.

Μα ευτύς τινάχτηκε, σα να τρόμαξε που ξεστόμισε ένα τόσο σκληρό λόγο.

— Όχι, όχι, είπε ευτύς, μήτε κι αυτόν τον μισώ· συχνά πέφτω μπρούμυτα χάμω και παρακαλώ το Θεό να συχωρέσει τον πλανεμένο αδερφό μας.

— Ποιόν;

— Το Διάβολο, αδερφέ Δομένικο. Ο αδερφός Δομένικος γέλασε:

— Αρνάκι του Θεού, είπε, εγώ, αν ήταν να διαλέξω, θα 'θελα να γίνουμουν λιοντάρι του Θεού· αρνάκι και λιοντάρι δεν πάνε μαζί, έχε γεια!

Σηκώθηκε να φύγει.

— Έχε γεια, αδερφέ Δομένικο· αρνάκια και λιοντάρια, αγάπη και βία, φως και φωτιά, καλό και κακό, τα πάντα, μάθε, ανηφορίζουν το ίδιο βουνό, το βουνό του Θεού, μα δεν το ξέρουν. Το μίσος σίγουρα δεν το ξέρει, η αγάπη σίγουρα το ξέρει, και σου φανερώνω, τώρα που φεύγεις, το χαρούμενο μυστικό, αδερφέ μου: Μια μέρα όλα θα σμίξουν στην κορφή όπου στέκεται ο Θεός με ανοιχτές αγκάλες. Να δώσει η χάρη Του να ξανασμίξουμε κι εμείς οι δυο εκεί απάνω, λιοντάρι του Θεού, και να μη φας το αρνάκι Του!

Γέλασε τώρα κι ο Φραγκίσκος κι αποχαιρέτησε, κουνώντας το χέρι του, το φλογερό καλόγερο.

Βλέπαμε το άσπρο ράσο να φουσκώνει στον αέρα και να εξαφανίζεται στη γυροποταμιά. Και τότε στράφηκε ο Φραγκίσκος, και το στόμα του, ως τ' αυτιά, χαμογελούσε:

— Ο αδερφός Δομένικος, είπε, θέλει να μας φάει· και δεν ξέρει, που να το ξέρει, πως έφτασε η Δευτέρα Παρουσία όπου αρνιά και λιοντάρια γίνουνται ένα.

Σκύβω απάνω στην περγαμηνή που γράφω, περνώ μια στιγμή, ν' αναπαυτώ, στο γέρικο το αυτί μου, το φτερό, σφαλνώ τα μάτια κι αναθιβάνω όλες τις μέρες μας και τις νύχτες στην άγια πόλη. Τις εκκλησιές θυμούμαι, τους δεσποτάδες που λειτουργούσαν, τα παιδόπουλα που κελαηδούσαν του Θεού, τον ήλιο που στέκουνταν κορφουρανίς και μας έκαιγε, και μια μέρα τη σφοδρή νεροποντή που καταδρόσισε την ηλιοφρυμένη γης και την καρδιά μας. Θυμούμαι, ο Φραγκίσκος στέκουνταν πλάι μου, κάτω από την πόρτα της εκκλησιάς των Αγίων Αποστόλων, γούρλωνε εκστατικά τα μάτια και κοίταζε τη βροχή, σάλευε τα ρουθούνια κι οσμίζουνταν τη μυρωδιά της γης, τη χωματίλα, κι έτρεχαν ήσυχα, ευτυχισμένα, τα δάκρυα του.

— Σμίγει ο ουρανός με τη γης, φράτε Λεόνε, μου 'λεγε, σμίγει ο Θεός με την ψυχή του ανθρώπου· δε νογάς στο χωματένιο σπλάχνο σου τα λόγια του Βαγγέλιου να ποτίζουνται σα σπόροι και να πετούν φύτρο; Εγώ νιώθω εντός μου, σκεπάστηκαν με νέα χλόη τα σωθικά μου· και γέμισε ο νους μου παπαρούνες.

Και τη μέρα, ύστερα από τόση αγωνία, που πήραμε τον Κανόνα και κρέμουνταν στην άκρα του με μεταξωτό σιρίτι η μεγάλη βούλα του πάπα με τα δυο παντοδύναμα κλειδιά, θυμούμαι πως τιναχτήκαμε, σα μεθυσμένοι, στην πλατεία απόξω από τη μητρόπολη του Λατερανού, κι αρχίσαμε αγκαλιασμένοι οι δυο μας να πηδούμε και να χορεύουμε· κι έβαζε ο Φραγκίσκος τα δάχτυλά του στο στόμα, σα βοσκός, σφύριζε και καλνούσε τ' αόρατα πρόβατά του.

Τι 'ταν οι χαρές εκείνες, τι δύναμη η καρδιά του ανθρώπου να πλάθει, να ξεπλάθει τον αέρα! Ετούτη είναι η Παράδεισο, έλεγα στο Φραγκίσκο, καλά μας το 'πε ο Χριστός, μέσα μας είναι η βασιλεία των ουρανών. Δεν υπάρχει πείνα, δίψα, συφορά· υπάρχει μονάχα η καρδιά του ανθρώπου· αυτή στροβιλίζει το τίποτα και το κάνει ψωμί, νερό κι ευτυχία.

Μια νέα αρχόντισσα, εκεί που χορεύαμε και σφυρίζαμε, μας ζύγωσε ξαφνιασμένη και γέλασε:

— Τι πάθατε, καλόγεροι; ποιος σας πότισε κρασί και μεθύσατε;

— Ο Θεός! αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος χτυπώντας τα παλαμάκια· ο Θεός με τα πολλά βαρέλια· κόπιασε κι ελόγου σου να πιεις!

— Από πού έρχεστε;

— Από το τίποτα, κυρά μου.

— Πού πάτε;

— Στο Θεό· ανάμεσα στο τίποτα και στο Θεό χορεύουμε και κλαίμε.

Το πρόσωπο της νέας γυναίκας δε γελούσε πια· με το δεξό της χέρι έκρυψε τον ξεχειλωμένο λαιμό της, στέναξε:

— Γι' αυτό γεννηθήκαμε; είπε.

— Γι' αυτό, κυρά μου· να χορεύουμε και να κλαίμε και να πηγαίνουμε στο Θεό.

— Είμαι η Γιακώβα, η γυναίκα του άρχοντα Γρατιανού Φραγκιπάνι, πολλά ευτυχισμένη στάθηκα στη ζωή μου και ντρέπουμαι· πολλά τυχερή, και φοβούμαι. Δεν μπορώ εδώ μπροστά στον κόσμο να σας μιλώ· κοπιάστε σπίτι μου, αν αγαπάτε.

Είπε, και μπήκε μπροστά, κι εμείς ακολουθήσαμε.

Ποιος θα μας έλεγε πως η χαριτωμένη ετούτη αρχόντισσα θα γίνουνταν, ύστερα από την αδερφή Κλάρα, η πιο πιστή κι ακριβή συντρόφισσα του Φραγκίσκου! Ποιος θα μας έλεγε πως η πέρα από το μέτρο ευτυχία μπορεί να σπρώξει μιαν τίμια ψυχή στη συντριβή και στο κλάμα!

— Ντρέπουμαι, μας έλεγε η Γιακώβα, σαν μπήκαμε στο αρχοντικό της, ντρέπουμαι που εγώ τα 'χω όλα κι αρίφνητες γυναίκες δεν έχουν τίποτα. Άδικο! άδικο! Παρακαλέστε το Θεό να μου πέψει και μένα μια μεγάλη συφορά, αν είναι δίκαιος. Αν ήμουν λεύτερη, θα 'βγαινα στους δρόμους ξυπόλυτη και θα ζητιάνευα από πόρτα σε πόρτα· μα έχω άντρα και παιδιά κι είμαι δεμένη.

Ο Φραγκίσκος την κοίταζε με καμάρι.

— Γενναία η ψυχή σου, κυρά μου, αντρίστικος ο νους σου· άσε με να σε λέω αδερφέ Ιακώβα, όχι αδερφή. Αδερφέ Ιακώβα, κάνε υπομονή· θα 'ρθει μέρα να λυτρωθείς, να ξυποληθείς και να ζητιανεύεις. Μεγάλος είναι ο Θεός, πονάει τις γυναίκες και θα σε λυπηθεί· καλήν αντάμωση!

— Πότε; πού;

— Μια φωνή μέσα μου, αδερφέ Ιακώβα, μου λέει: τη φοβερή ώρα του θανάτου μου.

Σήκωσε το χέρι, τη βλόγησε:

— Καλήν αντάμωση!

— Τι μιλάς για θάνατο, αδερφέ Φραγκίσκο; είπα ευτύς ως φύγαμε από το αρχοντικό της Ιακώβας και πήραμε το δρόμο του γυρισμού· ξορκισμένος να 'ναι· ακόμα δεν τελέψαμε στη γης το μεροκάματο μας.

Ο Φραγκίσκος κούνησε το κεφάλι.

— Την ώρα που χορεύαμε και σφυρίζαμε, στην πιο αψηλή κορφή της χαράς μας, μου παρουσιάστηκε, φράτε Λεόνε, να κατεβαίνει από τον ουρανό ο μαύρος Αρχάγγελος· περίμενε, του 'γνεψα, περίμενε ακόμα λίγο, αδερφέ Θάνατε! Κι αυτός χαμογέλασε και σταμάτησε στον αέρα. Έγνοια σου, φράτε Λεόνε, θα πεθάνω όταν πρέπει· όχι πρωτύτερα, όχι αργότερα· όταν πρέπει.

Πήραμε καταβορρά, τινάξαμε από τα πόδια μας τον κουρνιαχτό της Ρώμης· πηγαίναμε βιαστικά, σαν τ' άλογα που γυρίζουν στο παχνί τους. Κάπου κάπου, σα βρίσκαμε νερό, σταματούσαμε, σκύβαμε το πρόσωπό μας στο νερό, πίναμε, κι ύστερα καθίζαμε σε μιαν πέτρα και κοιτάζαμε πέρα, κατά την Ασίζη, αμίλητοι. Όσο ζυγώναμε, το πρόσωπο του Φραγκίσκου σκοτείνιαζε και δύσκολα άνοιγε τα χείλια του να μιλήσει· μονάχα όταν συναντούσαμε ένα παιδί ή ένα λαμπερό αγριολούλουδο ή πουλί να κάθεται σ' ένα κλαρί να κελαηδάει, το πρόσωπό του φωτίζουνταν.

— Όσο υπάρχουν στον κόσμο λουλούδια και παιδιά και πουλιά, μη φοβάσαι, φράτε Λεόνε, μου 'πε μια φορά· όλα θα πάνε καλά.

Πηγαίναμε, πηγαίναμε· τα πόδια μας ήταν γεμάτα πληγές κι έτρεχαν αίματα· δεν μπορούσαν πια να σηκώσουν τα κορμιά μας· πεινούσαμε κιόλα, και τις νύχτες κρυώναμε: Αχ, να 'χαμε ένα ταψί αρνάκι ψητό, συλλογίζουμουν κι ανάγλειφα τα χείλια μου, κι ένα φρασκί κρασί κι ύστερα ένα στρώμα μαλακό να κοιμηθούμε. Με τι κέφι θα δοξολογούσα το Θεό! Του κάκου τίναζα το κεφάλι κι απόδιωχνα τον πειρασμό· πάντα ξανάρχουνταν και διάνευαν στον αέρα το ταψί, το φρασκί και το στρώμα…

Ο Φραγκίσκος μάντεψε τους λογισμούς μου, με συμπόνεσε· απίθωσε τρυφερά το χέρι στον ώμο μου.

— Αγαπημένε φράτε Λεόνε, δεν ξέρω πως, θυμήθηκα την ώρα ετούτη ένα μεγάλο ασκητή· είπε μια φορά ένα λόγο και δε βγαίνει από το νου μου· θες να τον ακούσεις;

— Ακούω, αδερφέ Φραγκίσκο, είπα και χαμήλωσα τα μάτια γιατί φοβήθηκα μη δει μέσα τους το ταψί, το φρασκί και το στρώμα.

— Μια μέρα ένας διαβάτης, που τον είδε να στενάζει, τον ρώτησε: «Τι πεθύμησες, άγιε του Θεού, και στενάζεις; — Ένα ποτήρι κρύο νερό, παιδί μου, αποκρίθηκε ο ασκητής. — Εύκολο πράμα· βάλε το σταμνάκι σου έξω τη νύχτα και θα 'χεις κρύο νερό. — Το 'καμα μια φορά, παιδί μου· μα τη νύχτα είδα όνειρο· είχα, λέει, φτάσει απόξω από την Παράδεισο και χτυπούσα την πόρτα: «Ποιος είναι;» ακούστηκε μια φωνή από μέσα. «Εγώ, ο Παχώμιος, από τη Θηβαΐδα» «Φεύγα, ακούστηκε η φωνή· η Παράδεισο είναι για κείνους που δε βάζουν το σταμνί όξω τη νύχτα για να 'χουν να πίνουν κρύο νερό.»

Έπεσα στα πόδια του Φραγκίσκου:

— Συχώρα με, αδερφέ Φραγκίσκο, δεν μπόρεσα ακόμα να νικήσω τη σάρκα· πεινώ, κουράζουμαι, κρυώνω· όπου πας πηγαίνω, μα ο νους μου καμιά φορά δε σε ακολουθάει, αυθαδιάζει κι αντιστέκεται. Στέκουμαι απόξω από την Παράδεισο, μα η πόρτα δεν ανοίγει.

— Μη χάνεις τα θάρρη σου, φράτε Λεόνε, μου αποκρίθηκε και χάδεψε το κεφάλι μου· σήκω απάνω· κι αν σ' έχει καβαλήσει ο Πειρασμός, μη φοβάσαι· η πόρτα θ' ανοίξει και θα μπείτε κι οι δυο στην Παράδεισο.

— Κι ο Πειρασμός, θα μπει κι αυτός; Πώς το ξέρεις, αδερφέ Φραγκίσκο;

— Το καταλαβαίνω, φράτε Λεόνε, από την καρδιά μου που ανοίγει και δέχεται τα πάντα· όμοια, σίγουρα, θα 'ναι κι η Παράδεισο.

 

Φτάσαμε σε μια μικρούλα πολιτεία, σκαρφαλωμένη σ' ένα μυτερό πετρόχαρο βουνό, με φτωχά σπιτάκια στις ρίζες του, φαγωμένα από τις βροχές, από τους ήλιους κι από τον καιρό· και στην κορφή, αρματωμένο με πύργους και μακρουλές ψαλιδωτές σημαίες, το καστέλι όπου ζούσε με τα γεράκια του ο άρχοντας· κάτω στον κάμπο ζωσμένη η πολιτεία με αμπέλια κι ελιές· ο Φραγκίσκος με λυπήθηκε.

— Εδώ θα σταθούμε, είπε, τρεις μέρες, να ξεκουραστούμε· ανάμεσα στις ελιές· ξεκρίνω ένα μικρό μοναστηράκι, ο Θεός σε λυπήθηκε, φράτε Λεόνε μου.

Μπήκαμε στην πολιτεία· γύριζαν οι ξωμάχοι από τις δουλειές τους, έγερνε ο ήλιος να βασιλέψει. Στον περίβολο μιας ρημαγμένης εκκλησιάς καθίσαμε· γύρα κυπαρίσσια, ο φράχτης είχε ανθίσει κόκκινα λουλούδια και μύριζαν στη μέση ένα χλωροπράσινο νιοφούντωτο πλατάνι και στη ρίζα του μια βρύση ανοιχτή κι έτρεχε.

Ο Φραγκίσκος κοίταξε γύρα του, ανάσανε βαθιά:

— Τέτοια θα 'ναι κι η Παράδεισο, φράτε Λεόνε, είπε. Μη ζητάς παραπάνω· φτάνει για την ψυχή του ανθρώπου, φτάνει και περισσεύει.

Άκουσε κελαηδητό πολύ από πάνω του, σήκωσε το κεφάλι· ένα σμάρι σπουργίτια πετούσαν κι έρχουνταν κατά τον πλάτανο, στις φωλιές τους, να ξενυχτίσουν κάθισαν απάνω στα κλαριά, σκόρπισαν στην αυλή και πήραν να τιτυβίζουν χαρούμενα, προτού τρυπώξουν στα σπιτάκια τους κι ακουμπήσουν το κεφάλι στο πουπουλένιο στήθος τους, να τα πάρει ο ύπνος.

Ο Φραγκίσκος προχώρησε σιγά κατά το τρεχούμενο νεοό όπου είχαν κάμει σύναξη τα πουλιά, κι άπλωσε τα χέρια του να τα καλωσορίσει.

— Φράτε Λεόνε, μου 'πε, στάσου, μην κουνήσεις και τα τρομάξεις· δεν έχω τάιστρο να τους ρίξω, θα τα ταΐσω με το λόγο του Θεού· ν' ακούσουν, να παν κι αυτά στην Παράδεισο.

Στράφηκε στα πουλιά, έσκυψε με ανοιχτές τις αγκάλες κι άρχισε να κηρύχνει:

— Αδέρφια μου πουλιά, ο Θεός, ο Πατέρας των πουλιών και των ανθρώπων, πολύ σας αγαπάει και το ξέρετε· γι' αυτό, όταν πίνετε νερό, σηκώνετε, σε κάθε ρουφιά, το κεφαλάκι σας στον ουρανό και Τον ευχαριστείτε· κι όταν χτυπήσει ο ήλιος το πρωί το στηθάκι σας, γεμίζετε τραγούδι, πετάτε από κλαρί σε κλαρί και δοξολογάτε το Θεό, που στέλνει τον ήλιο, τα πράσινα δέντρα και το τραγούδι· κι ανηφορίζετε αψηλά στον ουρανό, να Τον ζυγώσετε πιο κοντά, να σας ακούσει· κι όταν οι φωλιές σας γεμίσουν αυγά και καθίζετε, μανάδες, από πάνω τους να τα κλωσάτε, γίνεται ο Θεός αρσενικό πουλί, καθίζει στο αντικρινό κλαρί και κελαηδάει να σας ξεκουράζει.

Μιλούσε ο Φραγκίσκος, και να, περνούσε ένα κοπάδι περιστέρια, άκουσε τη γλυκιά φωνή, προσχαμήλωσε και κάθισε γύρα από τα πόδια του Φραγκίσκου· κι ένα περιστεράκι ανέβηκε και κουκούβισε γουργουρίζοντας στον ώμο το δεξό του. Κι αυτός έσκυβε, έσκυβε τινάζοντας το ράσο του σα φτερούγα, αηδονολαλούσε σαν κελάδημα η φωνή του, θαρρείς και μάχουνταν να γίνει πουλί, ένας μεγάλος σπουργίταρος, να σμίξει μαζί τους.

— Αδέρφια μου σπουργίτια και περιστέρια, συλλογιστείτε τι χάρες σας χάρισε ο Θεός — σας έδωκε φτερά να διαβαίνετε τον αέρα, σας έδωκε πούπουλα να μην κρυώνετε το χειμώνα, και σκόρπισε στη γης και στα δέντρα πολλών λογιών τάιστρο, να μην πεινάτε. Και γέμισε το στήθος σας και το λαρύγγι σας τραγούδι.

Κατάφταναν τώρα και χελιδόνια, κάθιζαν αραδαριά αντίκρα στο φράχτη και στη στέγη γύρα της εκκλησιάς, σφαλνούσαν τις φτερούγες τους, τέντωναν το λαιμό κι αφουκράζουνταν. Κι ο Φραγκίσκος στράφηκε και τα χαιρέτησε.

— Καλώς τ' αδέρφια μας τα χελιδόνια, που μας κουβαλάτε κάθε χρόνο, απάνω στα σπαθωτά φτερά σας, την άνοιξη. Κρύο ακόμα, βροχές, φαλακρός ο ήλιος· μα εσείς νιώθετε την καρδιά σας ζεστή, γεμάτη καλοκαίρι· και καθίζετε στα χιονισμένα κεραμίδια των σπιτιών, φτεροκοπάτε από άνανθο κλαρί σε άνανθο κλαρί και τσιμπάτε με τα κοφτερά ραμφιά σας το Χειμώνα να φύγει. Κι όταν έρθει η Δευτέρα Παρουσία, εσείς, χελιδόνια μου, πριν άπ' όλα τα πετούμενα, και πριν ακόμα κι από τους αγγέλους με τις σάλπιγγες, θα φτερουγίσετε στα κοιμητήρια και θ' αρχίσετε να τιτυβίζετε απάνω στις ταφόπετρες, να τραγουδάτε την ανάσταση· κι οι νεκροί θ' ακούσουν και θα τιναχτούν απάνω στο χαμομήλι να χαιρετήσουν την αιώνια άνοιξη!

Αναφτεράκιζαν τα χελιδόνια χαρούμενα, βιρβίριζαν τα περιστέρια, και τα σπουργίτια ζύγωσαν και τσιμπολογούσαν τρυφερά το ράσο του Φραγκίσκου. Κι εκείνος σήκωσε το χέρι απάνω από τα κεφάλια τους, έκαμε το σημάδι του σταυρού και τα βλόγησε. Κι ύστερα κούνησε το χέρι γύρα τριγύρα του και τ' αποχαιρέτησε.

— Βράδιασε πια, αδέρφια μου σπουργίτια, περιστέρια, χελιδόνια, βράδιασε, αντέστε να κοιμηθείτε· κι αν σας έδωκε ο Θεός τη χάρη να βλέπετε ονείρατα, ο Θεός να δώσει απόψε στον ύπνο σας να δείτε την Παναγιά των χελιδονιών να πετάει απάνω από τις φωλιές σας σα μια μεγάλη χελιδόνα.

Εκεί που μιλούσε ο Φραγκίσκος, ένας καβαλάρης πέρασε, είδε ένα καλόγερο να βγάζει λόγο στα πουλιά και στάθηκε σκώντας στα γέλια. Ήταν μεσοκαιρίτης, αρχοντάνθρωπος, χοντρή μαγκουρωτή μύτη, κρεμάμενα φιλήδονα χείλια· φορούσε ρούχα παρδαλά κι είχε στα μαλλιά του πλατύφυλλη δάφνη στεφάνι· ήταν ζωσμένος μια χρυσή αλυσίδα με μια μικρούλα πάνινη μαϊμού, για να του φέρνει γούρι· στον ώμο του κρέμουνταν ένα λαγούτο.

Πίσω του ακολουθούσαν μπουλούκι νέοι και νέες, στεφανωμένοι με κισσό και λουλούδια· είδαν τον αρχηγό τους να σταματάει, σταμάτησαν κι αυτοί και τους πήραν τα γέλια. Του καβαλάρη το πρόσωπο έλαμπε, οι στερνές αχτίδες του ήλιου έπεφταν απάνω του και τα ξανθά μαλλιά του είχαν πάρει φωτιά· έσκυψα από το φράχτη, έγνεψα σ' ένα νέο, ζύγωσε:

— Ποιος είναι ο άρχοντας αυτός, ο καβαλάρης; τον ρώτησα· φαντάζει σα βασιλιάς.

— Είναι ο βασιλιάς του τραγουδιού, ο Γουλιέλμος Ντιβίνι· δεν τον έχεις ακουστά; μου αποκρίθηκε· έρχεται από τη Ρώμη, όπου τον στεφάνωσαν στο Καπιτώλιο με δάφνινο στεφάνι και τον ανακήρυξαν βασιλιά του τραγουδιού.

— Τι τραγουδάει;

Τον έρωτα, καλόγερε, τον έρωτα, τον έχεις ακουστά;

Χασκογέλασε και γύρισε στους συντρόφους και τις συντρόφισσες του.

Ήρθαν τα περιστέρια κι ύστερα τα χελιδόνια, κι ο καβαλάρης στέκουνταν ασάλευτος κι αφουκράζουνταν. Μια στιγμή τινάχτηκε, στράφηκε στους παρατρεχάμενους του που γελούσαν:

— Σωπάτε! τους φώναξε με θυμό.

Ο Φραγκίσκος καληνύχτιζε τα πουλιά και συνταζουνταν να διαβεί την αυλή, να φύγουμε· μα ο καβαλάρης τότε έδωκε ένα σάλτο, πήδηξε από το άλογο, έπεσε στα πόδια του Φραγκίσκου.

— Άγιε πατέρα, του φώναξε φιλώντας τα αιματωμένα πόδια, τυφλός ήμουν κι ανάβλεψα, νεκρός κι αναστήθηκα· πάρε με, βγάλε με από τον κόσμο, σώσε την ψυχή μου! Ολοζωής τραγουδούσα το κρασί και τη γυναίκα, βαριέστησα· πάρε με να τραγουδώ το Θεό. Είμαι ο Γουλιέλμος Ντιβίνι, που οι ξεμωραμένοι άνθρωποι με στεφάνωσαν, τώρα να, βασιλιά του τραγουδιού.

Είπε, ανάσπασε από τα μαλλιά του το στεφάνι, το μάδησε και σκόρπισε τα δαφνόφυλλα χάμω.

— Τώρα ειρήνεψα, είπε· θα πετάξω και τα παρδαλά ρούχα, δώσ' μου, άγιε πάτερ, ένα ράσο· ξεζώνουμαι τη χρυσή αλυσίδα, ζώσε με μ' ένα κομποσκοίνι.

Ο Φραγκίσκος έσκυψε, τον ανασήκωσε, τον φίλησε στο μέτωπο.

— Σήκω απάνω, αδερφέ Ειρηναίε· ετούτο τ' όνομα σου δίνω, αδερφέ μου, γιατί μπήκες την ώρα ετούτη στην ειρήνη του Θεού. Φιλώ το μέτωπό σου· είναι ακόμα γεμάτο τραγούδια· ως τώρα τραγουδούσες τον κόσμο· από τώρα και πέρα θα τραγουδάς Εκείνον που έπλασε τον κόσμο. Κράτα το λαγούτο, να μπει κι αυτό στη δούλεψη του Θεού, ν' αγιάσει. Κι όταν έρθει η ώρα η καλή, Ειρηναίε αδερφέ μου, να το ξέρεις, θα μπεις στην Παράδεισο με το λαγούτο ετούτο στον ώμο· και θα μαζωχτούν τριγύρα σου οι άγγελοι, να τους μάθεις καινούρια τραγούδια.

Έτρεξαν οι νέοι κι οι νέες, μάζωξαν από χάμω τα δαφνόφυλλα, κοίταζαν τον ξακουστό τραγουδιστή και δεν κάτεχαν, καινούριο παιχνίδι είναι ετούτο που παίζει για κι αληθινά σάλεψαν τα μυαλά του και θα γίνει καλόγερος.

Μα ο αδερφός Ειρηναίος στράφηκε και τους αποχαιρέτησε.

— Έχετε γεια, σύντροφοι της παλιάς ζωής μου, φευγάτε· ο Γουλιέλμος Ντιβίνι πέθανε, αντέστε να τον θάψετε· βάλτε στη νεκροκάσα ετούτη τη μαϊμού, θάψετέ τη! είπε και τους πέταξε τη χρυσή αλυσίδα με την πάνινη μαϊμού. —Έχετε γεια, τους ξανάπε, ποτέ πια!

Σκόρπισαν ξαφνιασμένοι οι νέοι κι οι νέες, απομείναμε οι τρεις μας· μπήκε μπροστά ο Φραγκίσκος, τραβήξαμε κατά το μικρό μοναστηράκι, μέσα στον ελαιώνα. Στο δρόμο ο αδερφός Ειρηναίος τραγουδούσε.

— Ένα πουλί είναι η καρδιά μου, αδερφέ Φραγκίσκο, είπε, ένα αηδόνι· κι ήρθε κι αυτή μαζί με τ' άλλα τα πουλιά, να σε ακούσει. Σε άκουσε και γύρισε το ραμφί της κατά τον ουρανό κι αρχινίζει καινούριο τραγούδι.

Ο Φραγκίσκος γέλασε.

— Εγώ φέρνω στον κόσμο καινούρια τρέλα, είπε, εσύ καινούριο τραγούδι, το τραγούδι της καινούριας τρέλας· καλώς εσμίξαμε, αδερφέ Ειρηναίε, καλώς μας όρισες!

Τρεις μέρες μείναμε στο μοναστηράκι, αναπαυτήκαμε· οι καλόγεροι στην αρχή κατσούφιασαν ως μας είδαν· ο Φραγκίσκος γελούσε, ο Ειρηναίος έπαιζε λαγούτο κι εγώ συντρόφευα με τη βραχνιά φωνή μου τον καινούριο αδερφό.

— Ε, ε, που βρίσκεστε; μας φώναξε ο ηγούμενος, εδώ είναι μοναστήρι, το σπίτι του Θεού.

— Πώς θες, το λοιπόν, αδερφέ ηγούμενε, αποκρίθηκε ο Φραγκίσκος, να μπαίνουμε στο σπίτι του Θεού, κλαίγοντας; Φτάνουν τα κλάματα, φωνάζει ο Θεός, δε μου αρέσουν οι στεναγμοί, βαρέθηκα τα κατεβασμένα μούτρα· πεθύμησα πια ν' ακούσω γέλια στη γης! — Βάρα, αδερφέ Ειρηναίε, το λαγούτο, πες ένα τραγούδι, κάμε το Θεό να καλοκαρδίσει.

Σιγά σιγά μας συνήθισαν οι καλόγεροι· ο Φραγκίσκος τούς μάζευε το βράδυ στην αυλή και τους μιλούσε για την αγάπη, για τη φτώχεια, για την Παράδεισο.

— Πώς θαρρείτε πως είναι η Παράδεισο, τους έλεγε· κανένα μεγάλο παλάτι με σκάλες μαρμαρένιες, με χρυσάφι και φτερά; Όχι! όχι! Εγώ μια νύχτα την είδα στ' όνειρο μου: ένα μικρό μικρό χωριουδάκι και γύρα τριγύρα πράσινο χορτάρι· και στη μέση του χωριού, στο πιο ταπεινό φτωχοκάλυβο, πλάι στο πηγάδι, η ψυχή του ανθρώπου, απαράλλαχτη σαν την Παρθένα Μαρία, και βυζαίνει το Θεό…

Μιλούσε ο Φραγκίσκος και κατέβαινε ήσυχη η νύχτα από πάνω μας, γέμιζε γαλάζιες φτερούγες ο αγέρας, κι οι καλόγεροι, ευτυχισμένοι, σφαλνούσαν τα μάτια κι έμπαιναν στην Παράδεισο.

 

Ύστερα από τρεις μέρες πήραμε το δρόμο πάλι καταβορρά· σύντομος μάς φάνηκε ο δρόμος, γιατί ο αδερφός Ειρηναίος τραγουδούσε, και να, ένα δειλινό είδαμε το κάστρο και τους πύργους της αγαπημένης Ασίζης· σήκωσε ο Φραγκίσκος το χέρι και τη βλόγησε.

— Καλώς σε βρήκα, αγαπημένη· βόηθα με, Θεέ μου, ν' αντικρίσω με γαλήνη τους αδερφούς μου.

Είχε πέσει ο ήλιος σαν ξεπροβάλαμε στην Πορτσιούνκολα· ο Φραγκίσκος μπροστά, πίσω ο Ειρηναίος κι εγώ, κατακούραστοι. Ζυγώναμε σιγά· ο Φραγκίσκος ήθελε να παρουσιαστεί ξαφνικά στους αδερφούς, να δει τι κάνουν, ν' ακούσει τι λένε. Μα όσο ζυγώναμε, ακούγαμε φωνές και γέλια, καπνοί ανέβαιναν απάνω από τη στέγη, φωτιές θα 'χαν αναμμένες οι αδερφοί, χτύπησε τα ρουθούνια μας μυρωδιά από κρέας που ψήνουνταν, μαγέρευαν. Ο Φραγκίσκος στάθηκε:

— Γλεντούν οι αδερφοί, μουρμούρισε, τρων κρέας. Ένας γερο-ζητιάνος περνούσε· είχε μυριστεί κι αυτός από μακριά κρέας να ψήνεται, κι έτρεξε, μπας και του δώσουν καμιά μπουκιά ελεημοσύνη.

— Αδερφέ μου, του 'πε ο Φραγκίσκος, μου κάνεις μια χάρη; Δώσ' μου το σκούφο σου και το ραβδί σου και το δισάκι, να πάω να χαιρετήσω τους αδερφούς, κι ευτύς σου τα γυρίζω πίσω· κάμε μου τη χάρη, κι ο Θεός να σε πλερώσει.

— Είσαι ο Φραγκίσκος, που λένε, από την Ασίζη;

— Ο ίδιος, αδερφέ μου.

— Πάρ' τα!

Έβαλε ο Φραγκίσκος το σκούφο ως τ' αυτιά, κρέμασε στη ράχη το ταγάρι και κίνησε ακουμπώντας στο ραβδί· χτύπησε την πόρτα της Πορτσιούνκολας.

— Για την αγάπη του Χριστού, κλαψούρισε παραλλάζοντας τη φωνή του, για την αγάπη του Χριστού, αδερφοί μου, ελεήστε ένα γεροντάκι άρρωστο που πεινάει.

— Κόπιασε μέσα, γέρο, του αποκρίθηκαν οι αδερφοί, κάθισε στο τζάκι, φάε!

Μπήκε ο Φραγκίσκος σκυφτός, καμπουρίζοντας, να μη δουν το πρόσωπο του, κάθισε στο τζάκι με τη ράχη γυρισμένη στους αδερφούς. Ένας δόκιμος του 'φερε ένα πιάτο σούπα και μια φέτα ψωμί· έσκυψε ο Φραγκίσκος, πήρε από το τζάκι μια φούχτα στάχτη, την έριξε στη σούπα κι άρχισε να τρώει. Ολομεμιάς οι αδερφοί τον αναγνώρισαν, όμως κανένας δεν τόλμησε να το φανερώσει· τους είχε κυριέψει μεγάλη ντροπή, που τους έπιασε έτσι ο Φραγκίσκος να τρων κρέατα και να γλεντούν. Ο λαιμός τους έφραξε, κανένας πια δεν μπορούσε να φάει· σκυμμένοι στα πιάτα τους, περίμεναν ένιωθαν, γρήγορα η μπόρα θα ξεσπάσει.

Έφαε δυο τρεις κουταλιές σούπα ο Φραγκίσκος και παράτησε το κουτάλι· στράφηκε στους αδερφούς:

— Να με συχωρέστε, αδερφοί μου, είπε· όταν μπήκα μέσα και σας είδα καθισμένους μπροστά σε πλούσια φαγιά, δεν μπορούσα να πιστέψω τα μάτια μου· ετούτοι, είναι, αναρωτήθηκα, οι φτωχοί αδερφοί που κουρταλούν τις πόρτες και ζητιανεύουν, κι όλος ο κόσμος τους έχει για αγίους; Μα αν είναι έτσι, να μπω κι εγώ στο τάγμα τους, να περνώ ζωή χαρισάμενη. Πέστε μου λοιπόν, για την αγάπη του Χριστού, είστε εσείς οι ταπεινοί αδερφοί του φτωχούλη Φραγκίσκου από την Ασίζη;

Δεν μπόρεσαν πια οι αδερφοί να βαστάξουν· άλλοι ξέσπασαν σε κλάματα, άλλοι γλίστρηξαν κρυφά κι έφυγαν φοβισμένοι κι άλλοι έπεσαν στα πόδια του Φραγκίσκου και του ζητούσαν συχώρεση. Ο Φραγκίσκος κρατούσε σταυρωμένα τα χέρια του, δεν άνοιγε ως το συνηθούσε τις αγκάλες ν' αγκαλιάσει τους αδερφούς. Ο Ηλίας ζύγωσε· δεν έκλαιε αυτός, μήτε ζητούσε συχώρεση.

— Αδερφέ Φραγκίσκο, είπε, δεν αναγνωρίζεις τους αδερφούς; Πληθύναμε όσο έλειπες· άπλωσε το χέρι, βλόγησέ τους.

Μα ο Φραγκίσκος είχε γείρει το κεφάλι στο στήθος του, αμίλητος.  Οι αδερφοί γύρα του τον κοίταζαν με αγωνία.

— Αδερφέ Φραγκίσκο, μίλησε πάλι ο Ηλίας, είδες τον πάπα; πάτησε τη βούλα του;

Ο Φραγκίσκος απίθωσε την απαλάμη στο στήθος του.

— Εδώ είναι η βούλα, αδερφέ Ηλία, με τα δυο κλειδιά· μη βιάζεσαι· αύριο, αν θέλει ο Θεός, θα μιλήσω· τώρα πάμε στην εκκλησιά να παρακαλέσουμε το Θεό να πατήσει κι Αυτός τη βούλα Του.

 

Την άλλη μέρα οι αδερφοί συνάχτηκαν σε μιαν ξαίθρα μέσα στο δάσο. Ο Ηλίας πηγαινόρχουνταν, κρυφομιλούσε στους αδερφούς, τους μάζευε γύρα του· γιγάντιο το κορμί του, μας ξεπερνούσε όλους, και πλάι του ο Φραγκίσκος γίνουνταν πιο χαμηλός, πιο ταπεινός, αφανίζουνταν. Ποτέ, συχώρεσέ με, Θεέ μου, δεν μπόρεσα να βάλω στην καρδιά μου τον άνθρωπο αυτόν· το μάτι του ήταν όλο περηφάνια κι απληστία, η ψυχή του δε χωρούσε στην Πορτσιούνκολα, δε χωρούσε στη φτώχεια και στην αγάπη· ήθελε ν' απλώσει, να κυριέψει, όχι μονάχα με το καλό, παρά και με τη βία, τον κόσμο και να μπει στη βασιλεία των ουρανών καβαλάρης. Ετούτος του 'πρεπε να οδοιπορεί με τον άγριο Ισπανό ιεραπόστολο, τον Δομένικο, κι όχι με το φτωχούλη της Ασίζης· γιατί να μας τον πέψει ο Θεός; ποιος να 'ναι ο κρυφός σκοπός του; να 'θελε τάχαμου ο Θεός να ταιριάξει τ' αταίριαστα; Ξεθαρρεύτηκα κι είπα μια μέρα στο Φραγκίσκο:

— Αδερφέ Φραγκίσκο, δε μου αρέσει ο αδερφός Ηλίας· κάθε αδερφάτο έχει τον Ιούδα του· ο Θεός να με βγάλει ψεύτη, μα θαρρώ πως ετούτος είναι ο δικός μας Ιούδας.

— Καλός είναι κι ο Ιούδας, φράτε Λεόνε, μου αποκρίθηκε, δούλος του Χριστού κι αυτός· κι αν του 'γραψε ο Θεός να προδώσει, κάνει το χρέος του προδίνοντας.

Συλλογίστηκε μια στιγμή, χαμήλωσε τη φωνή του:

— Θυμάσαι το λύκο του Γκούμπιο; έμπαινε στις στάνες κι έπνιγε τα πρόβατα· είχε ρημάξει το χωριό. Κι εγώ λυπήθηκα τους ανθρώπους, πήγα στο δάσο να τον ξορκίσω στ' όνομα του Θεού, να μην τρώει πια τα πρόβατα· τον έκραξα, ήρθε· και ξέρεις τι μου αποκρίθηκε; «Φραγκίσκο, Φραγκίσκο, μη χαλνάς την τάξη του Θεού· το πρόβατο θρέφεται με χόρτο, ο λύκος με πρόβατο, έτσι το πρόσταξε ο Θεός. Γιατί; Μη ρωτάς· υπάκουε στο θέλημα του Θεού κι άσε με να μπαίνω λεύτερα στις μάντρες όταν με σφίξει η πείνα. Προσεύχουμαι κι εγώ στο Θεό, όπως κι η αγιοσύνη σου: «Πάτερ ημών, που βασιλεύεις μέσα στα δάση και με πρόσταξες να τρώγω κρέας, γενηθήτω το θέλημα σου· δίνε μου το πρόβατο το επιούσιο να χορταίνω, να δοξολογώ τ' όνομά σου. Μέγας είσαι, Κύριε, που έπλασες το πρόβειο κρέας τόσο νόστιμο· και την άλλη μέρα, σαν πεθάνω, δώσε ν' αναστηθώ, Κύριε, ν' αναστηθούν μαζί μου κι όλα τα πρόβατα που έχω φάει, να τα ξαναφάω!» Αυτά μου αποκρίθηκε ο λύκος, φράτε Λεόνε, κι εγώ έσκυψα το κεφάλι κι έφυγα. Γιατί; γιατί; τι αναίδεια, φράτε Λεόνε, να ρωτούμε!

Μα εγώ, που να 'χω την καρδιά του Φραγκίσκου, να χωράει και να συχωράει τα πάντα! Έβλεπα σήμερα τον Ηλία Μπομπαρόνε να κρυφομιλάει στους αδερφούς κι έτρεμα· από θυμό κι από φόβο.

Σαν πια συναχτήκαμε όλοι οι αδερφοί, σηκώθηκε ο Φραγκίσκος, σταύρωσε όπως το συνηθούσε τα χέρια κι. άρχισε να μιλάει· ήσυχη, σιγανή η φωνή του, θλιμμένη· κάπου κάπου άπλωνε το χέρι στους αδερφούς, σα να ζητιάνευε. Με λόγια απλά ξεστόρησε πώς μπήκε στην άγια πολιτεία, πώς είδε τον άγιο πατέρα, τι του 'πε και τι του αποκρίθηκε και πώς γονάτισε κι απίθωσε στα πόδια του τον Κάνονα. Κι ο πάπας, ύστερα από τρεις μέρες, ο Θεός θα τον πρόσταξε, πάτησε τη βούλα του· να τη! Έβγαλε από τον κόρφο του την αγιασμένη περγαμηνή, κι αργά, συλλαβιστά, την ανάγνωσε. Κι οι αδερφοί είχαν όλοι γονατίσει κι άκουγαν. Κι άμα τέλεψε, άπλωσε τα χέρια του ο Φραγκίσκος κι είπε ακόμα δυο λόγια· όχι, δεν έβγαλε λόγο, άπλωσε τα χέρια και προσευχήθηκε:

— Άγια Δέσποινα Φτώχεια, άλλο πλούτος από σένα δεν έχουμε· μη μας αφήσεις! Δώσε να πεινούμε πάντα, να κρυώνουμε, να μην έχουμε που να γείρουμε το κεφάλι!

» Άγια Δέσποινα Παρθενιά, καθάρισε το μυαλό μας, καθάρισε την καρδιά μας, καθάρισε τον αέρα που αναπνέμε! Βόηθα μας να νικήσουμε τον Πειρασμό που περιτριγυρίζει την Πορτσιούνκολα, την καρδιά μας, σα λιοντάρι.

» Άγια Δέσποινα Αγάπη, πρωτοθυγατέρα του Θεού, σηκώνω τα χέρια μου, επάκουσέ με· πλάτυνε τις καρδιές μας να χωρέσουν όλους τους ανθρώπους, καλούς και κακούς, να χωρέσουν όλα τα ζα, άγρια και ήμερα, όλα τα δέντρα, καρπερά κι άκαρπα, όλες τις πέτρες, τους ποταμούς και τις θάλασσες· όλοι είμαστε αδέρφια, όλοι έχουμε τον ίδιο Πατέρα κι όλοι πήραμε τη στράτα του γυρισμού και γυρίζουμε στο πατρικό μας σπίτι!

Σώπασε· μπορεί να 'θελε κι άλλα να πει, μα ο αδερφός Ηλίας πετάχτηκε απάνω· άχνιζε το γιγαντένιο κορμί του, έτρεχε ο ίδρωτας από τα μελίγγια του.

— Αδερφέ Φραγκίσκο, είπε με βροντερή φωνή, αδερφέ Φραγκίσκο, άσε και τους αδερφούς να μιλήσουν όλοι είμαστε ίσοι μπροστά στο Θεό, καθένας θα πει λεύτερα τη γνώμη του. — Αδερφοί, ακούσατε τον Κάνονα που μας έφερε ο αδερφός Φραγκίσκος από το χέρι του πάπα· αρέσει, δεν αρέσει, λεύτερα καθένας ας σηκωθεί κι ας μιλήσει.

Μια στιγμή όλοι σώπασαν άλλοι είχαν αντίλογο να πουν μα σέβουνταν το Φραγκίσκο· άλλοι δεν είχαν τίποτα να πουν, καλά καλά δεν καταλάβαιναν τι 'ταν αυτά που ανάγνωσε ο Φραγκίσκος, και σώπαιναν· σώπαινα κι εγώ, γιατί 'μουν σύμφωνος και δεν κάτεχα πώς να το πω.

Τέλος, σηκώθηκε στενάζοντας ο παπα-Σίλβεστρος:

— Αδερφοί, είπε, είμαι ο γεροντότερος άπ' όλους, γι' αυτό και παίρνω το θάρρος να σηκωθώ και να μιλήσω πρώτος. Ακούστε με, αδερφοί· ο κόσμος σάπισε, έφτασε το τέλος του κόσμου, ας διασκορπιστούμε στα πέρατα της γης, διαλαλώντας πως έφτασε η συντέλεια του αιώνα· να φοβηθούν οι άνθρωποι, να μετανοήσουν και να σωθούν αυτή 'ναι η γνώμη μου· κάμετε ό,τι σας φωτίσει ο Θεός.

Ο Σαμπατίνο πετάχτηκε· το μουσούδι του ήταν κίτρινο, φαρμακωμένο.

— Δε σάπισε ο κόσμος, σκλήριξε, σάπισαν οι αρχόντοι· από την κεφαλή βρωμάει το ψάρι. Να σηκωθούμε, να ξεσηκώσουμε το λαό, να ριχτούμε στους αρχόντους, φωτιά στα καστέλια τους, στα μεταξωτά τους ρούχα, στα φτερά που φορούν στα κεφάλια τους· αυτή 'ναι η αληθινή σταυροφορία· έτσι μονάχα θα λευτερώσουμε τον Άγιο Τάφο. Ποιον Άγιο Τάφο; τον κακομοίρη το λαό που σταυρώνεται. Ανάσταση του λαού, να τι θα πει ανάσταση του Χριστού!

— Ο λαός πεινάει! φώναξε ο Κέδρος ξαναμμένος· ο λαός πεινάει, δεν έχει ανάκαρα να σταθεί στα πόδια του· ας φάει πρώτα να καρδαμώσει· δεν έχει μάτια να δει πως αδικιέται, ας του ανοίξουμε τα μάτια! Ας αφήσουμε μια στιγμή τη βασιλεία των ουρανών, αδερφέ Φραγκίσκο, κι ας κοιτάξουμε τη βασιλεία της γης· άπ' αυτή πρέπει ν' αρχίσουμε. Αυτή 'ναι και μένα η γνώμη μου· έπρεπε να 'χουμε εδώ ένα γραμματικό και να γράφει!

Τότε ο αδερφός Βερνάρδος σηκώθηκε και τα γαλάζια μάτια του είχαν βουρκώσει.

— Αδερφοί, είπε, να φύγουμε από τον κόσμο, πώς μπορούμε εμείς να τα βάλουμε με τους αρχόντους του αιώνα; Να φύγουμε! να καταφύγουμε στην έρημο, ν' αφιερώσουμε τις ήμερες και τις νύχτες μας στην προσευκή. Παντοδύναμη είναι η προσευκή, αδερφοί μου· ένας προσεύχεται στην κορφή ενός βουνού, κι η προσευκή χύνεται κάτω με ορμή, μπαίνει στις πολιτείες κι αναστατώνει τις άνομες καρδιές· ανεβαίνει ως τα πόδια του Θεού και μαντατεύει τον πόνο του ανθρώπου. Μονάχα με την προσευκή, όχι με τα πλούτη, όχι με τ' άρματα, αδερφοί μου, θα σώσουμε την οικουμένη.

Σηκώθηκα τότε κι εγώ να μιλήσω, τσεύδισα μερικά λόγια, μα ευτύς τα 'χασα, έσκυψα στις απαλάμες το πρόσωπό μου κι έβαλα τα κλάματα. Μερικοί αδερφοί γέλασαν, μα ο Φραγκίσκος με αγκάλιασε, μ' έβαλε να καθίσω δεξά του:

— Κανένας δε μίλησε με τόση τέχνη και δύναμη, είπε· έχε την ευκή μου, φράτε Λεόνε.

Σηκώθηκε, άνοιξε, καθώς το συνηθούσε, τις αγκάλες:

— Αγάπη! Αγάπη! είπε· όχι πόλεμο, όχι βία· μα κι η προσευκή δε φτάνει, αδερφέ Βερνάρδο, χρειάζεται κι η πράξη· δύσκολο, επικίντυνο να ζεις με τους ανθρώπους, μα πρέπει· πολύ βολικό ν' αποτραβιέσαι στην έρημο και να προσεύχεσαι· αργεί η προσευκή να κάνει το θάμα της, πιο γρήγορη, πιο σίγουρη, πιο δύσκολη είναι η πράξη· όπου είναι άνθρωποι, είναι κι ο πόνος, η αρρώστια, η αμαρτία· εκεί είναι η θέση μας, αδερφέ μου, μέσα στους λεπρούς, τους αμαρτωλούς, τους πεινασμένους. Ένα φριχτό ακάθαρτο σκουλήκι κοιμάται στα σωθικά του κάθε ανθρώπου· και του πιο άγιου ασκητή· σκύψε, πες του: σε αγαπώ! και θα πετάξει φτερούγες και θα γίνει πεταλούδα… Σκύβω και προσκυνώ την παντοδυναμία σου, Αγάπη· έλα και φίλησε τους αδερφούς μας, έλα και κάμε το θάμα σου!

Όσο μιλούσε ο Φραγκίσκος, ο αδερφός Ηλίας στριφογύριζε απάνω στην πέτρα όπου κάθουνταν, αγκουσεμένος, ασκοφυσώντας, κουνούσε το κεφάλι κι έκανε νοήματα στους συντρόφους του· δεν κρατήθηκε τέλος, πετάχτηκε απάνω:

— Δε φτάνει η αγάπη, αδερφοί, μην τον ακούτε, πόλεμος! Το τάγμα μας πρέπει να 'ναι τάγμα πολεμικό, οι αδερφοί ατρόμητοι πολεμιστές, στο ένα χέρι να κρατούν το σταυρό, στο άλλο το τσεκούρι· το δέντρο το κακό, το λέει το Βαγγέλιο, έρριζα να κοπεί και να ριχτεί στη φωτιά. Πώς θα νικήσουμε τους δυνατούς του κόσμου ετούτου; αν γίνουμε πιο δυνατοί. Κι όχι φτώχεια, όχι τέλεια φτώχεια, γιατί τόση αλαζονεία, αδερφέ Φραγκίσκο; Κι ο Χριστός είχε δώσει στους Αποστόλους του το λεύτερο να 'χουν σαντάλια και ραβδί και δισάκι κι ένας από τους Αποστόλους κρατούσε το πουγγί και μάχουνταν να το γεμίσει, για να θρέψει το αποστολάτο. Και συ, αδερφέ Φραγκίσκο, τολμάς να θες να ξεπεράσεις το Χριστό; Σπαθί παντοδύναμο το πλούτος, ας μην απομείνουμε ξαρμάτωτοι μέσα στον άτιμο ετούτον μαχαιροβγάλτη κόσμο! Ο αρχηγός μας, όχι αρνί, παρά λιοντάρι, όχι αγιαστούρα να κρατούμε, παρά φραγγέλιο. Μπας και ξεχνάς, αδερφέ Φραγκίσκο, πως ο Χριστός πήρε το φραγγέλιο κι έδιωξε τους έμπορους από το ναό του Θεού; Το λέω, αδερφοί, το ξαναλέω: Πόλεμος!

Τινάχτηκαν απάνω πέντ' έξι από τους νεώτερους αδερφούς αλαλάζοντας και σήκωσαν στα χέρια τους τον αδερφό Ηλία:

— Εσύ 'σαι το λιοντάρι, του φώναξαν, έμπα μπροστά, οδήγα! Χλωμός, εξαντλημένος, ακούμπησε ο Φραγκίσκος το χέρι του στον ώμο μου κι ανασηκώθηκε· η φωνή του όλο παρακάλιο και θλίψη:

— Ειρήνη, αδερφοί μου, φώναξε, ειρήνη! Πώς μπορούμε να ειρηνέψουμε τον κόσμο, άμα δεν έχουμε, εμείς, ειρήνη στην καρδιά μας; Ο πόλεμος γεννάει πόλεμο· κι αυτός άλλον πόλεμο· κι έτσι σταματημό δεν έχει να χύνεται το αίμα του ανθρώπου. Ειρήνη! Ειρήνη! Αδερφέ Ηλία, μην ξεχνάς· ο Χριστός ήταν αρνί και σήκωνε τις αμαρτίες του κόσμου.

— Ο Χριστός, αδερφέ Φραγκίσκο, αντιμίλησε ο Ηλίας, ο Χριστός ήταν λιοντάρι, το λέει και μοναχός του: Δεν ήρθα να φέρω ειρήνη, μαχαίρι κρατώ!

Στράφηκε στους αδερφούς:

— Ακούσατε; είναι λόγια του Χριστού, δε μιλώ εγώ, ο Χριστός μιλάει: Δεν ήρθα να φέρω ειρήνη, μαχαίρι κρατώ!

Αναστατώθηκαν οι αδερφοί, σηκώθηκαν απάνω, μοιράστηκαν λιγοστοί γύρω από το Φραγκίσκο έκλαιγαν, οι πιο πολλοί τριγύριζαν τον Ηλία που γελούσε. Φώναζαν όλοι μαζί, αγκρισμένοι. Ο παπα-Σίλβεστρος μπήκε τότε στη μέση:

— Αδερφοί, είπε, ο Σατανάς, ο μαύρος τράγος, ξαναγύρισε πάλι ανάμεσά μας· θωρώ τα πράσινα μάτια του στον αέρα!

Ο Φραγκίσκος αναμέρισε τους αδερφούς που τον κύκλωναν, ζύγωσε, πήρε χεραγκαλιά τον Ηλία.

— Αδερφέ 'Ηλία, είπε, και σεις όλοι οι αδερφοί, ακούστε· δύσκολη η στιγμή που περνάει η αδερφοσύνη μας. Αφήστε να κατασταλάξουν ήσυχα εντός σας τα λόγια και τ' αντίλογα που ακούσατε στη σύναξη μας ετούτη. Πόλεμος; ειρήνη; προσευκή στη μεγάλη μοναξιά; Ο καιρός, ο πιστός αγωγιάτης του Θεού, αυτός θα μας δείξει το δρόμο. Ωστόσο, μην ξεχνάτε το χρέος σας, αδερφοί! Ο άγιος πατέρας μάς έδωκε το προνόμιο να κηρύχνουμε, μπροστά μας απλώνουνται οι δρόμοι αλάκερης της γης, ας τους μοιραστούμε αδερφικά! Ξεκινήσετε, πολλά στενός είναι εδώ ο τόπος, μικρή 'ναι η Πορτσιούνκολα, αγγίζει ο ένας αγκώνας τον αγκώνα του αδερφού, σκοντάφτει ο ένας απάνω στον άλλο, νευριάζουμε, θυμώνουμε, έρχεται ο Πειρασμός· βγείτε έξω στον ανοιχτό αέρα, πάρτε τους μεγάλους δρόμους, πηγαίνετε δυο δυο, παρηγοριά και κουράγιο ο ένας στον άλλο· κι όπου δείτε ανθρώπους μαζεμένους, σταθείτε και ρίχνετε, τάιστρο αθάνατο, το λόγο του Θεού. Εγώ, με τη βοήθεια του Θεού, θα πάρω το δρόμο κατά την Αραπιά· θα βρω καράβι, θα περάσω τη θάλασσα, θα φτάσω, αν θέλει ο Θεός, στις μακρινές χώρες των άπιστων αρίφνητοι εκεί πέρα άνθρωποι δεν έχουν ακούσει ποτέ τους το όνομα του Χριστού· αν θέλει ο Θεός, θα κινήσω να τους το πάω! Εμπρός, στ' όνομα του Θεού, αδερφοί, ας σκορπίσουμε στα πέρατα της γης· κι ύστερα γυρίζουμε στην κούνια όπου γεννηθήκαμε, εδώ στην Πορτσιούνκολα, και στορούμε ο ένας στον άλλον τα όσα είδαμε, πάθαμε και πράξαμε στην πρώτη μας ετούτη αποστολική εκστρατεία!

» Αδέρφια μου, παιδιά μου, σκορπιστείτε με την ευκή μου στα πέρατα της γης· αλάκερη η γης είναι το χωράφι του Θεού, οργώστε το και σπείρετε τη φτώχεια, την αγάπη, την ειρήνη· στερεώσετε τον κόσμο που γέρνει να γκρεμιστεί· στερεώσετε τις ψυχές σας· υψώστε τις καρδιές σας απάνω από την οργή, τη φιλοδοξία, τη ζήλια. Μη λέτε: Εγώ! Εγώ! υποτάχτε το άγριο αυτό, αχόρταγο θεριό στην αγάπη του Θεού· το εγώ δεν μπαίνει στην Παράδεισο, στέκεται απόξω από την πόρτα και μουγκρίζει. Μιαν παραβολή θα σας πω τώρα στον αποχωρισμό μας· μιαν παραβολή, να τη θυμάστε, για να με θυμάστε, παιδιά μου!

» Ένας ασκητής σε όλη του τη ζωή αγωνίστηκε να φτάσει στην τελειότητα· μοίρασε όλο του το βιος στους φτωχούς, αποτραβήχτηκε στην ερημιά και προσεύχουνταν μερονυχτίς στο Θεό. Ήρθε μέρα και πέθανε· ανέβηκε, χτύπησε την πόρτα της Πα